IC.XC.NIKA

IC.XC.NIKA
IC.XC.NIKA

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Πῶς πρέπει νά πολεμᾶ κάποιος ἑναντίον τῆς ἀμελείας.


Ο Αόρατος πόλεμος
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Απόδοση στη νέα Ελληνική: Ιερομόναχος Βενέδικτος
Έκδοση Συνοδείας Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄. Πῶς πρέπει νά πολεμᾶ κάποιος ἑναντίον τῆς ἀμελείας.

Γιά να μη πέσης στην άθλια κακία της αμέλειας, η οποία σου εμποδίζη τον δρόμο της τελειότητας και σε προδίδει στα χέρια των εχθρών, πρέπει να αποφεύγης κάθε περιέργεια και κάθε γήϊνο προσκόλλημα και κάθε είδους ασχολία, που δεν ταιριάζει στην κατάστασί σου. Έπειτα πρέπει να βιάσης τον εαυτό σου, να υπακούης γρήγορα σε κάθε καλή συμβουλή και σε κάθε προσταγή των προεστώτων και πνευματικών σου, κάνοντας κάθε πράγμα σε εκείνο τον χρόνο και με εκείνο τον τρόπο που τους αρέσει. Σε κάθε έργο που έχεις να κάνεις, μην αργοπορήσης εντελώς· γιατί εκείνη η μικρή πρώτη αργοπορία φέρνει μαζί της και την δεύτερη και η δεύτερη την τρίτη και η τρίτη τις υπόλοιπες, στις οποίες παρεκλίνει η αίσθησις ευκολώτερα παρά στην πρώτη.

Επειδή και περισσότερο τραβήχθηκε και αιχμαλωτίστηκε από την ηδονή, που δοκίμασε στη δεύτερη και τρίτη και υπόλοιπες αργοπορίες. Γι αυτό και η πράξις ή αρχίζει πολύ αργά, ή εγκαταλείπεται εντελώς πολλές φορές ως ενοχλητική· και έτσι λίγο λίγο γίνεται η συνήθεια της αμέλειας, η οποία φτάνει μετά από αυτά σε τέτοιο σημείο, που με άλλο τρόπο δεν αναγνωρίζεται, παρά αν εμείς αφού βαρεθούμε πλέον την αμέλεια, δοθούμε ολοκληρωτικά σε έργα σημαντικά και προσεκτικά. Γιατί από την τελευταία μας αυτή φροντίδα μάθαμε ότι σταθήκαμε έως τότε πολύ αμελείς, με ντροπή και βλάβη τόσων καλών έργων, που θα μπορούσαμε να κάνουμε.

Αυτή η αμέλεια τρέχει παντού και με το φαρμάκι της, όχι μόνο την θέλησι φαρακώνει και την κάνει να αποστρέφεται κάθε εργόχειρο και κάθε πνευματικό κόπο και υπηρεσία, αλλά ακόμη τυφλώνει και το νού, για να μη θεωρήση σε ποιό παράλογο και κακό λογισμό στηρίζεται αυτή η θέλησις και για να μην παρακινήση, από αυτή την παρατήρησι, αυτή την θέλησι να φροντίση να τελέση γρήγορα κάθε οφειλόμενη υπηρεσία και να μη την αφήνη παντελώς ή να την αναβάλλη για άλλο χρόνο. Επειδή δεν είναι μόνο αρκετό το να κάνης γρήγορα το έργο που έχεις να κάνεις, αλλά πρέπει να το κάνης και σε καιρό κατάλληλο, που απαιτεί η ποιότητα και το είναι εκείνου του έργου και με όλη εκείνη την φροντίδα που ταιριάζει σε αυτό, για να έχη κάθε δυνατή τελειότητα. Επειδή είναι γραμμένο· «Καταραμένος όποιος κάνει τα έργα του Κυρίου με αμέλεια» (Ιερ. 48,10). Και όλο αυτό το κακό συμβαίνει, γιατί δεν σκέφτεσαι την δύναμι εκείνου του καλού έργου να το κάνης στον καιρό του και με γνώμη αποφασιστική, για να νικήσης τον κόπο και την δυσκολία, που φέρει η αμέλεια στους αρχαρίους στρατιώτας.

Λοιπόν, εσύ πρέπει να σκέφτεσαι πολλές φορές ότι μία μόνη ανύψωσι του νού στο Θεό και μία ταπεινή γονυκλιτική μετάνοια στη γη, που γίνεται στο όνομα και την τιμή αυτού του Θεού, αξίζει περισσότερο, από όλους τους θησαυρούς του κόσμου. Και ότι, κάθε φορά που αφήνουμε την αμέλεια και βιάζουμε τον εαυτό μας με επιμελή έργα, οι Άγγελοι φέρνουν στην βασιλεία των ουρανών, ένα στεφάνι ένδοξης νίκης· και ότι αντίθετα πάλι στους αμελείς, όχι μόνο δεν δίνει στεφάνια ο Θεός, αλλά και παίρνει από αυτούς λίγο λίγο τις χάρες που έχει δοσμένες, αφήνοντάς τους να στερηθούν και της βασιλείας του για την αμέλειά τους· γιατί έχει γραφτεί ότι· «Οι καλεσμένοι στους ουρανίους γάμους αδιαφόρησαν και πήγαν άλλος στο χωράφι του και άλλος στο εμπόριό του» (Ματθ. 22,5).
Αυξάνει δε τις χάρες αυτές στους επιμελείς και βιαστές του εαυτού τους, κάνοντάς τους να μπούν μετά από αυτά και στην ουράνια βασιλεία του· «η βασιλεία των ουρανών κερδίζεται με προσπάθεια και την κερδίζουν αυτοί που αγωνίζονται» (Ματθ. 11,12).

Εάν όμως και ο κακός λογισμός, πολεμώντας να σε ρίξη στην αμέλεια, σου φέρνει στο νού ότι, για να αποκτήσης μία αρετή που επιθυμείς, θα κοπιάσης πολύ και για πολλές ημέρες, και ότι οι εχθροί σου είναι δυνατοί και πολλοί και εσύ είσαι ένας και αδύνατος, και ότι χρειάζεσαι να κάνης πολλές και μεγάλες πράξεις για να την κατορθώσης· αν λέω, αυτά σου φέρνει στο νού ο λογισμός της αμελείας, μη τον ακούσης· αλλά άρχισε να φέρνης στο νού σου πράξεις σαν να έχης να κάνης λίγες και σαν να πρέπη να κοπιάσης λίγο και για λίγες ημέρες· και σαν να έχης να πολεμήσης εναντίον ενός εχθρού μόνο και σαν να μην ήταν άλλοι να σε πολεμήσουν και με μία τόσο μεγάλη ελπίδα, σαν να είσαι (όπως και είσαι), με την βοήθεια του Θεού, πιο δυνατός από εκείνους. Γιατί αν κάνης έτσι, θα αρχίση να εξασθενή από σένα η αμέλεια και θα έχης διάθεσι κατόπιν να μπή στην ψυχή σου λίγο λίγο η αντίθετη αρετή της επιμέλειας.

Το ίδιο αυτό κάνε και για την προσευχή· για παράδειγμα, αν ο καιρός το απαιτή να κάνης μία ώρα προσευχή και αυτό φαίνεται σκληρό στην αμέλειά σου, άρχισε την προσευχή, σαν να έχης να προσευχηθής μισό τέταρτο της ώρας και μετά εύκολα θα περάση στο άλλο μισό και από εκείνο στο άλλο, κ.τ.λ. Και αν καμιά φορά καταλάβεις στο διάστημα αυτό δυσκολία και αντίστασι πολύ πιεστική, άφησε για την ώρα την προσευχή, για να μην την αντιπαθήσης και μετ από λίγο ξανακάνε πάλι την προσευχή που άφησες· τον ίδιο αυτό τρόπο πρέπει να χρησιμοποιής και στο εργόχειρο και στην υπηρεσία σου, όταν συμβαίνη να έχης να κάνης πράγματα, τα οποία, με το να φαίνωνται στην αμέλειά σου πολλά και δύσκολα, εσύ ταράζεσαι ολόκληρος. Γι αυτό άρχιζε με την καρδιά σου ήσυχα από το ένα, σαν να μην είχες να κάνης άλλο. Και έτσι ενεργώντας με επιμέλεια, θα τα κάνης όλα με πολύ λιγότερο κόπο, από κείνον, που φαίνονται στην αμέλειά σου. Γι αυτό, αν δεν κάνης έτσι και αν δεν σκεφθής να πολεμήσης τον κόπο και την δυσκολία, που σου δείχνεται από τον εχθρό για κάθε αρετή, θα υπερισχύση η αμέλεια μέσα σου, οπότε όχι μόνον όταν είναι παρών ο κόπος και η δυσκολία, αλλά και από μακριά ακόμη, θα σε κάνη να ανυπομονής και να φοβάσαι, ότι θα έχης πάντα κόπους και δυσκολίες και ότι θα σε πειράζουν πάντα οι εχθροί σου. Οπότε και στην ίδια σου την ανάπαυσι, θα έχης από τους λογισμούς σου ενόχλησι.

Γνώριζε, δηλαδή, παιδί μου, ότι το πάθος της αμέλειας με το κρυφό του φαρμάκι, λίγο λίγο σαπίζει, όχι μόνο τις πρώτες και μικρές ρίζες, οι οποίες επρόκειτο να βλαστήσουν τις συνήθειες των αρετών, αλλά σαπίζει και εκείνες ακόμη τις ρίζες των καλών συνηθειών, που προηγουμένως αποκτήθηκαν. Και όπως ο σκώληκας τρώει το ξύλο, έτσι και αυτό το πάθος προχωράει, κατατρώγοντας ανεπαίσθητα και καταναλίσκει το νού της πνευματικής ζωής· και με το μέσο αυτό, γνωρίζει να στήνη τις παγίδας και τις θηλιές ο διάβολος σε κάθε άνθρωπο, ιδιαίτερα, όμως, στις πνευματικές ψυχές, γνωρίζοντας ότι εύκολα πέφτει στις επιθυμίες κάθε αργός και αμελής, καθώς είναι γραμμένο· «Σε επιθυμίες βρίκεται κάθε άνεργος» (Παροιμ. 13,4).

Λοιπόν, εσύ να αγρυπνάς πάντα προσευχόμενος και επιμελούμενος καλά ως ανδρείος αγωνιστής· «χείρες ανδρείων, εν επιμελεία» (Παροιμ. 13,4). Και μη περιμένης να υφαίνης τον νυμφικό σου χιτώνα, όταν πρόκειται να πας εκεί στολισμένος, για να συναντήσης το Νυμφίο Χριστό. Και θυμήσου κάθε μέρα, ότι το σήμερα είναι δικό σου, το αύριο είναι στο χέρι του Θεού· και ότι, εκείνος που σου έδωσε το πρωί, δεν σου υπόσχεται να σου δώση και το βράδυ. Γι αυτό μην ακούσης τον διάβολο, που σου λέει να του δώσης το σήμερα και το αύριο να δώσης στο Θεό, όχι· αλλά ξόδεψε όλες τις στιγές των ωρών της ζωής σου, καθώς αρέσει στο Θεό. Και σαν να μην πρόκειται να σου δοθή πλέον άλλος καιρός. Και λογάριαζε, ότι, για κάθε στιγμή, θα δώσης ακριβέστατο λογαριασμό επειδή πολύτιμος είναι στα αλήθεια ο καιρός, που έχεις στα χέρια και θα έρθη η ώρα να τον ζητήσης και να μη τον βρής.

Νόμιζε ακόμη σαν χαμένη εκείνη την ημέρα (αν και να έκανες πολλά άλλα έργα), στην οποία δεν απόκτησες πολλές νίκες κατά των κακών σου κλίσεων και θελημάτων και κατά την οποία δεν ευχαρίστησες τον Θεό, όχι μόνο για τις ευεργεσίες που σου έκανε, και μάλιστα για το βασανιστικό του πάθους, ο οποίος για σένα υπέφερε· αλλά και για την πατρική γλυκειά εκπαίδευσι των θλίψεων που πρόκειται να σου στείλη καμμία φορά. Τελειώνοντας και σου παραγγέλλω· «αγωνίσου πάντα τον καλό αγώνα» (Α΄ Τιμ. 6,12), γιατί πολλές φορές μία μόνον ώρα επιμελείας, κέρδισε τον παράδεισο και για μία ώρα αμελείας, τον έχασε. Και γίνε επιμελής, αν θέλης να είναι ασφαλής η ελπίδα της σωτηρίας σου προς Θεό· «όποιος έχει εμπιστοσύνη στον Θεό, όλα θα τα έχη άφθονα» (Παροιμ. 28,25)(37).37. Γιατί δυό είναι οι ελπίδες, σύμφωνα με τον Άγιο Ισαάκ, μία αληθινή και πολύ σοφή και μία ψεύτικη και ανόητη. Και όσοι αφιέρωσαν όλο τον εαυτόν τους στο Θεό, για κανένα πράγμα δεν φροντίζουν κοσμικό, με το να είναι ολοκληρωτικά δοσμένοι στην επιμέλεια και εργασία των αρετών· αυτοί αληθινά ελπίζουν στο Θεό να τους σώση από κάθε κακό και στην τωρινή και στη μέλλουσα ζωή· όσοι όμως περνούν με αμέλεια την ζωήν τους και τις αρετές δεν επιμελούνται, αυτοί αν και λένε ότι ελπίζουν στο Θεό, ψεύτικα όμως ελπίζουν και ανόητη είναι η ελπίδα τους. «Προηγούμενος, λέγει, εστίν ο δια τον Θεόν κόπος και ο ιδρώς ο εν τη γεωργία αυτού, της εις αυτόν ελπίδος»· σαν να λέγη, ότι, πρώτα πρέπει να κουρασθή κάποιος για σπείρη έργα καλά και αρετές και έπειτα να ελπίζη ότι και έχει να θερίση και να πάρη το μισθό της σωτηρίας της ψυχής του.

http://www.oodegr.com/oode/biblia/aor_pol1/kef1.htm#_Toc147932236
Αναδημοσίευση από: http://www.phys.uoa.gr/~nektar/
http://www.hristospanagia.gr/?p=8917#more-8917
http://logia-tou-aera.blogspot.gr/2013/05/blog-post_7712.html
ΠΗΓΗ

Διδακτικὴ διήγηση γιὰ ὅσους «σκοτώνουν» τὸν πολύτιμο χρόνο τους


Ζοῦσε στοὺς πρώτους αἰώνας ἕνας μοναχός, ὁ ὁποῖος ὅσες φορὲς τὸν ἐρωτοῦσε ὁ Ἡγούμενός του «Πῶς πηγαίνεις στὴν ὑγεία σου, ἀδελφέ;».
Αυτός πάντοτε παραπονιόταν ὅτι ἦταν κατάκοπος ἀπὸ τὴν πολλὴ ἐργασία.
Ἀκούγοντας καθημερινῶς ὁ Ἡγούμενος τὸ ἴδιο παράπονο ἐρώτησε κάποια ἡμέρα τὸν Μοναχό: «Τί εἴδους ἐργασία κάμνεις καὶ κοπιάζεις τόσον πολύ, ἀδελφέ;»
Καί ὁ Μοναχὸς ἀπάντησε: Ἅγιε Ἡγούμενε ἔχω τόσες ἐργασίες κάθε ἡμέρα καὶ νύκτα, ὥστε οἱ δυνάμεις μου δὲν θὰ ἔφθαναν γι' αὐτές, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν μὲ βοηθοῦσε:
Πρώτον, ἔχω δύο γεράκια, τὰ ὁποῖα προσπαθῶ νὰ κρατῶ δέσμια καὶ νὰ τὰ ἐξημερώνω.
Δεύτερον, ἔχω δύο λαγούς, τοὺς ὁποίους φυλάγω γιὰ νὰ μὴ φύγουν.
Τρίτον, ἔχω δύο βόδια, τὰ ὁποῖα ἐπιβλέπω γιὰ νὰ ἐργάζονται.
Τέταρτον, ἔχω ἕνα λύκο τὸν ὁποῖον προσέχω διὰ νὰ μὴ βλάψει κανένα.

Πέμπτον, ἔχω ἕνα λιοντάρι, τὸ ὁποῖο προσπαθῶ νὰ κατανικήσω, Καὶ ἕκτον, ἔχω ἕνα ἀσθενῆ, τὸν ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ τὸν περιποιοῦμαι.
Ό Ἡγούμενος ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ γέλασε λίγο καὶ εἶπε στὸν Μοναχό: Αὐτά παιδί μου, δὲν γίνονται, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτελεῖ κανεὶς τόσες ἐργασίες.
Καὶ ὅμως, σεβαστέ μου πάτερ, ἀπάντησε ὁ Μοναχός, σοῦ εἶπα τὴν ἀλήθεια.
Καί ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος νόμιζε μέχρι ἕνα βαθμὸ ἐπιπόλαια καὶ χωρὶς περιεχόμενο τὰ λόγια τοῦ Μοναχοῦ, εἶπε: Ἐξήγησέ μου, παιδί μου, τὴν παραβολή.
Καί ὁ Μοναχὸς ἀπάντησε:...

Πρώτον, τὰ δύο γεράκια, Πάτερ μου, εἶναι τὰ δύο μάτια μου, τὰ ὁποῖα πετοῦν, πηγαίνουν ἀπὸ δῶ καὶ ἀπ' ἐκεῖ καὶ πρέπει νὰ φροντίζω γιὰ νὰ μὴ δοῦν κάτι, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ μὲ προτρέψει σὲ κάποια ἁμαρτία, πράγμα δυστυχῶς ποῦ ἔπαθε ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ, βλέποντας τὴν γυναίκα τοῦ Οὔριου, τὴν Βηρσαβεέ.
Δεύτερον, οἱ δύο λαγοί, εἶναι τὰ πόδια μου, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐμποδίζω ἀπὸ τὸ νὰ τρέχουν στὶς ἡδονὲς καὶ τὸν δρόμο τῆς ἁμαρτίας διότι εἰς τὸ βάπτισμά μου, ὅταν ὁ ἱερεὺς ἔχριε αὐτὰ εἶπε: «Τοῦ πορεύεσθε τὰ διαβήματά Σου» δηλαδὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Φαντάζεσαι λοιπόν, Πάτερ μου, πόσους κόπους χρειάζεται αὐτό;
Τρίτον, τὰ δύο βόδια εἶναι τὰ χέρια μου, τὰ ὁποῖα ἐπιβλέπω μὲ μεγάλη προσοχὴ γιὰ νὰ ἐργάζονται. Νὰ ἐργάζονται ὅμως τὸ ἀγαθὸν ὡς τὰ χέρια τοῦ Κυρίου, ποῦ πάλι στὸ βάπτισμά μου γι' αὐτὰ ὁ ἱερεὺς εἶπε: «Αἳ χεῖρες σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με».
Τέταρτον, ὁ λύκος εἶναι ἡ γλώσσα μου, ἡ ὁποία πάντοτε ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ χαλινάρι, γιὰ νὰ μὴ δαγκάσει κανένα ἀδελφόν μου, μὲ τὴν κατηγορία, ποῦ εἶναι παρὼν ἢ ἀπῶν καὶ πεθάνει. Καὶ ἀντιλαμβάνεσαι, πάτερ μου, ὅταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διὰ τοῦ Ἀδελφόθεου Ἰακώβου γιὰ τὴν γλώσσα λέγει: «Εἰ τις ἐν λόγω οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ», καὶ πάλιν' «Ἢ γλώσσα πῦρ, ὃ κόσμος τῆς ἀδικίας, οὕτως ἢ γλώσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἠμῶν ἡ σπιλοῦσα (μολύνουσα) ὅλον τὸ σῶμα...», καὶ πάλιν: «Τὴν γλώσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμᾶσαι ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. Ἐν αὐτὴ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτὴ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ' ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότος...» (Ἴακ. γ' 2, 6 καὶ 8). Τί πρέπει νὰ κάμνω ἐγὼ μὲ αὐτὸ τὸ θηρίο, τὸν λύκο ποῦ ἔχω στὸ στόμα μου;
Ἄλλα καὶ ἀκόμη, πῶς ἐγώ, πάτερ μου, νὰ ἐπιτύχω αὐτὸ ποῦ λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὴν γλώσσα, γιὰ νὰ μὴ λέγει περισσότερα ἢ λιγότερα, ἀλλὰ ὅλα μὲ τὸ ζύγισμα νὰ λέγω, γιὰ νὰ εἶμαι δίκαιος χωρὶς κόπου μεγάλου; Δὲν λέγει ὁ Ἅγιος ὅτι: ζυγαριὰ νὰ ἐχομεν τὴν γλώσσα μας ὥστε μὲ μεγάλη προσοχὴ νὰ ζυγίζομε τὰ λόγιά μας καὶ νὰ μὴ λέμε περισσότερα οὔτε λιγότερα ἀλλὰ τὰ σωστὰ μὲ ἀκρίβεια. Διότι, ἐὰν ζυγίζομε μὲ ἀκρίβεια καὶ μεγάλη προσοχὴ τὸν χρυσὸ καὶ ἄλλα πράγματα, πρέπει, μὲ μεγαλύτερη προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια, νὰ προσέχομε τὰ λόγιά μας.
Καὶ ἀκόμη, πάτερ μου, πῶς νὰ μὴ παλέψω μὲ τὸν λύκο αὐτόν, τὴν γλώσσα μου, ποῦ διαβάζω τὸν Ἀββᾶ Σισώη καὶ λέγει: «Ἀδελφέ, ἔχω τριάντα χρόνια ὅπου δὲν κάμνω πλέον δέησιν εἰς τὸν Θεὸν περὶ ἁμαρτίας, ἀλλὰ αὐτὸ μόνον λέγω εἰς τὴν προσευχήν μου Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ σκέπασόν με ἀπὸ τῆς γλώσσης μου, διότι τόσους χρόνους ἔχω ἀσκητεύοντας καὶ πάλιν σκοντάπτω μὲ τὴν γλώσσαν καὶ ἁμαρτάνω».
Πέμπτον, ὁ λέων, πάτερ μου, εἶναι ἡ καρδιά μου, κατὰ τῆς ὁποίας διεξάγω νύκτα καὶ ἡμέρα πεισματώδη ἀγώνα καὶ δυστυχῶς μὲ ἕλκει μὲ μεγάλη βία σὲ ὅλα ὅσα βλάπτουν καὶ καταστρέφουν τὴν ψυχήν μου. Βλέπεις, πάτερ μου, «ὅτι ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ» (Γεν. η' 21), καὶ ἀκόμη, ὅτι ἡ καρδία μου εἶναι ἀκάθαρτος ὡς εἶπεν ὁ Κύριός μου: «Ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε' 19) καὶ ὅτι πράγματι ἔτσι εἶναι καὶ πρέπει νὰ κουρασθῶ νὰ τὴν καθαρίσω, μοῦ τὸ ἐπιβεβαίωσε ὁ Προφήτης Δαβὶδ ποῦ λέγει εἰς τὸν Κύριον: «Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἔμοι ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἔγκαινισον ἐν τοῖς ἔγκατοίς μου» (Ψαλμ. 50, 12),
Και Ἕκτον, πάτερ μου, ὁ ἀσθενής, εἶναι τὸ σῶμα μου, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν εὑρίσκεται στὴν ἴδια κατάσταση. Ἄλλοτε θέλει τροφὴ καὶ ἄλλοτε νηστεία. Ἄλλοτε ἀνάπαυση καὶ ἄλλοτε τυραννία. Ἄλλοτε περίθαλψη καὶ ἄλλοτε ὄχι, καὶ γιὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ ἔχω τὴν προσοχή μου διαρκῶς γυρισμένη πρὸς αὐτό, γιὰ νὰ τὸ περιποιοῦμαι ὅσο εἶναι δίκαιο, ἐπειδὴ χρειάζεται καὶ αὐτὸ ὅπως τὸ τσούφλι γιὰ τὸ αὐγό.
Ἀφού ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἡγούμενος ἀπὸ τὸν σοφό του Μοναχό, τὸν συγχάρηκε καὶ εἶπε: «Ἐὰν ὅλοι κάναμε ὅπως ἐσὺ τέκνον μου, δηλαδὴ νὰ ἐργαζόμαστε διὰ νὰ συγκρατήσομε τὰ πάθη μας καὶ ἐνημερώσομε τὸν κακὸν - ἑαυτό μας, ἡ γῆ θὰ γινόταν οὐρανὸς καὶ ὅλοι θὰ εἴμασταν εὐτυχισμένοι καὶ εἰρηνικοί. ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΛΟ ΑΓΩΝΑ.

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2013/04/blog-post_5154.html

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2013/05/blog-post_3465.html#ixzz2SZ0Dqpdg

Κυριακή 5 Μαΐου 2013

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!!





"Άναψε, αδελφέ τη καρδιά σου με μία φλόγα αγάπης προς τον αναστάντα Χριστό. Και συλλογίζου καινούργιους λογισμούς· κάνε έργα καινούργια· ζήσε ζωή καινούργια και άξια της του Χριστού καινής αναστάσεως· εσύ όταν βαπτίσθηκες, συναπέθανες και συνταφιάσθηκες μαζί με το Χριστό στην αγία κολυμβήθρα και συναναστήθηκες μαζί με αυτόν και υποσχέθηκες να ζήσεις μία καινούργια ζωή, όπως λέγει ο Παύλος. «Πραγματικά το βάπτισμά μας σημαίνει πως συμμετέχουμε στο θάνατο και στην ταφή του Χριστού…»
Λοιπόν, να ντρέπεσαι που ως τώρα παρέβης την υπόσχεση αυτή και έζησες μία ζωή παλαιή και διεφθαρμένη και από σήμερα και στο εξής αποφάσισε να ανακαινίσεις την πρώτη εκείνη υπόσχεση που έδωσες στο άγιο βάπτισμα και να ζήσεις μία άλλη καινούργια ζωή όχι με απολαύσεις· όχι με φιληδονίες και φιλοδοξίες· όχι με φιλαργυρίες και άλλες αμαρτίες· γιατί αυτά είναι της φθαρτής ζωής του παλαιού ανθρώπου, τον οποίον ξεντύθηκες στο βάπτισμα। Αλλά με παρθενία και αφθαρσία του σώματος· με την καθαρότητα και την απάθεια της ψυχής· με την πνευματική γνώση και θεωρία του νου και με τις υπόλοιπες ζωοποιές αρετές και καλά έργα, τα οποία είναι της νέας ζωής του καινού -καινούργιου- ανθρώπου και της αναστάσεως του Χριστού. Και εσύ όταν συναναστηθείς με το Χριστό διά της πίστεως, οφείλεις να ζήσεις ελεύθερος από τα διαβεβλημένα πάθη και αμαρτίες και να φυλάς καθαρή αυτή τη νέα ζωή που σου χάρισε ο Χριστός."

( Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης )


Μαζί με τον Άγιο Σεραφείμ του Σαρώφ σας στέλνω τον γλυκύτερο χαιρετισμό :

Χριστός Ανέστη χαρά μου !

πηγή 


"Χριστός Ανέστη, χαρά μου!!"

Με αυτές τις τέσσερεις λέξεις χαιρετούσε όλο τον χρόνο

ο άγιος παππούλης της Ρωσίας, ο μέγας Σεραφείμ του Σάρωφ.

«Χριστός Ανέστη, χαρά μου!".

Καταυγαζόμενος από το φως της Αγάπης, βίωνε χαρά στην κάθε συνάντηση με τους πάντες και τα πάντα !!

Η επί γης πορεία του Χριστού κι η ανάστασή Του έσπασε τους φραγμούς της ξεχωριστότητας και έφερε την παραδείσιαχαρά.

Είμαστε γεννημένοι από αγάπη και χαρά, προορισμένοι γιααγάπη και χαρά! Ως πότε θα καταδεχόμαστε να διαλέγουμε άλλους δρόμους;

Το «Χριστός Ανέστη!», το αδιανόητο της Ανάστασης, είναι η πιο χαρμόσυνη είδηση για το ανθρώπινο γένος! Είδηση που αν την αφήναμε να μας διαποτίσει, θα βλέπαμε τον κόσμον όλο με άλλα μάτια!

Όπως τον βλέπουν και τον ζούν οι άγιοι, οι δικαιοι, οι τρελαμένοι από Θεία Χαρη!

Κάθε τόσο τρελαινόμαστε κι από κάτι! Φαντάσου να τρελαθούμε από την ίδια τη Θεία τη Χάρη!! Τι άλλο να περιμένεις; Τι καλύτερο να προσδοκάς; Από τι μεγαλύτερο να ευφρανθείς;

Φαντάσου να γινόμαστε σιγά-σιγά σαν τον άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ και μυριάδες άλλους που καθρεφτίζουν το «Χριστός Ανέστη!», μέσα απ' τον τρόπο της ζωής τους!

Πειραματίσου να το καθιερώσεις ως χαιρετισμό, να δεις τι θα συμβαίνει εντός σου! Ναι, θα σε περάσουν για τρελό! Ο κόσμος, όλο για κάτι θα μας περνάει! Όλο κάτι θα μας προσάπτει ή θα μας ανεβάζει στα περιορισμένα «ουράνια» του. Δουλειά του. Όμως και δουλειά μας!!

Δες! Μόνον όσοι κατάφεραν να αποστασιοποιηθούν απ' τη γνώμη του κόσμου, απ τις προσπάθειές του να σε χειραγωγεί, αναπνέουν ΕΛΕΥΘΕΡΑ!

Ο Χριστός ήρθε να καταργήσει τις τάξεις, να βγάλει τη γλώσσα στις φοβίες που θεωρούμε πως μας προκαλούν οι άλλοι κι ο εαυτός μας!

Ήρθε να δείξει πως τη μια στιγμή λέμε πως θέλουμε να λουστούμε ολόκληροι από τα χέρια Του, (απόστολος Πέτρος), και την επόμενη τον απαρνιόμαστε, μην τύχει και χάσουμε την εύνοια του κόσμου!

Αλλά Αυτός είναι ο νικητής του κόσμου και του θανάτου μες στον οποίο ο κόσμος κινείται!

Να μια ωραία εκστρατεία λοιπόν! Διαδίδουμε συνεχώς την πιο χαρμόσυνη είδηση για το ανθρώπινο γένος, και διαποτιζόμαστε απ' την αιώνια, αξόδευτη χαρά της!


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!


...και τα πάντα πεπλήρωται Φωτός!!!




Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Κυριακή των Βαΐων




ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ BAlΩN

Ευλογημένος ο Ερχόμενος

(Εκείνος που έχει θρόνο τον ουρανό και υποπόδιο τη γη, ο γυιός του Θεού και ο Λόγος του ο συναΐδιος, σήμερα τα­πεινώθηκε και ήρθε στη Βηθανία απάνω σ' ένα που­λάρι. Και τα παιδιά των Εβραίων τον υποδεχθήκανε φωνάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς του Ισραήλ».

Οι πολέμαρχοι του κόσμου, σαν τελειώνανε τον πόλεμο και βάζανε κάτω τους οχ­τρούς τους, γυρίζανε δοξασμένοι και καθί­ζανε απάνω σε χρυσά αμάξια για να μπούνε στην πολιτεία τους. Μπροστά πηγαίνανε οι σάλπιγγες κι οι σημαίες κ' οι αντρειωμένοι στρατηγοί και πλήθος στρατιώτες σκεπα­σμένοι με σίδερα άγρια και βαστώντας φονικά άρματα γύρω σ' ένα αμάξι φορτωμένο με λογής λογής αρματωσιές και σπαθιά και κοντάρια παρμένα από το νικημένο έθνος.
Όλοι οι πολεμιστές ήτανε σαν άγρια θηρία σιδεροντυμένα, τα κεφάλια τους ήτανε κλει­δωμένα μέσα σε φοβερές περικεφαλαίες, τα χοντρά και μαλλιαρά χέρια τους ήτανε μα­τωμένα από τον πόλεμο, τα γερά ποδάρια τους περπατούσανε περήφανα και τεντωμέ­να, σαν του λιονταριού που ξέσκισε με τα νύχια του το ζαρκάδι και τανύζεται με μουγκρητά και φοβερίζει τον κόσμο. Ύστερα ερχότανε το χρυσό τ' αμάξι του πο­λεμάρχου, που καθότανε σ' ένα θρονί πλου­μισμένο μ' ακριβά πετράδια, περήφανος, ακατάδεχτος, φοβερός, που δεν μπορούσε να τον αντικρύσει μάτι δίχως να χαμηλώσει και βα­στούσε το τρομερό σκήπτρο του, που κάθε σάλεμά του ήτανε προσταγή, δίχως ν' ανοίξει τα στόμα του αυτός που το κρατούσε.
Άλο­γα ανήμερα, ήτανε ζεμένα σ' αυτά τ' αμάξι, με λουριά χρυσοκεντημένα με γαϊτάνια και περπατούσανε κι αυτά καμαρωτά και περή­φανα σαν τους ανθρώπους. Ένα κορίτσι έμορ­φο σαν νεράιδα, μεταξοντυμένο, βαστούσε ένα χρυσό στεφάνι απάνω από το κεφάλι του νικητή, κι άλλα κορίτσια κι αγόρια ρίχνανε λιβάνια κι άλλα μυρουδικά σε κάποια με­γάλα θυμιατήρια όμοια με μανουάλια.
Από πίσω έρχόντανε οι σκλάβοι άντρες και γυ­ναίκες κι όποιοι ήτανε άρρωστοι και λαβω­μένοι, τους σέρνανε και τους χτυπούσανε οι στρατιώτες. Όση δόξα είχανε αυτοί που πηγαίνανε μπροστά, άλλη τόση καταφρόνε­ση και δυστυχία είχανε όσοι ακολουθούσανε από πίσω. Αυτοί ήτανε δεμένοι με σκοινιά και μ' αλυσίδες, πολλοί πιστάγκωνα, κουρε­λιασμένοι, πληγιασμένοι, κίτρινοι σαν πεθα­μένοι από τα μαρτύρια κι από την αγρύ­πνια. Πολλοί ήτανε μισόγυμνοι κ' οι πλά­τες τους ήτανε μελανιασμένες από το βούνευρο. Ανάμεσά τους ήτανε γυναίκες, παρθέ­νες ντροπιασμένες, κλαμένες μανάδες με αθώα μωρά στην αγκαλιά τους, γρηές που βαστούσανε τα εγγόνια τους από το χέρι, όλες κατατρομαγμένες σαν τα αρνιά που τα πάνε στον μακελάρη. Γύρω ο κόσμος έκανε σαν τρελλός και φώναζε και δόξαζε τον νι­κητή κι από πολλά στόματα τρέχανε αφροί. Αλαλαγμός έβγαινε σαν καπνός απ' όλη την πολιτεία. Αυτή την παράταξη τη λέγανε «θρίαμβο».
Έναν τέτοιον θρίαμβο έκανε κι ο Χρι­στός σήμερα, ο άρχοντας της ειρήνης και της αγάπης. Μα, όπως τα άλλαξε όλα και τα έκανε ανάποδα απ’ ό,τι συνηθίζανε οι άνθρωποι, έτσι κι ο θρίαμβος που έκανε, ήτανε θρίαμβος της φτώχειας και της ταπεί­νωσης. Ο Ρωμαίος ύπατος ήτανε καθισμένος απάνω σε θρόνο και σε χρυσό αμάξι, μα ο Χριστός ήτανε καβαλικεμένος απάνω σ' ένα πουλάρι, σ' ένα γαϊδουρόπουλο, πούνε το πιο ταπεινό και καταφρονεμένο ανάμεσα στα ζώα.
Κι' ο ίδιος ήτανε ταπεινός, πράος, ήσυχος, φτωχοντυμένος, κατά την  προφητεία που έλεγε: «Είπατε τη θυγατρί Σιών· Ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι πράος και επιβεβηκώς επί όνον και πώλον, υιόν υποζυ­γίου». Το χέρι του δεν βαστούσε σκήπτρο, αλλά βλογούσε τον κόσμο. Από πόλεμο ερ­χότανε και κείνος, μα έναν πόλεμο πολύ δυσκολοκέρδιστον, πόλεμο καταπάνω στην κα­κία και στην ψευτιά και στην υποκρισία και στη φιλαργυρία. Και δεν πήγαινε να ξεκου­ραστεί απ’ αυτόν τον πόλεμο, αλλά πήγαινε ν' αρχίσει άλλον, πιο σκληρόν, και να στεφανωθεί μ' αγκαθένιο στεφάνι και να δαρθεί και να περιπαιχθεί και στο τέλος να καρφωθεί απάνω σ' ένα ξύλο σαν κακούρ­γος.
Δεν ήτανε τριγυρισμένος από αγριεμέ­νους υποταχτικούς, αλλά από άκακους ψα­ράδες, καταφρονεμένους σαν και κείνον. Κι ούτε έσερνε από πίσω του σκλάβους τυραννισμένους, αλλά ανθρώπους που τους ελευ­θέρωσε από τη σκλαβιά του διαβόλου και πεθαμένους που αναστηθήκανε από τη φωνή του. Σάλπιγγες και τούμπανα δεν φωνάζανε για να τον δοξάσουνε, αλλά παιδιά αθώα που συμβολίζανε την απλότητα που έχουνε οι χριστιανοί και που φωνάζανε «Ευλογη­μένος ο ερχόμενος» και κρατούσανε αντί για σημαίες και για μπαϊράκια κλαδιά πράσινα των δέντρων. Κλαδιά χλωρά και ρούχα στρώνανε χάμω για να πατήσει το γαϊ­δούρι και να περάσει. Κι αυτό το βλογημένο πήγαινε με σκυμμένο το κεφάλι, ταπεινό, ανήξερο, σηκώνοντας τον Χριστό που καθότανε πρωτύτερα απάνω στα τρομερά εξαφτέρουγα σεραφείμ που είναι από φωτιά. Δεν αξιώθηκε να τον σηκώσει κανένα χρυσό αμάξι, μητε άλογο άκριβοσελωμένο, μητε καμμιά κούνια που να τη βαστάνε αντρειω­μένοι βαστάζοι, αλλά τον σήκωνε το γαϊ­δούρι. Ποιο μάτι δεν δακρύζει άμα συλλο­γιστεί αυτό το μυστήριο!
Ο Χριστός ανα­ποδογύρισε όσα είχε για σωστά και για α­ληθινά ο αμαρτωλός ο άνθρωπος. Ποιος όμως είναι σε θέση να νοιώσει την ελευθερία που μας έφερε και να ακολουθήσει το που­λάρι με το σκοινένιο καπίστρι κι όχι τ' αφρισμένα τάλογα που χλιμιντράνε καμαρω­τά και να μη μπει στη Ρώμη με τα πολλά τα είδωλα, παρά να μπει μαζί με τον βασι­λιά της ειρήνης στην Απάνω Ιερουσαλήμ;
Πολλοί, που είναι σοβαροί άνθρωποι, θα πούνε πως δεν τα καταλαβαίνουνε αυτά και πως τα παιδιά παιδιακίζουνε κ' οι άντρες αντρειεύουνται. Τα ίδια λέγανε κ' οι αρχιε­ρείς κ' οι σπουδασμένοι. «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και γραμματείς τα θαύματα α εποίησε και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας: Ωσαννά τω υιω Δαυίδ, ηγανάκτησαν και είπον αυτώ: Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν; Ο δε Ιησούς λέγει αυτοίς: Ναι· ουδεποτε ανέγνωτε ότι «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον;» Και καταλιπών αυτούς εξήλθεν έξω της πό­λεως». Οι αρχιερείς κ' οι γραμματείς διαβάσανε τον ψαλμό του Δαυίδ που έλεγε πως θα προϋπαντήσουνε τον Χριστό τα νήπια και δεν πιστέψανε ωστόσο σ' αυτόν που υμνολογούσανε. Αμή εμείς που διαβάσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο και τον ψαλμό κι αυτά που είπε ο Χριστός στους Εβραίους, δεν θα κριθούμε πιο αυστηρά αν δεν τον πιστέψου­με; Η ματαιότητα κ' η περηφάνεια μάς κάνουνε να μην καταδεχόμαστε να παμε μαζί με τη φτωχή συνοδεία του, ντρεπόμα­στε να ακολουθήσουμε ένα αρχηγό που πάει καβαλικεμένος απάνω σ' ένα γαϊδούρι. Τα ταπεινά, τα φτωχικά, δεν τα θέλουμε. Μα μπορεί να γίνει χριστιανός όποιος δεν α­γαπά αυτά που αγάπησε ο Χριστός;
Χθες, Σάββατο, ανάστησε έναν πεθαμένο άνθρωπο, τον Λάζαρο. Ποιος ήτανε αυτός ο Λάζαρος; Κανένας επίσημος άνθρωπος, κανένας τρα­νός; Ο Λάζαρος ήτανε φτωχός, χωριάτης, κι όπως λέγει το Ευαγγέλιο, ήτανε φίλος του Χριστού, που είχε φίλους όλους τους ανθρώπους. Έναν φίλο σημειώνει το Ευαγ­γέλιο πως είχε ο Χριστός στον κόσμο, κι αυτός ήτανε φτωχός κι αγράμματος. Μα ποιος από μας αγαπά αυτή την πλούσια φτώχια του Χριστού; Απ' όπου λείπει ο Χριστός, εκεί είναι η φτώχια η αληθινή, όπως απ’ όπου λείπει ο Χριστός λείπει κ' η ζωή η αληθινή και βασιλεύει ο θάνατος. Αυτό θα το καταλάβεις καλώτατα αν γυρί­σεις και δεις γύρω σου κι ακουμπήσεις το κεφάλι σου και συλλογιστείς. Πού είναι εκείνοι οι Ρωμαίοι κ' οι παντοδύναμοι αφέν­τες που κάνανε τους θριάμβους οπού ιστορήσαμε πρωτύτερα; Τι γινήκανε κι αυτοί κι οι μυριάδες που τους προσκυνούσανε και που γονατίζανε μπροστά τους σαν τα καλά­μια που τα γέρνει ο βοριάς; Ποιος τους φέρ­νει στον νου του εξόν κάποιοι που γράφουνε τα ιστορικά εκείνου του καιρού; Κορμιά, ψυχές, θρονιά, διαμαντόπετρες, άλογα, περηφάνειες, φοβέρες, φωνές,   όλα  πέσανε σ' έναν λάκκο και χαθήκανε και σβύσανε σαν να μη γινήκανε ποτές. Και τι απόμεινε από όλα τούτα στις καρδιές των ανθρώπων; Τί­ποτα κι ακόμα πιο λίγο από τίποτα.  
Πλην ο άνθρωπος είναι άπιστος ακόμη και σ' αυτά που βλέπει και  σ' αυτά που πιάνει με τα χέρια του και τραβά τον δρόμο  που τραβή­ξανε και κείνοι  και σέρνει με  ευχαρίστηση το άρμα του Νέρωνα, γιατί  είναι   «νεύρον σιδηρούν ο τράχηλός του». Τ' αυτιά του εί­ναι σφαλιχτά σε Κείνον που λέγει:   «Εγώ ειμί Θεός πρώτος  και εις τα επερχόμενα εγώ ειμί. Εγώ  βοσκήσω  τα  πρόβατά μου και εγώ αναπαύσω  αυτά».  Εκείνος  που καθότανε απάνω στο γαϊδούρι, εκείνος είναι ζωντανός μέσα στις απλές ψυχές στον αιώνα κ' είναι για δαύτες θροφή, πηγή αθανασίας, χαρά και αγαλλίαση, κατά τον λόγο που λέ­γει : «Ευφρανθήσεται καρδία ζητούντων τον Κύριον». Ναι, όποιος ένοιωσε τη χαρά του Χριστού, είναι σαν τον πεθαμένο που αναστή­θηκε. Στον κόσμο υπάρχουνε πονεμένοι λογής λογής.   Όσοι πονάνε  στο   κορμί και στην ψυχή κι ο πόνος  τους  καθαρίζει και τους πηγαίνει στον Θεό, αυτοί είναι οι αγα­πημένοι του Χριστού  και  περπατάνε  στη στράτα του με το  φως του  το παρηγορη­τικό. Οι άλλοι υποφέρουνε άγονα.   Γι’ αυτό ο απόστολος Παύλος  γράφει  στους  Κορινθίους:   «Νυν  χαίρω,  ουχ ότι  ελυπήθητε, αλλ' ότι  ελυπήθητε  κατά  Θεόν,   ίνα  εν μηδενί ζημιωθήτε  εξ ημών.  Η γαρ κατά Θεόν λύπη μετάνοιαν  εις σωτηρίαν  αμεταμέλητον κατεργάζεται·  η  δε  του  κόσμου λύπη  θάνατον   κατεργάζεται».   Γι' αυτούς που ελπίζουνε   στον Θεό,  δεν  μετάλλαξε ο Χριστός τον άγονον ίδρωτά τους  σε ιδρώτα σωτηρίας, «ιδρώτα ιδρώτι», αλλά  θρηνούνε και πονάνε παντοτινά σαν τους  ειδωλολάτρες, σφαζόμενοι με τα μαχαίρι της μοίρας. Γι' αυτούς δεν άλλαξε ο Χριστός τον ιδρώτα της αγωνίας τους σε ιδρώτα της προσευχής και της ελπίδας. Όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό και στο Ευαγγέλιο, είναι πεθαμένος, αφού δεν υπάρχει αληθινή ζωή μέσα του. Γιατί ζωή δεν θα πει να ανασαίνεις και να περπατάς και να τρως  και να πίνεις, αλλά να νοιώθεις τη χάρη της αθανασίας. Τότε θα μπορείς να ψάλεις μαζί με τον υμνωδό τούτο το εξαίσιο απολυτίκιο:

«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός. Όθεν και ημείς, ως οι παίδες, τα της νίκης σύμβολα φέροντες, σοι τω νικητή του θανάτου βοώμεν. Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυ­ρίου».

ΚΙΒΩΤΟΣ
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΕΤΟΣ Β’ ΜΑΡΤΙΟΣ 1953 ΑΡΙΘ. ΦΥΛΛΟΥ 15

Κυριακή των Βαΐων

Ιω. 12, 1-18

“Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ”. Με αυτή την επευφημία υποδέχεται σήμερα ο λαός τον Χριστό, που εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα, καθισμένος επάνω σε ένα πουλάρι όνου. Τον υποδέχονται ως θριαμβευτή και ως βασιλέα, στρώνοντας στο διάβα Του τα ενδύματά τους και κρατώντας στα χέρια τους κλαδιά από φοίνικες, το σύμβολο της νίκης. Τον υποδέχονται ως απεσταλμένο του Θεού, που φέρει την ελπίδα στον ταλαιπωρημένο λαό, και τη βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν τους έχει εγκαταλείψει.

Παρά όμως τις επευφημίες και την μεγάλη αλήθεια που ομολογούν υποδεχόμενοι τον Κύριο, οι εκδηλώσεις τους αυτές είναι επιφανειακές και δεν προέρχονται από την πίστη ότι όντως ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού. Ο κύριος λόγος για την κοσμοσυρροή και την θριαμβευτική υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, είναι το θαύμα που προηγήθηκε, αυτό της ανάστασης του τετραήμερου Λαζάρου, όπως τονίζει ρητά ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Γι΄ αυτό και σύντομα, στις επόμενες μέρες, και το θαύμα θα ξεχαστεί, και οι ζητωκραυγές θα κοπάσουν, και ο ενθουσιασμός του όχλου θα μεταβληθεί σε οργή, και το “εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου” θα αντικατασταθεί με το “ἄρον, ἄρον, σταύρωσον αὐτόν”.
Και δεν είναι η πρώτη φορά που οι εβραίοι, βλέποντας ένα θαύμα του Χριστού, σπεύδουν να Τον ονομάσουν βασιλέα τους. Όταν στο Όρος των Ελαιών χόρτασε τα πλήθη με πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, τότε αμέσως θέλησαν να Τον ανακηρύξουν βασιλέα (Πρβ. Ιω. 6, 1-15), όχι επειδή με το θαύμα που έκανε πίστεψαν ότι είναι όντως ο Υιός του Θεού, αλλά γιατί χωρίς αυτοί να κοπιάσουν, θα τους εξασφάλιζε το καθημερινό τους φαγητό. Κατά τον ίδιο τρόπο και σήμερα, έκθαμβοι από το μέγεθος του θαύματος της ανάστασης του Λαζάρου, Τον υποδέχονται ως βασιλέα αήττητο, που θα τους λυτρώσει από την ρωμαϊκή τυραννία. Και όταν πλέον Τον δουν παραδομένο στον Πιλάτο και ανίσχυρο να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, θα Τον απορρίψουν και θα ζητήσουν την καταδίκη Του.
Υποδεχόμαστε κι εμείς σήμερα τον Ιησού, θριαμβευτή του θανάτου, να εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα. Όχι για να αναλάβει κοσμική δόξα και εξουσία, αλλά για να παραδοθεί στους σταυρωτές Του και να θυσιαστεί για την σωτηρία του κόσμου. Τον υποδεχόμαστε γνωρίζοντας καλά ότι είναι ο βασιλεύς της ζωής και ο νικητής του θανάτου, ο Αναστάς Κύριος και Θεός μας. Φέρουμε στα χείλη μας κι εμείς το “Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου”, όχι επειδή προσδοκούμε να λάβουμε κάτι φθαρτό και επίγειο, αλλά γιατί ζούμε μέσα στη βεβαιότητα της Αναστάσεως και επειδή πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, που μας απάλλαξε από τη δουλεία της αμαρτίας και από την τυραννία του διαβόλου.
Η ανάσταση του Λαζάρου και η δική Του Ανάσταση οριοθετούν και σηματοδοτούν την εβδομάδα του Πάθους Του. Τον προσκυνούμε σήμερα ως νικητή και μέχρι το Μέγα Σάββατο κλίνουμε ευλαβικά τον αυχένα της ψυχής μας μπροστά στο μεγαλείο της Άκρας Ταπεινώσεώς Του και της αγάπης Του προς τον άνθρωπο. Γι αυτό και την Μεγάλη Πέμπτη, μπροστά στον Εσταυρωμένο θα ψάλουμε: “προσκυνοῦμεν σου τά Πάθη, Χριστέ, δεῖξον ἡμῖν καί τήν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν”.
“Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου”, είναι η ιαχή και το σύνθημα της σημερινής ημέρας. Με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να υποδεχόμαστε το Χριστό στη ζωή μας, κάθε ημέρα που ανατέλλει. Γιατί όντως είναι ο απεσταλμένος του Θεού στη γη, ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο μόνος που μπορεί να δώσει νόημα, ελπίδα και χαρά στην ζωή μας, ο μόνος που μπορεί να μας αποσπάσει από τα γήινα και τα εφήμερα και να μας οδηγήσει στα επουράνια και στα αιώνια.
Οι πειρασμοί στη ζωή μας είναι πολλοί, και ο μεγαλύτερος όλων είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό, η αποδυνάμωση της πίστεώς μας. Όταν εκλείψει η πίστη μας, τότε δυστυχώς δεν διαφέρουμε σε τίποτα από τον οργισμένο όχλο, που απορρίπτει τον Θεό και βάλλει εναντίον Του. Σε αντίθεση όμως με τους εβραίους, εμείς έχουμε ενώπιόν μας το γεγονός της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου μας, και την βεβαιότητα της νίκης επάνω στον θάνατο και ενάντια σε κάθε δύναμη που αντίκειται στον Θεό.
Ας κρατήσουμε επομένως άσβεστη τη σημερινή χαρά και ας υποδεχτούμε τον Χριστό αληθινά ως βασιλέα και Θεό, γνωρίζοντας ότι όπως μετά το Πάθος Του ακολούθησε η Ανάστασή Του, έτσι ακριβώς και μετά από τον σταυρό που καλούμαστε στη ζωή μας να σηκώσουμε, αν δεν ολιγοπιστήσουμε και δεν Τον αρνηθούμε, θα επακολουθήσει και η δική μας, προσωπική Ανάσταση.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Σάββατο του Λαζάρου σήμερα - Μέρα Θανάτου και Ζωής!!


Το Σάββατο του Λαζάρου θεωρείται μέρα του θανάτου και της ζωής.




Σε κάποια χωριά μάλιστα οι αγρότες δεν μαζεύουν τη σοδιά τους γιατί φοβούνται ότι οι καρποί της γης φέρουν τον θάνατο μέσα τους. O Λάζαρος είναι μια μορφή που εμπνέει σεβασμό στον ελληνικό λαό.

Παλιότερα οι εκδηλώσεις εορτασμού ήταν πολλές και ποικίλες, ωστόσο σήμερα έχουν λησμονηθεί ως επί το πλείστον.
Για παράδειγμα τα κάλαντα του Λαζάρου τραγουδιούνται σε ελάχιστες περιοχές, ενώ παλιότερα ήταν από τα πιο ζωντανά έθιμα και έδιναν ιδιαίτερο τόνο στις μικρές κοινωνίες.
Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία και τα τραγουδούσαν κοπέλες διαφόρων ηλικιών ακόμα και κορίτσια τις παντρειάς που ονομάζονταν “Λαζαρίνες”.
Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια έξω από τα χωριά για να μαζέψουν λουλούδια που με αυτά θα στόλιζαν το καλαθάκι τους την άλλη μέρα ντυμένες με τοπικές ενδυμασίες φορώντας ειδική στολή.
Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.

Σε πολύ λίγες περιοχές της χώρας τραγουδιούνται σήμερα τα Λαζαριάτικα κάλαντα. Τα λόγια του τραγουδιού άλλοτε αναφέρονται στην ανάσταση του Λαζάρου και είναι συνήθως μέτρια στιχουργήματα και άλλοτε πάλι αποτελούν παινέματα προσώπων που αγγίζουν τα όρια υψηλής ποιητικής δημιουργίας.

Τα έθιμα του Λαζάρου στα χρόνια της σκλαβιάς είχαν κοινωνική σκοπιμότητα

Στις γυναίκες και ιδίως στα νέα κορίτσια που δεν έβγαιναν συχνά έξω από το σπίτι επειδή τα ήθη της εποχής και ο φόβος της αρπαγής τους από τους Τούρκους τις περιόριζαν, δίνονταν κάποιες ελευθερίες: γίνονταν αλληλογνωριμίες και νυφοδιαλέγματα και σε λίγο καιρό ακολουθούσαν τα προξενιά, τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι.

Έθιμα από διαφορετικά μέρη της Ελλάδας

0 λαός γιορτάζει την πρώτη Λαμπρή, την “Έγερση” του φίλου του Χριστού, του “αγέλαστου” Λάζαρου.
Ο φόβος και ο τρόμος για όσα γνώρισε στον άλλο κόσμο άφησαν τόσο βαθιά σημάδια στην ψυχή του Λάζαρου που, λέει η παράδοση, μετά την Ανάσταση του δε γέλασε παρά μόνο μια φορά.
Είδε κάποιον χωρικό στο παζάρι να κλέβει μια στάμνα και να φεύγει κρυφά.
“Βρε τον ταλαίπωρο, είπε. Για ιδές τον πώς φεύγει με το κλεμμένο σταμνί.
Ξεχνάει ότι κι αυτός είναι ένα κομμάτι χώμα, όπως και το σταμνί. Το ʽνα χώμα κλέβει τʼ άλλο. Μα δεν είναι να γελούν οι πικραμένοι;” και χαμογέλασε.

Στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας για να απεικονίσουν την Ανάσταση του Λάζαρου, να συμβολίσουν δηλαδή τη Νίκη του Χριστού απέναντι στο θάνατο, αλλά παράλληλα και για να υποδηλώσουν την ανάσταση της φύσης, έφτιαχναν ένα ομοίωμα του Λάζαρου.

Την παραμονή της γιορτής ή, σε πολλά μέρη, ανήμερα την “πρώτη Λαμπρή”, τα παιδιά, κρατώντας το “Λάζαρο”, έκαναν τους αγερμούς τους. Γύριζαν στα σπίτια και τραγουδούσαν τα “λαζαρικά”, για να διηγηθούν την ιστορία του αναστημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους. Στην Ήπειρο μάλιστα, στις κτηνοτροφικές περιοχές, χτύπαγαν ταυτόχρονα και μεγαλοκούδουνα.

“Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.
Του χρόνου πάλι να ʽρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει.”


Τα “λαζαρικά” από τόπο σε τόπο έχουν πολλές παραλλαγές.

Στη Στερεά Ελλάδα, τη Μακεδονία και τη Θράκη στο έθιμο έπαιρναν μέρος μόνο κορίτσια, οι “Λαζαρίνες” ή “Λαζαρίτσες”, έτσι εύρισκαν την ευκαιρία να γίνουν γνωστές και σαν υποψήφιες νύφες. Για “Λάζαρο” βαστούσαν έναν ξύλινο κόπανο για τα ρούχα, τυλιγμένο με παρδαλά κομμάτια από πανιά, ίδιο μωρό.

Σε άλλα μέρη πάλι έντυναν με χτυπητά πολύχρωμα υφάσματα μια ρόκα, μια κούκλα, έναν καλαμένιο σταυρό και τα στόλιζαν με κορδέλες και λουλούδια.

Στη Σκύρο έπαιρναν την τρυπητή κουτάλα, “τη σιδεροχουλιάρα”. Έβαζαν σε κάθε τρύπα και από ένα άσπροπούλι -άσπρη μαργαρίτα- ένα κόκκινο γαρίφαλο για στόμα και σχημάτιζαν το πρόσωπο. Έδεναν σταυρωτά πάνω στην κουτάλα ένα ξύλο, για να κάνουν τα χέρια, της φορούσαν και ένα πουκαμισάκι ή ένα μωρουδίστικο ρούχο και ο “Λάζαρος” ήταν έτοιμος.
Γύριζαν τα παιδιά από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά, λεφτά ή ό,τι άλλο είχαν. Πάντα όλοι κάτι έβρισκαν να δώσουν. Κι όταν θέλαν για κάποιον να πούνε πως ήταν τσιγκούνης έλεγαν: “Ποτέ του αυγό δεν έδωσε, ούτε τʼ αγίου Λαζάρου!”
Σε μερικά μέρη τη θέση του “Λάζαρου” έπαιρνε ένα καλάθι στολισμένο με λουλούδια και με πολύχρωμες κορδέλες.

Στην Κρήτη έκαναν έναν ξύλινο σταυρό και τον στόλιζαν με ορμαθούς από λεμονανθούς και αγριόχορτα με κόκκινα λουλούδια, τις μαχαιρίτσες.

Στην Κύπρο συναντάμε το έθιμο της αναπαράστασης, στην αρχαιότερη μορφή του. Ο θεός πεθαίνει στην ακμή της νιότης του και αμέσως ανασταίνεται, όπως ο Άδωνης στους αρχαίους Έλληνες. Έντυναν ένα παιδί με κίτρινα λουλούδια, έτσι ώστε ούτε το πρόσωπο του δε φαινόταν. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν, όταν άρχιζαν τα άλλα παιδιά να τραγουδούν, ξάπλωνε και υποκρινόταν το νεκρό, όταν όμως έλεγαν το “Λάζαρε δεύρο έξω” σηκωνόταν.

Το ίδιο έθιμο συναντάμε και στην Κω. Το παιδί που αναπαριστούσε το Λάζαρο, τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, ήταν και αυτό στολισμένο με κίτρινα λουλούδια. Αμοιβή της παρέας για την αναπαράσταση τα αυγά για το δάσκαλο. Τα πιο μεγάλα παιδιά, οι “πρωτόσχολοι”, έπαιρναν την εικόνα του Λάζαρου, την έβαζαν πάνω σε μια ειδική κατασκευή που στόλιζαν με δεντρολίβανο -ήταν, λέει, η Βηθανία, η πατρίδα του- και γύριζαν στις στάνες. Οι βοσκοί τους φίλευαν αυγά, τυριά και μυζήθρες για τις λαμπρόπιτες.
Για την ψυχή του Λάζαρου οι γυναίκες ζύμωναν ανήμερα το πρωί ειδικά κουλούρια, τους “λαζάρηδες”, τα “λαζαρούδια” ή και “λαζαράκια”. “Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις” έλεγαν, μια και ο αναστημένος φίλος του Χριστού πίστευαν πως είχε παραγγείλει: “Όποιος ζυμώσει και δε με πλάσει, το φαρμάκι μου να πάρει…”

Στα “λαζαράκια” έδιναν το σχήμα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς παριστάνεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Όσα παιδιά είχε η οικογένεια τόσους “λαζάρηδες” έπλαθαν και στη θέση των ματιών έβαζαν δυο γαρίφαλα.

Στην Κω οι αρραβωνιασμένες θα έφτιαχναν ένα λαζαράκι σε μέγεθος μικρού παιδιού, γεμισμένο με χίλια δυο καλούδια και κεντημένο σχεδόν σαν τις κουλούρες του γάμου, για να το στείλουν στο γαμπρό. Τα “λαζαρούδια” πολλές νοικοκυρές τα γέμιζαν με αλεσμένα καρύδια, αμύγδαλα, σύκα, σταφίδες, μέλι, πρόσθεταν πολλά μυρωδικά και τα παιδιά ξετρελλαίνονταν να τα τρώνε ζεστά.


Καλαθάκια και κάλαντα παρουσίασαν οι Λαζαρίνες στα Τρίκαλα
Τα έθιμα του Λαζάρου, τα ολοστόλιστα καλαθάκια, και τα ιδιαίτερα κάλαντα αυτής της μέρας, παρουσίασαν οι Λαζαρίνες από την πόλη και την περιοχή των Τρικάλων, σήμερα, στο Πνευματικό Κέντρο του δήμου Τρικκαίων, όπου πραγματοποιήθηκε η εκδήλωση «Λαζαρίνες 2011».

Την εκδήλωση διοργανώνουν κάθε χρόνο ο Πολιτιστικός Οργανισμός του δήμου Τρικκαίων και ο Σύλλογος Φίλων Λαογραφικού Μουσείου Τρικάλων, με σκοπό τη συνέχιση του εθίμου των λαζαρινών αγερμών.

Οι Λαζαρίνες "διαγωνίζονται", είτε ατομικά, είτε ομαδικά, έχοντας καλάθια, κατασκευασμένα με φυσικά υλικά και στολισμένα με φυσικά λουλούδια, και τραγουδώντας ένα από τα παραδοσιακά κάλαντα της εορτής. Σε όλα τα παιδιά προσφέρονται τα παραδοσιακά φιλέματα (καρύδια, αυγά, ξερά σύκα, καραμέλες), λαζαράκια (ψωμένια ανθρώπινα ομοιώματα) και ενθύμια συμμετοχής. Βραβεύονται τα τρία ωραιότερα καλάθια, τα τρία σπανιότερα παραδοσιακά τραγούδια και οι τρεις καλύτερες συνολικές παρουσίες (καλάθι και τραγούδι).

Στη Θεσσαλία, τα κάλαντα του Λαζάρου τα τραγουδούν μόνο κορίτσια, οι «Λαζαρίνες». Ντυμένες με ωραίες φορεσιές και κρατώντας καλάθια, στολισμένα με λογής-λογής ανοιξιάτικα λουλούδια, γυρίζουν όλα τα σπίτια. Το έθιμο, καθώς τελείται μέσα στην καρδιά της Άνοιξης, πέρα από τα θρησκευτικά μηνύματα που μεταδίδει, συμβολίζει και την αναγέννηση της φύσης. Οι Λαζαρίνες, επίσης, συμβολίζουν την αναγέννηση και συνέχιση της ίδιας της παραδοσιακής κοινωνίας, αφού είναι οι κοπέλες-μελλοντικές νύφες, που θα αναλάβουν μέσα από το γάμο και την απόκτηση παιδιών να ανανεώσουν και να συνεχίσουν την παραδοσιακή κοινωνία.


Έθιμο «Λαζαρίνες» Σάββατο του Λαζάρου στη Λευκοπηγή Κοζάνης
Οι Λαζαρίνες στις 12 το μεσημέρι συγκεντρώνονται στο κονάκι, το σπίτι που επιλέγουν για να γίνει το γλέντι τους, το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου. Εκεί αφού φάνε για μεσημέρι όλες μαζί, ξεκινούν για τα σπίτια του χωριού.
Πρώτα στον παπά, μετά στον Πρόεδρο, στην εκκλησία της Παναγίας στα μνήματα και ύστερα σʼ όλα τα σπίτια της Λευκοπηγής, όπου τραγουδούν διάφορα λαζαριάτικα τραγούδια ανάλογα με την επιθυμία του κάθε νοικοκύρη, ενώ η νοικοκυρά βάζει από ένα άσπρο αυγό στο καλάθι των Λαζαρίνων .
Όταν τελειώσουν, γύρω στις 4:30 το απόγευμα, όλα τα μπλίκια των λαζαρίνων μαζεύονται στην πλατεία όπου στήνεται ο τρανός χορός (Λαζαριάτικος) με λαζαριάτικα τραγούδια.
Στην πλατεία υπάρχουν στρωμένα τραπέζια με λαζαριάτικες πίτες, κρασιά και εδέσματα που προσφέρονται για όλο τον κόσμο.
Παλιότερα, οι νέοι του χωριού και οι πεθερές διάλεγαν τις νύφες από τα κορίτσια , τις Λαζαρίνες, που χόρευαν στον τρανό χορό (νυφοδιαλέγματα).
Στη συνέχεια μετά τον τρανό χορό, οι Λαζαρίνες μοιράζουν τη λαζαρόπιτα στα δικά τους σπίτια και αφού ξεκουραστούν δίνουν ραντεβού για το βράδυ στο κονάκι για γλέντι με τραγούδια, παιχνίδια και χορό, μέχρι το πρωί.


ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ
Στην παλιά Κέρκυρα, ένας άνθρωπος συνήθιζε να φορά μια κόκκινη μπλούζα, που έδενε στη μέση του με ένα κορδόνι από πολύχρωμες κορδέλες. Στα χέρια του κράταγε ένα κοντάρι στην κορυφή του οποίου υπήρχε ένα πρόσωπο, σκαλισμένο σε ξύλο, που παρίστανε το Λάζαρο. Επάνω στο κοντάρι είχε κρεμασμένα διάφορα στολίδια (ψεύτικα μαργαριτάρια, μαντήλια, κορδέλες, κούκλες κλπ). Μαζί του και δυο οργανοπαίχτες που τον συνόδευαν να πει τα Κάλαντα του Λαζάρου. Πήγαιναν λοιπόν στα σπίτια και τα μαγαζιά και εισέπρατταν χρήματα.
Απαραιτήτως όλοι αγόραζαν κάτι από αυτά που είχε κρεμασμένα στο κοντάρι, αφού τα θεωρούσαν σαν φυλακτά, που κρέμαγαν στο προσκεφάλι τους.
Αργότερα το έθιμο συνεχίστηκε από ομάδες μουσικών και από παιδιά, που έπαιζαν ή τραγουδούσαν αυτά τα κάλαντα. Το έθιμο σιγά σιγά ατόνησε και είχε ξεχαστεί. Αναβιώνει τα τελευταία χρόνια από το Φορέα Κορφιάτικης Έκφρασης, στο Ιστορικό Κέντρο της πόλης μας, στις 11 το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου.

Ακολουθεί μια από τις πολλές εκδοχές αυτών των καλάντων, όπως τα τραγουδούν ακόμη και σήμερα στο χωριό Επίσκεψη:

Με τον ορισμό λόγο να πούμε και το Λάζαρο να διηγηθούμε
Καλησπέρα σας καλή βραδία, ήρθε ο Λάζαρος με τα Βαϊα
Αν κοιμόσαστε να ασκωθείτε και αν κάθεστε ν' αφρικαστείτε.
Αγρικήσατε μεγάλο θαύμα, όπου έγινε δαιμόνων τραύμα.
Πήγεν ο Χριστός στη Βηθανία διότι εκεί ήταν πολύ απιστία.
Όσοι έμαθαν τον ερχομό του, όλοι τρέξανε στον ορισμό του.
Όλοι τρέξανε μικροί, μεγάλοι, όλοι Χριστιανοί Εβραίοι κι άλλοι
Καβαλίκεψε εις πώλου όνο, έτσι έμελλε τούτο το χρόνο
Και τα νήπια παιδιά Εβραίων, δια την πομπή των Ιουδαίων.
Άλλοι έκοβαν κλάδους και Βάϊα, συντηνέχοντες τα λόγια τα Άγια.
Άλλοι έλεγαν ευλογημένος ο ερχόμενος και κηρυγμένος.
Τότε ο Χριστός εμπρός κινάει και ο λαός τον ακλουθάει.
Τότε τρέξανε Μάρθα, Μαρία, γιατί ήτανε μεγάλη χρεία.
Πού είναι ο Λάζαρος, πού είν' ο αδερφός μου, πού είν' ο φίλος μου και ξάδερφός μου;
Λέγουν Λάζαρος είν' πεθαμένος, τετραήμερος στη γη θαμμένος.
Λέγει πάμετε να τον ιδούμε και στον τάφο του να λυπηθούμε.
Πάτησε ο Χριστός στην πλάκα επάνω, «Δεύρο Λάζαρε, σήκω επάνω».
Κι ώ του θαύματος η γη εταράχθη και ο Λάζαρος ορθός εστάθη.
Πού ήσουν Λάζαρε, πού'σαι αδερφέ μου, πού ήσουν φίλε μου και γνώριμέ μου;
Δώστε μου να πιω λίγο νεράκι, τι είν' το στόμα μου πικρό φαρμάκι.
Είν' τ' αχείλι μου είν' μαραμένο και από τη γη φαρμακωμένο.
Δώστε μου να πιω να σας μιλήσω και το θάνατο να λησμονήσω.
Ήμουνα βαθιά στη γη θαμμένος και με τους νεκρούς ανταμωμένος.
Τι είν' ο θάνατος που περιμένει κάθε άνθρωπο στην Οικουμένη.
Τώρα ευχόμεθα καλήν υγεία, Καλή Ανάσταση και ευτυχία.

Χρόνους Πολλούς

Ανάσταση του Λαζάρου


Lazarou01

Εορτάζει 8 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα.

Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.

Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα.

Λίγες μέρες πρό του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί.

Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω.

Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.

Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα.

Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγές έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)

Η αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ. και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».

Το έτος 890μ.Χ. μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ

Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.

Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.

Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος α’.

Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάϊα και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις, τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι, καὶ γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον

Ἤγειρας Σωτήρ μου ἐκ τῶν νεκρῶν, Λάζαρον σὸν φίλον, τετραήμερον ὡς Θεός· ὅθεν Ἰουδαίων, ἐξέστησαν οἱ δῆμοι, τῆς δόξης σου Σωτήρ μου, τὸ μεγαλούργημα.


Οπτικοακουστικό Υλικό




Ακούστε το απολυτίκιο!



Ανάσταση του Λαζάρου – Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής, Λαρίσης (http://www.panagialarisis.gr)



Η έγερση του δικαίου Λαζάρου. 16ος αι. Ι.Ναός Ευαγγελισμού, Βερατίου Αλβανίας


Ανάσταση του Λαζάρου


Ανάσταση του Λαζάρου


Άγιος Λάζαρος

Πηγή:saint.gr

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Οι Τρεις Ιεράρχες — Οι ασυμβίβαστοι

Οι Τρεις Ιεράρχες πρώτευσαν σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής. Κατέκτησαν με τον προσωπικό τους αγώνα και την βοήθεια της θείας Χάριτος τις κορυφές της αγιότητος και καλούσαν τους πιστούς να ανεβαίνουν στις ωραίες πνευματικές αναβάσεις.

Άσκησαν στον ύψιστο βαθμό την φιλανθρωπία και ανακούφισαν τον πόνο χιλιάδων αναξιοπαθούντων.

Δίδασκαν καθημερινά τους πιστούς αναλύοντάς τους τις θεόπνευστες αλήθειες της Πίστεώς μας και διαφωτίζοντάς τους για τα μεγάλα θέματα, που απασχολούν την ψυχή κάθε ανθρώπου.

Καθόρισαν συστηματικά την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, για να μπορούν να λατρεύουν οι πιστοί θεάρεστα τον Κύριο.

Συνέγραψαν θαυμάσια συγγράμματα, τα οποία ξεπέρασαν τη φθορά του χρόνου και ισχύουν και για τις μέρες μας. Ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι με τα συγγράματά τους οι Τρεις Ιεράρχαι «απετελέσαν εποχήν λόγου νέαν, μεγάλην και ένδοξον διά το ανθρώπινον γένος» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 2ος, μέρος Β’ σελ. 1, 6).

Πολύ εύστοχα ελέχθη γι’ αυτούς ότι ήταν «εύγλωττοι κατά τον λόγον, ευγλωττότεροι κατά τον βίον, ευγλωττότατοι κατά τον θάνατον».

Βασικό στοιχείο της αγιότητος και των τριών είναι ότι ήταν ασυμβίβαστοι με το κακό, την αμαρτία και την αίρεση. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και της διπλωματίας. Προτιμούσαν να χάσουν τη θέση τους και αυτή τη ζωή τους, παρά να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. Δε σκέφτηκαν ποτέ εάν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή σοφοί διάφοροι ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη και ζωή αψηφώντας τις συνέπειες.

Εμείς, έπαρχε Μόδεστε, είπε στον απεσταλμένο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη ο Μ. Βασίλειος, είμαστε ήρεμοι και πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό, «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» δεν υπολογίζουμε τίποτε, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς». Να τα πεις και να τ’ ακούσει αυτά κι ο βασιλιάς (PG 36, 561).

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν καταπατήσει αυτοί, και ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες επισκόπου αμφισβήτησαν την εκλογή του, παρητήθη αμέσως. Δε θέλησε να έλθει σε συμβιβασμούς με μοχθηρούς ανθρώπους. Παρητήθη και από την προεδρία της Β’ Οικουμενικής Συνόδου και από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Αντί της θέσεως προτίμησε την ακεραιότητα και το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του. Δεν γνώριζε τους διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι», να μη παρασύρεται και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).
Και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς, οι οποίοι είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δεν εδίστασε να ελέγξει και την αυτοκράτειρα για τη ζωή της. Δεν συμβιβάστηκε μαζί της. Γι’ αυτό και εξορίστηκε και πέθανε εξόριστος μέσα σε αφάνταστες κακουχίες, με πνεύμα όμως απτόητο και αδούλωτο. Χαρακτηριστικό του γενναίου και ασυμβίβαστου φρονήματός του βλέπουμε στην ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία:«Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν· ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται· ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427).

Τέτοιους άγιους, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό και την αίρεση εκκλησιαστικούς ηγέτες χρειαζόμαστε και σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.

“Η Δράσις μας”, τεύχος 465, Ιανουάριος 2009

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


Ἡ αἰτία γιά τήν εἰσαγωγή τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στήν Ἐκκλησία εἶναι τό ἑξῆς γεγονός: Κατά τούς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, ὁ ὁποῖος διαδέχτηκε στή βασιλική ἐξουσία τόν Βοτανειάτη, ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη φιλονικία ἀνάμεσα σέ λόγιους καί ἐνάρετους ἄνδρες. Ἄλλοι θεωροῦσαν ἀνώτερο τόν Μέγα Βασίλειο, χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα καί ὑπέροχη φυσιογνωμία, ἀφοῦ μέ τίς ὁμιλίες του ἐρεύνησε σέ βάθος τή φύση τῶν ὄντων, μέ τίς ἀρετές του ἁμιλλοῦνταν μέ τούς ἀγγέλους, δέν συγχωροῦσε πρόχειρα καί εὔκολα τούς ἁμαρτάνοντες καί ἀφοῦ κατά τό ἦθος ἦταν σοβαρός καί δέν εἶχε τίποτε τό γήνινο. Τόν θεῖο Χρυσόστομο τόν ὑποβίβαζαν, μέ τήν αἰτιολογία ὅτι, σέ ἀντίθεση πρός τόν Μέγα Βασίλειο, συγχωροῦσε τούς ἁμαρτάνοντες εὔκολα, χωρίς τόν ἐπιβαλλόμενο ἔλεγχο.

Ἄλλοι τοποθετοῦσαν ψηλά τόν θεῖο Χρυσόστομο καί τόν θεωροῦσαν ἀνώτερο ἀπό τόν Μέγα Βασίλειο καί τόν Γρηγόριο μέ τήν αἰτιολογία, ὅτι ἦταν πιό συγκαταβατικός στίς διδασκαλίες του, ὅτι μέ τήν ὡραία καί σαφή διατύπωση τῶν νοημάτων καί σκέψεών του καθοδηγοῦσε ἀποτελεσματικά τούς ἀνθρώπους καί τούς προσέλκυε στή μετάνοια, ὅτι εἶχε συγγράψει πλῆθος μελίρρυτους λόγους καί ὅτι διακρινόταν γιά τή ρητορική του δεινότητα.

Καί, τέλος, ἄλλοι προκείμενοι στό Γρηγόριο τό Θεολόγο, θεωροῦσαν αὐτόν ἀνώτερο ἀπό τούς δύο ἄλλους, δηλαδή ἀπό τόν Βασίλειο καί τόν Χρυσόστομο. Καί τοῦτο, γιατί, ὅπως ἔλεγαν, μέ τήν κομψή καί ποικιλμένη φράση του, τούς βαθυστόχαστους λόγους του καί τό γοητευτικό καί πλούσιο λεξιλόγιό του ὑπερέβη ὅλους τούς ξακουστούς γιά τήν ἑλληνική παιδεία καί φιλοσοφική συγκρότηση καί ὅλους τούς διακρινόμενους γιά τήν ἐκκλησιαστική παιδεία καί θεολογική κατάρτιση.

Ἡ φιλονικία αὐτή εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά διαιρεθοῦν τά πλήθη τῶν χριστιανῶν καί ἄλλοι ὀνομάζονταν Ἰωαννίτες, ἄλλοι Βασιλεῖτες καί ἄλλοι Γρηγορίτες.

Γύρω λοιπόν ἀπό τά ὀνόματα αὐτά συνεχιζόταν ἡ φιλονικία καί κάθε ὁμάδα ἔμενε σταθερή στή θέση της. Μετά ἀπό χρόνια ὅμως ἐμφανίστηκαν οἱ μέγιστοι αὐτοί Ἱεράρχες, πρῶτα καθένας χωριστά καί στή συνέχεια καί οἱ τρεῖς μαζί, στόν Ἰωάννη, τόν ἐπίσκοπο τῆς πόλεως Εὐχαΐτων, κάποια ὥρα πού ἑρμήνευε ἱερά κείμενα. Ὁ Ἰωάννης εἶχε μεγάλη θεολογική κατάρτιση, ἀλλά καί γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ὅπως φαίνεται ἀπό τά συγγράμματά του. Εἶχε φτάσει, ἐπίσης, στό ἄκρο τῆς ἠθικῆς τελειότητας. Ἐμφανίστηκαν, λέγω, στόν Ἰωάννη - καί ἐμφανίστηκαν στ' ἀλήθεια, ὄχι σέ ὄνειρο - καί τοῦ εἶπαν: "Ἐμεῖς, ὅπως βλέπεις, εἴμαστε ἕνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί δέν ὑπάρχει καμιά ἀντίθεση οὔτε ἀντιδικία ἀνάμεσά μας. Ὅμως, κάτω ἀπό τίς ἰδιαίτερες χρονικές συγκυρίες καί περιστάσεις πού βρέθηκε καθένας μας, κινούμενοι καί καθοδηγούμενοι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, γράψαμε σέ συγγράμματα, καί μέ τόν τρόπο του ὁ καθένας, διδασκαλίες πού βοηθοῦν τούς ἀνθρώπους νά βροῦν τό δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἐπίσης, τίς βαθύτερες θεῖες ἀλήθειες, στίς ὁποῖες μπορέσαμε νά διεισδύσουμε μέ τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τίς συμπεριλάβαμε σέ συγγράμματα πού ἐκδώσαμε. Καί ἀνάμεσά μας δέν ὑπάρχει οὔτε πρῶτος οὔτε δεύτερος· ἀλλά, ἄν εἰπεῖς τόν ἕνα, συμπορεύονται δίπλα του καί οἱ δύο ἄλλοι. Σήκω λοιπόν καί δῶσε ἐντολή στούς φιλονικοῦντες νά σταματήσουν τίς ἔριδες καί νά παύσουν νά χωρίζονται γιά ἐμᾶς. Γιατί ἐμεῖς, καί στήν ἐπίγεια ζωή πού ἤμασταν καί στήν οὐράνια πού μεταβήκαμε, φροντίζαμε καί φροντίζουμε νά εἰρηνεύουμε καί νά ὁδηγοῦμε σέ ὁμόνοια τόν κόσμο. Καί ὅρισε μία ἡμέρα νά ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη μας· καί, καθώς εἶναι χρέος σου, νά ἐνεργήσεις νά εἰσαχθεῖ ἡ ἑορτή στήν Ἐκκλησία καί νά συνταχθεῖ ἡ ἱερή ἀκολουθία. Ἀκόμη ἕνα χρέος σου· νά παραδώσεις στίς μελλοντικές γενιές ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα γιά τό Θεό. Βεβαίως καί ἐμεῖς θά συμπράξουμε γιά τή σωτηρία ἐκείνων πού θά ἑορτάζουν τή μνήμη μας, γιατί νομίζουμε πώς ἔχουμε καί ἐμεῖς κάποια παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ". Ἀφοῦ, λοιπόν, εἶπαν τά λόγια αὐτά, φάνηκαν ὅτι πέταξαν πρός τόν οὐρανό, καταλαμπόμενοι ἀπό ἕνα φῶς ὑπερκόσμιο καί καλώντας ὀνομαστικά ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ὕστερα ἀπό τό θαυμαστό αὐτό γεγονός, ὁ θεῖος ἐκεῖνος ἄνδρας, ὁ ἐπίσκοπος Εὐχαΐτων Ἰωάννης, σηκώθηκε καί ἔκαμε ὅ,τι τοῦ εἰσηγήθηκαν οἱ Ἅγιοι. Ἐπέβαλε δηλαδή τήν ἠρεμία καί τή γαλήνη καί στό πλῆθος καί στούς φιλονικοῦντες λογίους καί ἐνάρετους ἄνδρες (καί αὐτό ἔγινε εὔκολα, γιατί ἦταν ξακουστός γιά τήν ἀρετή του καί τόν σέβονταν) καί εἰσήγαγε στήν Ἐκκλησία τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ὥστε νά ἑορτάζονται ἀπό κοινοῦ καί νά δοξάζεται ὁ Θεός.

Καί τώρα πρόσεξε τή σύνεση τοῦ ἀνδρός: Ἐπειδή βρῆκε ὅτι μέσα στόν Ἰανουάριο μήνα ὑπῆρχαν ἑορτές καί γιά τούς τρεῖς αὐτούς Ἁγίους, στή 1 Ἰανουαρίου γιά τό Μέγα Βασίλειο, στίς 25 γιά τόν θεῖο Γρηγόριο καί στίς 27 γιά τόν θεῖο Χρυσόστομο, τούς ἕνωσε καί σέ μιά κοινή ἑορτή, στίς 30 Ἰανουαρίου, τήν ὁποία καί στόλισε μέ κανόνες καί τροπάρια καί λόγους ἐγκωμιαστικούς, ὅπως τούς ταίριαζε. Καί, καθώς νομίζω, τά ἄσματα τῆς ἀκολουθίας αὐτῆς τά συνέθεσε ὁ Ἰωάννης κατά νεύση καί φωτισμό τῶν τριῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν, καί ἔτσι ὄχι μόνον δέν ὑπολείπονται σέ τίποτε ἀπό παρόμοια πού ἔχουν σκοπό τόν ἔπαινο Ἁγίων, ἀλλά εἶναι ἀνώτερα ἀπό ὅλα αὐτά· καί θά εἶναι καί ἀνώτερα ἀπό ὅσα μελλοντικά θά συνταχθοῦν.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς πρός τή σωματική διάπλαση καί τή μορφή τοῦ προσώπου εἶχαν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

Καί ἀρχίζουμε ἀπό τόν ἱερό Χρυσόστομο: Ὁ θεῖος αὐτός ἱεράρχης ἦταν πολύ μικρόσωμος, εἶχε ὅμως μεγάλο κεφάλι αἰωρούμενο στούς ὤμους του· ἦταν ὑπερβολικά λεπτόσαρκος· εἶχε μακριά μύτη καί πλατιά ρουθούνια· ἦταν πολύ ὠχρός καί λευκός μαζί· εἶχε βαθουλωτές τίς κόγχες τῶν ματιῶν καί μεγάλους τούς βολβούς, καί ἐξαιτίας αὐτοῦ συνέβαινε νά παρουσιάζει μέ τά μάτια του πιό χαρούμενη ὄψη, ἄν καί μέ τά ὑπόλοιπα χαρακτηριστικά του φανέρωνε ἄτομο βασανισμένο· τό μέτωπό του ἦταν μεγάλο, χωρίς τρίχες καί χαραγμένο μέ πολλές ρυτίδες· εἶχε μεγάλα αὐτιά, γένια μικρά, πολύ ἀραιά καί λευκά καί, τέλος, τά σαγόνια βαθουλωμένα στό ἔπακρο ἐξαιτίας τῆς νηστείας.

Τόσο ἀκόμη γι' αὐτόν εἶναι ἀνάγκη νά ποῦμε: Μέ τούς λόγους του καί τή ρητορική του δεινότητα καί ἰδιαίτερα μέ τό πλάτος καί τό βάθος τῶν νοημάτων καί μέ τή σαφήνεια καί κομψότητα τῆς ἐκφράσεως ὑπερέβαλε ὅλους τούς σοφούς καί ρήτορες τῶν Ἑλλήνων. Διασαφήνισε καί ἑρμήνευσε τόσο τέλεια τήν Ἁγία Γραφή ὅσο κανένας ἄλλος· καί, ἔτσι, συνέβαλε τόσο πολύ στό εὐαγγελικό κήρυγμα, ὥστε, ἄν δέν ἐμφανιζόταν αὐτός ὁ Ἅγιος - ἄν καί εἶναι τολμηρό νά πεῖ κανείς κάτι τέτοιο, - ἔπρεπε νά κατέβει στή γῆ γιά δεύτερη φορά ὁ Χριστός καί νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιό Του στούς ἀνθρώπους. Καί, τέλος, ὡς πρός τήν ἀρετή, καί στήν πράξη καί στή θεωρία, ἔφτασε σέ τόσον ὕψος, ὥστε ὑπερέβαλε τούς πάντες πέρα ὥς πέρα, καί χρημάτισε πηγή ἐλεημοσύνης καί ἀγάπης, ὄντας ἀξιοζήλευτο ὑπόδειγμα στή φιλαδελφία καί διδασκαλία.

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἔζησε ἑξήντα τρία ἔτη (354-407 μ.Χ.) καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπί ἕξι ἔτη ὡς πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Συνεχίζουμε μέ τόν Μέγα Βασίλειο: Ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος εἶχε ὑψηλό ἀνάστημα καί εὐθυτενή κορμοστασιά· ἦταν ξερακιανός καί λιπόσαρκος· ἡ μύτη του ἦταν ἐπιμήκης καί τά φρύδια του καμπύλα· τό δέρμα τοῦ μετώπου του, πάνω ἀπό τά φρύδια, ἦταν ζαρωμένο· ἔμοιαζε μέ ἄνθρωπο παραδομένο στίς μέριμνες καί στίς στοχαστικές σκέψεις· τό μέτωπό του εἶχε λίγες ρυτίδες· τά μάγουλά του ἦταν ἐπιμήκη καί οἱ κρόταφοί του βαθουλοί· τά μαλλιά τοῦ κεφαλιοῦ του ἦταν λιγοστά καί κοντά· εἶχε ἀρκετά ἐπιμήκη γενειάδα καί, τέλος, τά μαλλιά καί τά γένια του ἦταν γκριζωπά.

Ὁ ἅγιος αὐτός Πατήρ στούς λόγους του ὑπῆρξε ἀνώτερος ὄχι μόνο ἀπό τούς σύγχρονούς του σοφούς καί πεπαιδευμένους, ἀλλά καί ἀπό αὐτούς ἀκόμη τούς παλαιούς. Σπούδασε ὅλες τίς ἐπιστῆμες τῆς ἐποχῆς του καί ἔκαμε κτῆμα του ὁλόκληρο τό πλάτος καί βάθος τοῦ περιεχομένου καθεμιᾶς ξεχωριστά. Καί ὄχι λιγότερο ἄσκησε τήν διά πράξεως φιλοσοφία καί μέσω αὐτῆς προχώρησε στή θεωρία τῶν ὄντων. Μόλις συμπλήρωσε τά σαράντα πέντε του χρόνια ἀνῆλθε στό θρόνο τῆς ἀρχιερωσύνης καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία ἐπί πέντε ἔτη.

Καί τελειώνουμε μέ τόν Γρηγόριο: Ὁ θεῖος αὐτός Πατήρ, ὡς πρός τό σῶμα γενικά, εἶχε μέτριο ἀνάστημα· εἶχε λιγάκι ὠχρό, ἀλλά χαρούμενο πρόσωπο· ἡ μύτη του ἦταν πλατιά μέ προεξέχοντα τά ρουθούνια· τά φρύδια του ἦταν ἴσια· τό βλέμμα του ἦταν ἥμερο καί γλυκύ· τό ἕνα του μάτι, τό δεξιό, φαινόταν κάπως σκυθρωπό ἐξαιτίας τῆς οὐλῆς πού τοῦ εἶχε ἀφήσει κάποιος τραυματισμός στή γωνία τῶν βλεφάρων· τά γένια του δέν ἦταν μακριά, ἦταν ὅμως πολύ πυκνά· ἦταν ἀρκετά φαλακρός καί οἱ τρίχες του ἦταν λευκές καί, τέλος, τά ἄκρα τῆς γενειάδας του φαίνονταν σάν περικαπνισμένα.

Ἀλλά ἀξίζει νά ποῦμε καί τό ἑξῆς γι' αὐτόν: Ἄν ἔπρεπε νά ἀπαρτιστεῖ ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους μιά ὁλοκληρωμένη εἰκόνα καί στήλη φωτεινή, συναποτελούμενη ἀπό ὅλες τίς ἐπιμέρους ἀρετές, αὐτό ἀκριβῶς ἦταν ὁ μέγας Γρηγόριος. Καί πραγματικά, μέ τή λαμπρότητα του βίου του ἀναδείχτηκε ὑπέρτερος ἀπό ὅλους ἐκείνους πού εὐδοκίμησαν στήν ἀρετή. Ἐπίσης ἔφτασε σέ τόσον ὕψος θεολογικοῦ στοχασμοῦ, ὥστε ὅλοι νά εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό αὐτόν στή σοφία, καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στούς καλλιεπεῖς καί βαθυστόχαστους λόγους του καί σ' ἐκείνην πού διαπιστώνεται στόν τρόπο καί στήν εὐστοχία μέ τήν ὁποία ὁ Ἅγιος διατυπώνει τά δόγματα, καί εἰδικότερα τό περί Θεοῦ δόγμα, γεγονός πού συνετέλεσε νά τοῦ δοθεῖ ἡ ἐπίζηλη προσωνυμία Θεολόγος.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐποίμανε τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὡς πατριάρχης, ἐπί δώδεκα χρόνια. Ἔζησε περισσότερα ἀπό ὀγδόντα χρόνια.



Δάσκαλοι καί σπουδές

Οἱ Σχολές, τά χρόνια πού ὁ Γρηγόριος ἔφτασε στήν Ἀθήνα, βρίσκονταν οἱ περισσότερες κάτω ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο, κοντά στό ναό τοῦ Ἡφαίστου (Θησεῖο), ἀπέναντι ἀπό τό στοά τοῦ Ἀττάλου. Ἐκεῖ, μέσα κι ἔξω ἀπό τίς Σχολές, μαζεύονταν καθημερινά οἱ φοιτητές σέ ὁμάδες. Ἡ κάθε μία γιά τό δικό της δάσκαλο ἤ τούς δασκάλους. Ὁ Γρηγόριος παρακολούθησε τά μαθήματα τοῦ πιό φημισμένου τότε ρήτορα, τοῦ Προαιρεσίου. Τύχαινε μάλιστα ὁ Προαιρέσιος νά ἦταν καί χριστιανός. Ὅλοι τόν θεωροῦσαν ὡς τόν καλύτερο σοφιστή τῆς ἐποχῆς. Ὅταν μάλιστα δίδαξε γιά λίγο στή Ρώμη, ἐντυπωσίασε τόσο πολύ, πού τοῦ ἔφτιαξαν ἄγαλμα. Ἐντυπωσίαζε ἰδιαίτερα, γιατί εἶχε ταλέντο αὐτοσχεδιασμοῦ. Μεγάλο τότε σοφιστή θεωροῦσαν ἐκεῖνον, πού ἄκουγε ἀπό ἕναν ἀκροατή τό θέμα καί ἄρχιζε ἀμέσως νά τό ἀναπτύσσει. Καί ὁ Προαιρέσιος σ' αὐτό ἦταν δεξιοτέχνης, κυριολεκτικά ἰδιοφυΐα.

Ὁ Γρηγόριος ἄκουσε καί ἄλλους δασκάλους. Τόν Ἱμέριο καί πιθανότατα καί τόν Πρίσκο, πού ἦταν καί οἱ δύο ἐθνικοί, ἄξιοι καί φημισμένοι ἐπίσης.

Ἐκτός ἀπό τά μαθήματα φιλολογίας καί φιλοσοφίας, ἄνοιξε τό ἀχόρταγο πνεῦμα του καί σέ ἄλλους κλάδους, ὅπως ἡ ἀστρονομία, ἡ γεωμετρία καί ἡ ἀριθμητική. Βέβαια σ' αὐτούς δέν ἀφιέρωσε πολύ χρόνο. Τόν πολύ του χρόνο κρατοῦσε γιά τή φιλοσοφία. Πάντως ἀπέκτησε καλή κατάρτιση καί στούς κλάδους αὐτούς. Καταλάβαινε τότε τή φιλοσοφία ὡς πεμπτουσία γνώσεως, ἐπιστέγασμα ὅλων τῶν ἐπιστημῶν.

Ἡ ζωή τοῦ Γρηγορίου στήν Ἀθήνα ἤτανε γεμάτη. Ἐκμεταλλευότανε δασκάλους καί ρήτορες. Ὅ,τι σπουδαῖο εἶχαν αὐτοί νά δώσουν τό ἔπαιρνε. Τό πνεῦμα του ρουφοῦσε τή σκέψη τους. Καθώς ὅμως ἄκουγε ἤ διάβαζε τή σκέψη τους, ἔβαζε σέ λειτουργία τό ἰσχυρό διυλιστήριο. Ἦταν ὁ ἴδιος τό ἰσχυρότερο πνευματικό διυλιστήριο τῆς ἐποχῆς. Καί κάθε τι πού ἄκουγε τό διύλιζε προσεκτικά καί γρήγορα. Ἦταν πνεῦμα κριτικό. Δέν ἀποταμίευε ἁπλῶς γνώσεις. Σπούδαζε κι ἐρευνοῦσε κι ἔκρινε καί ἀξιολογοῦσε τό πᾶν. Γι' αὐτό ἡ φιλοσοφική σκέψη, ὄχι μόνο δέν ἀδυνάτιζε τήν πίστη του, ἀλλά ἔμμεσα τήν στερέωνε καί τήν ἐπιβεβαίωνε.



Ἡ πρώτη χριστιανική φοιτητική ὁμάδα

Συμφοιτητές καί φίλοι τῶν χρόνων ἐκείνων τόν θαύμαζαν καί προσπαθοῦσαν νά τόν μιμηθοῦν. Ὁ Ἡσύχιος, ὁ Τερέντιος, ὁ Σωφρόνιος, ὁ Εὐσέβιος, ὁ Κέλσος καί ὁ Εὐστόχιος τόν πρόσεχαν σέ ὅλα.

Μέ τούς νέους αὐτούς φοιτητές πού ἀργότερα θά γίνουν ἀνώτεροι κρατικοί ὑπάλληλοι καί ἐπίσκοποι, εἶχε μεγάλο σύνδεσμο. Οἱ περισσότεροι ἀνῆκαν καί στήν ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας. Σιγά-σιγά καί χωρίς τυμπανοκρουσίες, οἱ χριστιανοί φοιτητές, οἱ πιό συνειδητοποιημένοι, συνάχθηκαν γύρω ἀπό τό Γρηγόριο καί τό Βασίλειο. Τούς εἶχαν ὅλοι καί τούς δύο πρότυπο καί στήριγμα. Οἱ δύο τους πρώτευαν σέ ὅλα: στή γνώση καί στή χριστιανική ἀρετή. Ἀρχηγός βέβαια ἦταν ὁ Βασίλειος. Τέτοιες θέσεις δέν ταιριάζανε στό χαρακτήρα τοῦ Γρηγορίου. Ὅ,τι σχετιζότανε μέ πρωτοβουλίες τ' ἄφηνε πάντα στό Βασίλειο, ἐκεῖνος εἶχε χαρακτήρα θεληματικό, γεννήθηκε γιά ἀρχηγός. Καί ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε ἀπό τότε σύνεση, ὥστε οἱ πρωτοβουλίες του νά εἶναι γιά τό καλό τοῦ κόσμου ὅλου.

Ἡ ὁμάδα τῶν χριστιανῶν φοιτητῶν τῆς Ἀθήνας ἔγινε γνωστή ὄχι μόνο στήν Ἀθήνα καί τήν Ἑλλάδα, μά σ' ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀπέραντης ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ φήμη τους ἔτρεξε παντοῦ. Τά στόματα τῶν φοιτητῶν, πού προέρχονταν ἀπ' ὅλα τά πλάτη καί τά μήκη τοῦ τότε πολιτισμένου κόσμου, πληροφοροῦσαν, πηγαινοερχόμενοι στίς πατρίδες τους, τήν ὕπαρξη καί τή δράση τῆς ὁμάδας.

Ἀλλά βέβαια ἡ ὁμάδα τούτη ἔγινε ὀνομαστή ἕνεκα τοῦ Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου. Αὐτοί τῆς ἔδωσαν πνευματική δύναμη κι αἴγλη. Ἕνεκα τῆς μεγαλωσύνης τῶν δύο, στράφηκαν ὅλοι νά τήν ἰδοῦν· ἄλλοι νά τήν θαυμάσουν - οἱ χριστιανοί - καί ἄλλοι νά τήν φθονήσουν - οἱ ἐθνικοί.

Τόση ἐντύπωση σέ δασκάλους καί μαθητές ἔκαναν ὁ Γρηγόριος καί ὁ Βασίλειος, ὥστε οἱ δυό τους ἀπέκτησαν ὅση φήμη στόν κόσμο ὅλο εἶχαν οἱ περίφημοι δάσκαλοι τῶν Ἀθηνῶν.

Ἀριστοκράτες στό ἦθος, στήν καταγωγή καί στήν σκέψη καί γαλουχημένοι μέ τά νάματα τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως καί παιδείας συνεδύασαν τήν ἑλληνική παράδοση μέ τήν χριστιανική διδαχή καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη μεταβλήθηκαν σέ ἐθνικά σύμβολα, συνεχιστές τῆς φιλολογικῆς, φιλοσοφικῆς καί λογοτεχνικῆς κληρονομίας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος.

Ἀπό αὐτή τήν σκοπιά ἐξεταζομένη ἡ προσφορά τους παραμένει ἀνεπανάληπτη καί πολύτιμη. Διότι ἐπιχειροῦν μία ὑπέρβαση πρός τήν κλασσική ἐποχή καί ζητοῦν νά ἀποκαταστήσουν τήν καθαρότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκφραστικό μέσο εἶχεν ὑποστῇ μιά φθορά, φυσική καί μοιραία, λόγῳ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς γλώσσης σέ οἰκουμενική κλίμακα καί λόγῳ τῆς διαφορετικῆς πολιτιστικῆς καταγωγῆς τῶν ἀνθρώπων, πού ἔκαμαν γλῶσσα τους τήν ἑλληνική.

Αὐτή ἡ παραφθορά τῆς γλώσσης εἶναι ἐμφανής στά ἑλληνιστικά κείμενα, στήν ἑλληνιστική φιλοσοφία, ἀκόμη δέ καί σέ ὡρισμένα βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης καί στήν μετάφραση τῆς Π.Δ. ἀπό τούς Ο´ ἑρμηνευτές τῆς Ἀλεξανδρείας.

Στήν συνέχεια ἡ φιλοσοφική σκέψη καί ὁρολογία ἀπετέλεσε τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο οἱ Τρεῖς αὐτοί σοφοί διετύπωσαν τίς θεολογικές τους διδασκαλίες.

Οἱ μελετητές τῶν ἔργων τοῦ Μ. Βασιλείου διαπιστώνουν τό φιλοσοφικό ὑπόστρωμα καί τόν φιλοσοφικό τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι. Στά ἔργα τοῦ διανοητοῦ Βασιλείου παρελαύνουν οἱ στοχαστές τῆς ἀρχαιότητος, Πλάτων, Ἀριστοτέλης, Στωικοί, Πλούταρχος, Πλωτῖνος κ.λπ. Βλέπει κανείς, πῶς ὁ νουνεχής αὐτός πατήρ ἐντάσσει τήν φιλοσοφία μέσα στήν χριστιανική σκέψη κατά τρόπο ἐπαγωγικό καί δημιουργικό, καί μέ τήν φιλοσοφία πλουτίζει καί ἐμβαθύνει τά μεταφυσικά τῆς θεολογίας προβλήματα. Ἡ λογική ἐπιχειρηματολογία, ἡ φιλοσοφική διερεύνηση, παράλληλα μέ τήν παράδοση τῆς θεολογίας, ἀποτελοῦν τά μέσα τῆς δημιουργικῆς πρωτοτυπίας του. Οἱ φιλοσοφικοί ὅροι τόν βοηθοῦν νά ἐκφράση τίς θεολογικές του σκέψεις (Τατάκη, σ. 83)!

Βεβαίως διά τόν Βασίλειο, ὡς καί τούς δύο ἄλλους πατέρες, ἡ χριστιανική ἀλήθεια, ἡ δυσθήρατη αὐτή ἀλήθεια, παραμένει ὁ τελικός σκοπός. Ὁ σκοπός ὅμως αὐτός κατανοεῖται καλλίτερα μέ τήν θεωρία καί τήν κάθαρση τοῦ νοῦ καί τῆς διανοίας καί ἐγγίζει τήν ἄκραν ἀλήθεια, τό ἀκρότατον ἀγαθό, τό μέγα κάλλος, τό ἄρρητο κάλλος τοῦ ἀρχετύπου, τόν Θεό, κατά τήν ὁρολογία τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων. Ἔτσι κατορθώνει νά ἐξετάζη, διερευνᾶ, κατανοῆ καί διατυπώνη τήν Θεολογική διδασκαλία μέ ὅρους, μεθόδους, λογικούς ἀναβαθμούς παρμένους ἀπό τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί συνδέει αἰώνιο μέ ἀνθρώπινο, θεία πραγματικότητα μέ ἀνθρώπινη γνώση. Καί γίνεται ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη σοφία, κλίμακα ἀνοδική πρός κατανόηση τοῦ ἀρχέτυπου κάλλους, τοῦ Θεοῦ, ὅσο τοῦτο εἶναι ἐφικτό στήν ἀνθρώπινη φύση. Καί ἐνῶ μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐκφράζονται τά βάθη τῆς Θεολογίας, συγχρόνως ἡ ἑλληνική φιλοσοφία καί παιδεία διασώζεται, ἀξιοποιεῖται καί διαιωνίζεται.

Καί οἱ τρεῖς πατέρες μάχονται γιά νά ἀφυπνίσουν τή συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά στραφεῖ πρός τόν ἑαυτόν του, νά δυναμώσει τό θεϊκό σπινθήρα πού βρίσκεται μέσα του. Παρακινοῦν σέ μιά συνεχή προσπάθεια, γιά νά εἶναι ὁ βίος "κεκαθαρμένος", ἤ, ἀκριβέστερα, "καθαιρόμενος". Αὐτή ἡ ἐσωτερική προσπάθεια εἶναι ἕνα συνεχές γίγνεσθαι, ἕνα δυναμικό τέντωμα τῶν ψυχικῶν προσπαθειῶν, "ὑπέρ δύναμιν ἀεί τήν ψυχήν ἐπεκτείνεσθαι πρός τό τοῦ Θεοῦ θέλημα, κατά σκοπόν καί ἐπιθυμίαν τῆς αὐτοῦ δόξης". Ὁ Γρηγόριος ἀναφερόμενος στήν ἐσωτερική ἐκείνη πειθαρχία καί ἐπαγρύπνηση, πού διασφαλίζει τήν ἐσωτερική ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου, συνιστᾶ: "Ἐάν μικρόν τι τοῦ λόγου παρεκτραπῆς, πρός ἑαυτόν ἐπανάγου, πρίν παντελῶς ἔξω πεσεῖν καί κατενεχθῆναι πρός θάνατον καί γενοῦ καινός ἀντί παλαιοῦ καί ψυχῆς ἑόρταζε τά Ἐγκαίνια".

Καί οἱ τρεῖς ἅγιοί μας, πρίν γίνουν ἐξωτερικά οἱ μάρτυρες τῆς ἀληθείας, ἀγωνίσθηκαν ἐσωτερικά. Πέρασαν μιά σοβαρή περίοδο ἀσκητικῆς ἑτοιμασίας γιά τήν ἀπελευθέρωση ἀπό τή δύναμη τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν. Ἔτσι ἀργότερα μπόρεσαν νά ζήσουν καί νά δράσουν μέ ἐσωτερική ἐλευθερία. Ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά χρήματα, γιά δόξα, γιά ἄνεση· ἐλεύθεροι ἀπό τήν ἀγάπη γιά δύναμη, ὁπλισμένοι μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης.

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἤθελον, ἵνα ἡ αἰσθητική πρόοδος ἔχῃ ἀνοδικήν πορείαν. Ἀλλ' ὅταν αἱ διάφοροι μορφαί τοῦ Ὡραίου ἤ ἐκδηλώσεις τῆς Τέχνης ἐγέννων "τά ἀνελευθερίας καί ταπεινότητος ἔκγονα πάθη" ἤ ὅταν ὡδήγουν εἰς μίαν ἀφόρητον σπατάλην εἰς βάρος τῶν πεινώντων καί τῆς φιλαλληλίας, τότε εἰς τό ἱερόν πρόσωπόν των ὁ αἰσθητικός ὑπεχώρει ἐνώπιον τοῦ προφήτου, τοῦ κηρύττοντος τόν λόγον τοῦ Θεοῦ ἄνευ συμβιβασμῶν καί ὑποχωρήσεων. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ἠγωνίζοντο σθεναρῶς διά τήν ἔναντι τοῦ ἡδονιστικοῦ ἤ ὠφελιμιστικοῦ στοιχείου διατήρησιν τῆς αὐτοτελείας, αὐτονομίας καί ἀνεξαρτησίας τῶν αἰσθητικῶν ἀξιῶν, αἵτινες εἶναι ἀνταύγειαι καί διαθλάσεις τοῦ πανυπερτελείου κάλλους τοῦ Θεοῦ.

Καί ἡ αἰσθητική πρόοδος κατ' αὐτούς δέον νά παρουσιάζη ἀναγωγικήν φοράν καί νά κινῆται διαλεκτικῶς μεταξύ τοῦ αἰσθητοῦ καί ὑπεραισθητοῦ κάλλους.

Ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι συνεκινοῦντο ἐκ τῆς βιώσεως τῆς ἀληθοῦς Τέχνης, πιστοποιεῖται ἐκ πολλῶν περικοπῶν τῶν ἔργων των. Οὗτοι ἐξυμνοῦν "τήν ἀμείνονα καί εἰς ἄμεινον φέρουσαν μουσικήν" καί θαυμάζουν τόσον τήν πιστῶς ἀπεικονίζουσαν τά ἀρχέτυπα ρεαλιστικήν ζωγραφικήν, ὅσον καί τήν ἰμπρεσσιονιστικήν ἤ ἀναγωγικήν, ἥτις, κατά τόν Βασίλειον, παρουσιάζει "οὐ τάς ἀληθείας τῶν πραγμάτων μόνον, ἀλλά καί τά τούτων ἰνδάλματα", μεταμορφοῦσα οὕτω καί ἐξιδανικεύουσα τήν πραγματικότητα. Κατά τόν Ναζιανζηνόν "ζωγράφος ἐστίν ἄριστος, ὅς ἐν πινάκεσσι χαράσσει μορφάς ἀτρεκέας, ἔμπνοα δερκομένας". Κατά τόν Χρυσόστομον εἶναι "θαυμαστόν" τό ὑπό τῶν ἀνδριαντοποιῶν παρουσιαζόμενον "κάλλος πλάσεως". Ὁ Γρηγόριος ἐξαίρει τήν ὡραιότητα πολλῶν ναῶν καί ἰδίως τοῦ ὑπό τοῦ πατρός του ἀνεγερθέντος, ὅστις διακρινόμενος "μεγέθει μέν ὑπέρ τούς πολλούς, κάλλει δέ σχεδόν ὑπέρ ἅπαντας", διά τῆς ὡραιότητός του ὑπεδέχετο μακρόθεν τούς προσερχομένους εἰς αὐτόν.

Οι Τρείς Ιεράρχες και φωτοδότες της θεολογίας και της παιδείας



Η σημερινή ημέρα είναι αφιερωμένη σε τρεις μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών, του Μεγάλου Βασιλείου, του ιερού Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου. Η Εκκλησία τους ονομάζει «φωστήρες της τρισηλίου θεότητος». Και η ελληνική Παιδεία τιμά τους εμπνευστές και προστάτες της σύνθεσης της ελληνικής σοφίας με τη θεία Αποκάλυψη του ευαγγελικού λόγου. Μια σύνθεση που άρχισε ήδη από τους μαθητές και αποστόλους του Κυρίου, με μια θαυμάσια ελληνιστική παιδεία, και έφτασε στην αποκορύφωση με τους μεγάλους πατέρες και διδασκάλους του τετάρτου αιώνα μ.Χ. Ο οικουμενικός Ελληνισμός συναντάται με την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού.

Τίθεται όμως το ερώτημα, γιατί η Εκκλησία επέλεξε αυτούς τους συγκεκριμένους τρεις Ιεράρχες από μια χορεία μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων της πίστεως μας; Θεωρούνται αυτοί ως οι σημαντικότεροι και οι μοναδικοί, ή παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που χρειάζεται σήμερα να επισημάνουμε και να τα προβάλουμε προς πνευματική ωφέλεια και οικοδομή όλων μας;

Γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία πως υπήρξε ένας μεγάλος αριθμός κορυφαίων πατέρων και σοφών διδασκάλων που δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των Τριών Ιεραρχών της σημερινής εορτής.

Και όμως η Εκκλησία και η Παιδεία επέλεξε μόνο αυτούς τους τρεις γνωστούς μας Ιεράρχες.

Φαίνεται, πως κριτήριο της επιλογής τους δεν ήταν ούτε η μοναδική θεολογική προσφορά τους ούτε η ανεπανάληπτη ποιμαντική διακονία τους. Ακόμη κριτήριο δεν ήταν ούτε η ποιότητα της αγιότητας τους ούτε η μοναδικότητα του μαρτυρικού τέλους τους. Το κριτήριο βρίσκεται, σε μια μοναδική ιδιαιτερότητα του καθενός από τους τρεις, που μόνο στη σύνθεση και στην ενότητα των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων τους σηματοδοτείται το νόημα της σημερινής εορτής, ως ημέρας των Γραμμάτων και της ελληνικής Παιδείας.

1. Ανάγκη ασκητικού ήθους ζωής

Ο Μέγας Βασίλειος είναι γνωστό ότι ανέπτυξε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Το σημερινό κοινωνικό σύστημα με τα διάφορα ιδρύματα περίθαλψης έχει τις ρίζες του στη Βασιλειάδα του Μεγάλου Βασιλείου, μια καταπληκτική κοινωνική οργάνωση ιδρυμάτων για τους πάσχοντες, τους φτωχούς και τους αδύναμους της ζωής. Παράλληλα, όμως, ο Μέγας Βασίλειος θεωρείται και μέγιστος στη θεσμοθέτηση κανόνων οργάνωσης της μοναχικής πολιτείας. Μέχρι την εποχή του υπήρχε ένας ιδιότυπος αναχωρητικός μοναχισμός. Σε πολλές δε περιπτώσεις ο μοναχισμός αυτός λειτουργούσε αυθαίρετα, χωρίς κανόνες, χωρίς έλεγχο και ασφαλώς χωρίς υπακοή και υποταγή στην πνευματική καθοδήγηση κάποιου Γέροντα.

Αυτόν τον ιδιότυπο και αυθαίρετο τρόπο ατομικής και προσωπικής βίωσης του μοναχικού ιδεώδους θέλησε ο Μέγας Βασίλειος να τον ελέγξει και να τον περιορίσει με τη θεσμοθέτηση ενός οργανωμένου κοινοβιακού συστήματος και με την ενσωμάτωση των μοναχών, σε μοναστικές κοινότητες υπό τον άμεσο έλεγχο της τοπικής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Κατόρθωσε με άλλα λόγια την εκκλησιοποίηση του μοναχισμού και αναχωρητισμού. Και αυτή ήταν μια προσφορά προς την Εκκλησία υψίστης σημασίας στο θεωρητικό και πρακτικό τομέα.

Ένας μοναχισμός αυτονομημένος και αποκομμένος από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μέγιστο κίνδυνο και παρεκκλίνει προς εκκλησιολογική αίρεση, όχι μόνο εξαιτίας των ενεργειών διαφοροποίησης από την εκκλησιαστική ηγεσία, αλλά κυρίως εξαιτίας τον ζηλωτικών τάσεων που αναπτύσσονται στους χώρους αυτούς.

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο μοναχισμός ασφαλώς και αποτελεί μια βασική και ουσιώδη μορφή ζωής, βίωσης της πίστεως. Έρχεται ως συνέχεια της πιστότητας και της συνέπειας των Μαρτύρων της πρώτης Εκκλησίας. Γι’ αυτό ο μοναχισμός είναι ουσιαστικά μορφή μαρτυρίου και εσχατολογική βίωση της ιστορίας. Μ’ αυτή την έννοια ο μοναχισμός δεν εκφράζει το σύνολο του λαού του Θεού. Είναι μια επιμέρους λειτουργία της εκκλησιαστικής ζωής και «εκ μέρους» γνώση και βίωση της πίστεως. Υπ’ αυτή την έννοια, ο μοναχισμός ουσιαστικά καταξιώνεται κυρίως ως μορφή μαρτυρίου, παρά ως μορφή βίωσης της πίστεως και λιγότερο ως μορφή ποιμαντικής διακονίας.

Πέρα, όμως, από την εσχατολογική αυτή προοπτική, υπάρχει για τους πιστούς και η καθημερινή βίωση της πίστεως μέσα στην ιστορία. Ο μοναχισμός επισημαίνει σε όλους μας και την ασκητική θεώρηση της ιστορίας. Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της πίστεως και της ζωής. Στη δε περίπτωση της συμβολής του Μεγάλου Βασιλείου έχουμε μια θαυμαστή σύνθεση του ιστορικού και εσχατολογικού στοιχείου, με την παράλληλη σύνθεση κοινωνικών αξιών και ασκητικής προσέγγισης της ζωής. Ούτε άκρατος ακτιβισμός ούτε άκριτος εγκρατισμός και θεωρητικός βίος.

2. Ανάγκη ποιότητος ζωής στο χριστιανικό βίωμα

Ο ιερός Χρυσόστομος βίωσε κατά τρόπο απόλυτα ασκητικό και μαρτυρικό το αρχιερατικό του αξίωμα. Απόλυτος στις πνευματικές πεποιθήσεις του και ασυμβίβαστος στις προκλήσεις της κοσμικής εξουσίας. Από τα τριανταπέντε χρόνια της αρχιερατείας του τα δεκαέξι τα πέρασε στην εξορία, διωκόμενος όχι μόνο από τους κοσμικούς άρχοντες αλλά και από τους εκκλησιαστικούς παράγοντες. Ο ιερός Χρυσόστομος, μοναχικός και ασκητικός, μαρτυρικός στις επιλογές του και φιλάνθρωπος στις εκτιμήσεις του για τους άλλους, αναδείχθηκε συγχρόνως κι ένας θαυμάσιος κοινωνικός αναμορφωτής.

Και μόνο το γεγονός, ότι αναδείχθηκε στην εποχή του και θεωρείται σήμερα από εμάς ο μεγάλος θεολόγος και ποιμένας του γάμου και του έρωτα, με μια βαθιά μάλιστα και απέραντα φιλάνθρωπη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων του έγγαμου και συζυγικού βίου, φανερώνει τη χαρισματική συμβολή του στη διαμόρφωση μιας υγιούς και ρεαλιστικής χριστιανικής ανθρωπολογίας. Η αξεπέραστη αυτή συμβολή του σώζει διαμέσου των αιώνων τις παρατηρούμενες λεπτές ισορροπίες στις εκτιμήσεις μεταξύ των πιστών της αξίας είτε του έγγαμου είτε του μοναχικού τρόπου βίωσης της χριστιανικής πίστεως. Διότι δεν πρόκειται περί διλήμματος αλλά περί υπακοής στο ίδιον εκάστου χάρισμα, κατά τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου.

Γνωρίζουμε, επίσης, ότι μελέτησε ο ιερός Χρυσόστομος με κάθε σοβαρότητα τα καθημερινά προβλήματα της ζωής. Θεολόγησε με βαθύνοια για το πρόβλημα της εργασίας, της σχέσεως εργοδοτών και εργαζομένων, για το θεσμό της δουλείας και σχεδόν για όλους τους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής του. Είναι αυτός που έθεσε την Εκκλησία προ των ευθυνών της και κάλεσε τη θρησκευτική ηγεσία να πάρει υπεύθυνη θέση για τα μεγάλα και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Ήθελε την Εκκλησία και το χριστιανικό κήρυγμα να βρίσκονται στο κέντρο των γεγονότων, να παρεμβαίνουν άμεσα και υπεύθυνα στο ιστορικό γίγνεσθαι και η Εκκλησία να μη στέκεται θεατής και επικριτής στα κοινωνικά δρώμενα.

Η Εκκλησία για τον ιερό Χρυσόστομο δεν πρέπει να εκφράζει ένα πνευματικό ελιτισμό και πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται να είναι μια αναχωρητή περιθωριακή παρουσία. Η ανάμιξή της με το ιστορικό και κοινωνικό γί­γνεσθαι συνεπάγεται ασφαλώς θυσίες, μαρτυρικό βίο και καθημερινό κόστος ζωής. Όμως, η Εκκλησία πρέπει πάντα να μένει συνεπής στις δικές της πεποιθήσεις και αξίες, στις ιστορικές σωτηριολογικές και εσχατολογικές της επιλογές.

Η παρουσία και μετοχή του ιερού Χρυσοστόμου στην τριάδα των μεγάλων Ιεραρχών της σημερινής γιορτής αποτελεί και αυτή μια αναντικατάστατη και αξεπέραστη συμβολή, ιδιαίτερα για τη θεώρηση της χριστιανικής βιωτής στην ολότητα της και όχι σ’ ένα διακριτό και αξιολογικό επιμερισμό. Δεν τίθεται θέμα, επομένως, κάποιων τραγικών διλημμάτων του τύπου «γάμος ή αγαμία», με σκοπό την προβολή της μιας ή της άλλης μορφής ζωής. Εδώ τίθεται, ως επείγουσα ανάγκη η επιταγή υψηλής ποιότητας και χαρισματικής βίωσης είτε του γάμου είτε της αγαμίας. Προς την κατεύθυνση αυτή ο ιερός Χρυσόστομος συνέβαλε τα μέγιστα και όλοι του οφείλουμε ευγνωμοσύνη για την ισόρροπη αυτή αντιμετώπιση και καταξίωση της προσωπικής επιλογής ανάλογα με το χάρισμα εκάστου.

3. Η θεολογία και η θεογνωσία ως κριτήριο της πνευματικής ζωής

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θεωρείται από τους συστηματικότερους πατέρες της Εκκλησίας που συνέβαλε και αυτός αποφασιστικά στη διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος. Παρά δε το γεγονός της βαθύνοιας και της φιλοσοφικής υποδομής της θεολογικής σκέψης του, έκανε παράλληλα και τη μεγάλη θεολογική του παρέμβαση στη διαμόρφωση της κλασικής παιδείας και του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Έθεσε τις χριστιανικές αρχές και τις πνευματικές αξίες ως κριτήρια της γνώσης και της παιδείας, που παρέχονται από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ύψιστο κριτήριο για την αληθινή παιδεία και την αγωγή των παιδιών θεώρησε ότι πρέπει να είναι η θεολογία και κυρίως η θεογνωσία, αντί της ψευδούς φιλοσοφίας και της ειδωλολατρικής μυθοπλασίας. Είναι γνωστό, από την ιστορία, ότι τα περίφημα «έπη» του, όπου συμπεριέλαβε μια θαυμάσια τριαδολογική θεολογία και θεωρούνται ως μοναδικά αριστουργήματα της παγκόσμιας φιλολογίας και ιδιαίτερα της γόνιμης ποιητικής έκφρασης της θεολογίας της Ανατολής, σύντομα αντικατέστησαν τα Ομηρικά έπη στα ανώτατα φιλοσοφικά ιδρύματα της εποχής. Μέσα στα έργα αυτά έχουμε μια θαυμάσια σύνθεση της ανθρώπινης γνώσης και της αποκεκαλυμμένης θεολογίας. Η ακαδημαϊκή γνώση και παιδεία συναντάται με την ασκητική θεολογία της έρημου. Ο δάσκαλος δεν κρίνεται μόνο από το περιεχόμενο των λόγων του και της κοσμικής σοφίας του, αλλά πρώτιστα πρέπει να κρίνεται από το περιεχόμενο της σιωπής του, του στοχασμού του και της προσευχής του. Όπως γνωρίζουμε, ότι και η προσευχή δεν κρίνεται από το περιεχόμενο των λόγων, των αιτημάτων και της σχολαστικής «βαττολογίας», αλλά από τη βαθιά αίσθηση της κοινωνίας με το Θεό και της εμπιστοσύνης στη δική του πρόνοια. Η ουσιαστικότερη προσευχή είναι η προσευχή της σιωπής και μάλιστα η νοερά προσευχή. Ο ποιητικός λόγος είναι πάντοτε ουσιώδης, μεστός και δημιουργικός. Η ποίηση πάντα γεννάει ιδέες και ανοίγει νέους δρόμους στη σκέψη. Έτσι και τα ποιητικά έργα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ουσιωδέστερα από τα συστηματικά του, που δημιούργησαν μια νέα εποχή για τη θεολογία και τη χριστιανική παιδεία. Η θεολογική παραγωγή του αγίου Γρηγορίου μας ενθαρρύνει και προς την κατεύθυνση αυτή μιας σύνδεσης του συστηματικού λόγου με τον ποιητικό στοχασμό και της διδακτικής προσφοράς με τη σιωπή της προσευχής. Η θεολογία και η παιδεία κρίνονται από τη διπολικότητα αυτή του έργου του μεγάλου Θεολόγου του τετάρτου αιώνα.

4. Απέκδυση του πλούτου και της σοφίας και ένδυση της πτώχειας και της σεμνότητας

Πέρα από τα στοιχεία αυτά της προσωπικής ιδιαιτερότητας, υπάρχει και ένα άλλο κοινό γνώρισμα στους Τρεις Ιεράρχες μας, που ιδιαίτερα καλούμαστε να προβάλουμε σε κάθε εποχή, ως κριτήριο αληθινής θρησκευτικότητας και θεοσεβούς παιδείας. Κριτήριο για ηγέτες, δασκάλους, μαθητές και απλούς πιστούς.

Και οι τρεις Ιεράρχες υπήρξαν γόνοι πλούσιων και αριστοκρατικών οικογενειών. Και οι τρεις ήσαν ικανοί στη γνώση και στο νου και ταλαντούχοι χαρισματικοί στο πνεύμα και στη ψυχή. Η παιδεία τους σε όλα τα επίπεδα της γνώσης και της επιστήμης ήταν μοναδική και ανεπανάληπτη. Η δε κοινωνική τους καταξίωση αξιοζήλευτη από όλους. Ό,τι το εκλεκτότερο δηλαδή σε νου, σε γνώση, σε χαρακτήρα και προσφορά, όχι μόνο στον κοσμικό χώρο αλλά και στον εκκλησιαστικό, συγκεντρώθηκε στην τριάδα αυτή. Το θαυμαστό είναι ότι και οι τρεις αυτοί νέοι εισερχόμενοι στην Εκκλησία και θέτοντας τους εαυτούς τους στη διακονία του λαού του Θεού, απεκδύθηκαν όλα αυτά που είχαν και κατείχαν, γυμνώθηκαν και πτώχευσαν, κατά κυριολεξία, σε όλα τα επίπεδα προς χάριν της αγάπης του Χριστού και των εν Χριστώ αδελφών.

Ενώ σήμερα, δυστυχώς, συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.

Η ένταξή μας στο χώρο της Εκκλησίας δεν συνεπάγεται, όπως παλαιότερα, θυσίες και ταπεινώσεις, ονειδισμούς και διώξεις.

Η Εκκλησία, όμως, πάντοτε και σήμερα με την προβολή των τριών αυτών μεγάλων Ιεραρχών θέλει και προσπαθεί να μας στείλει κάποιο μήνυμα. Ας προσέξουμε και ας την ακούσουμε σεμνά και ταπεινά, ώστε με κάθε σεμνότητα και ταπείνωση να παραμένουμε ως πιστοί και να διακονούμε την Εκκλησία του Χριστού, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι».

Πράγματι, η Εκκλησία καλεί όλους μας με τη σημερινή εορτή να δεχθούμε τους Τρεις Ιεράρχες, όπως παλαιοτέρα έτσι και σήμερα, ως «φως» και «λυχνία» με το λόγο τους και τα έργα τους, για μια ορθή κατεύθυνση και της δικής μας πορείας. Μας καλεί όχι απλώς να μνημονεύσουμε τα ονόματά τους και να τους δοξάσουμε, αλλά να τους μιμούμαστε ως άτομα, ως λαός και έθνος, αν θέλουμε να επιβιώσουμε πνευματικά στους δύσκολους καιρούς. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν και πρέπει να συνεχίσουν να είναι φωστήρες αλλά και φωτοδότες της θεολογίας, της παιδείας και της εκκλησιαστικής διακονίας. Η ουσιαστική συμβολή τους δεν συνίσταται τόσο στα εξαίρετα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς τους, του θεολογικού στοχασμού τους και του ποιμαντικού έργου τους, όσο στη σύνθεση και στην εναρμόνιση της συμβολής τους, την οποία πραγματοποίησε η Εκκλησία με την προβολή της ενιαίας εορτής των Τριών Ιεραρχών.

Μοναχικό και ασκητικό ιδεώδες, κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση, ποιητική και δημιουργική θεολογία, θυσιαστική και μαρτυρική εμπειρία ζωής, είναι το τρίπτυχο μιας ισόρροπης θρησκευτικής αγωγής και κλασικής παιδείας. Κάθε απόπειρα και προσπάθεια από εμάς μιας άκριτης απολυτοποίησης, είτε της μοναχικής είτε της κοινωνικής, αλλά είτε της θεολογικής και της κοσμικής ερμηνείας για τα πράγματα του κόσμου τούτου και για τα πράγματα του Θεού, αποτελεί μεγάλο λάθος, γιατί ουσιαστικά διολισθαίνει προς την αίρεση. Το μεγάλο μυστικό ουσιαστικά βρίσκεται στη σύνθεση και στην εναρμόνιση των βασικών αυτών στοιχείων που μας υπενθυμίζει η εορτή των Τριών Ιεραρχών. Μια παιδεία και αγωγή που πλουτίζεται από τους κρουνούς της σοφίας και της πνευματικής εμπειρίας των Ιεραρχών μας δεν μπορεί παρά στο τέλος να δώσει και στην εποχή μας εύχυμους και αγαθούς καρπούς.

(Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», τ. Β΄)