IC.XC.NIKA

IC.XC.NIKA
IC.XC.NIKA
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Ο Όσιος Φιλογόνιος

Ο Όσιος Φιλογόνιος έζησε στα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Επιδόθηκε από την παιδική του ηλικία, στην εκμάθηση των ιερών γραμμάτων και έτσι αφιέρωσε τον εαυτό του στο Θεό.
Τόσο η ευγλωττία του όσο και η αναμφισβήτητη ευσέβεια και χρηστότης του, έκαναν τους χριστιανούς της Αντιόχειας να τον αναδείξουν σε επίσκοπο της μεγάλης και περίλαμπρης πόλης τους. Ο Φιλογόνιος ήταν δικηγόρος, ασκούσε το επάγγελμά του με γνώμονα τα φιλανθρωπικά του αισθήματα.
Οπότε μπορούσε, υπεράσπιζε τους συνανθρώπους του που είχαν αδικηθεί και ήταν αδύναμοι απέναντι στους καταπιεστές ειδωλολάτρες. Ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι ο επίσκοπος Αντιόχειας, ο Φιλογόνιος, ήταν έγγαμος και είχε μία θυγατέρα όταν χειροτονήθηκε.
Η οικογένειά του όμως δεν τον εμπόδισε να διατελέσει μεγάλο φιλανθρωπικό έργο και να αφιερωθεί στο ποίμνιό του. Ο Όσιος Φιλογόνιος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο εν ειρήνη.

Πληροφορίες ἀπό Saint.gr καί Μέγα Συναξαριστή (synaxarion.gr)

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Ὅσιος Ἀρσένιος, Ὅσιος Ἄρης

Ὁ Ὅσιος Ἀρσένιος ὁ Ἀσκητὴς ποὺ ἀσκήτευσε στὸ Λάτριο ὄρος

Πότε ἀκριβῶς ἔζησε δὲν μᾶς εἶναι γνωστό. Πάντως ἀπὸ τὰ βιογραφικά του στοιχεῖα συμπεραίνουμε ὅτι ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ 8ου καὶ 9ου αἰώνα.

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ πλούσια καὶ ἐπίσημη οἰκογένεια. Ὁ ἴδιος ἦταν πατρίκιος καὶ στρατηγός, τῶν Κιβυρραιωτῶν καὶ ἔπειτα στὸν Βυζαντινὸ στόλο.

Κάποτε ὅμως, σὲ μία φοβερὴ τρικυμία, ὁ στόλος καταποντίσθηκε καὶ διασώθηκε μόνο αὐτός. Τότε ἀφιέρωσε τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς του στὸν Θεό, ἀφοῦ ἔγινε μοναχὸς καὶ ζοῦσε μὲ αὐστηρὴ νηστεία καὶ προσευχή.

Ποῦ μόνασε πρῶτα δὲν τὸ γνωρίζουμε. Ἀργότερα κατέφυγε σὲ τόπο ἀπομονωμένο, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν τοποθεσία Ἱερὸ καὶ ἀπὸ ἐκει στὸ Λάτριο ὄρος, ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ αὐστηρότατη ἄσκηση. Ἀπὸ ἐκεῖ κλήθηκε νὰ διοικήσει τὴ Μονὴ Κελλιβάρων, ἀλλὰ ἐνοχλούμενος καὶ ἐπιζητώντας τὴν ἡσυχία, ἀναχώρησε καὶ κλείστηκε μέσα σὲ μιὰ τρύπα ταλαιπωρώντας τὸ σῶμα του. Ἀλλὰ οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς τὸν βρῆκαν καὶ τὸν ἐπανέφεραν στὴ Μονή, ὅπου ζοῦσε σ’ ἕνα κελὶ καὶ μόνο μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα, τὴν Κυριακή, ἔβλεπε τοὺς ἀδελφοὺς καὶ συνέτρωγε μὲ αὐτούς.
Προαισθάνθηκε τὸ τέλος τῆς ζωῆς του καὶ κάλεσε ὅλους τοὺς μοναχοὺς τῆς Μονῆς καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε κατάλληλες πνευματικὲς συμβουλές, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ὅσιος Ἄρης

Ἕνας ἀπὸ τοὺς Ὁσίους καὶ σοφοὺς ἀσκητὲς τῆς Αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, τοῦ ὁποίου ἀποφθέγματα ὑπάρχουν στὸν Εὐεργετινό.
Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1442/sxsaintinfo.aspx
http://www.synaxarion.gr/gr/sid/1441/sxsaintinfo.aspx

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ


Γεννήθηκε τὸ 410 μ.Χ., στὸ χωριὸ Μαρουθὰ τῆς περιφερείας Σαμοσάτων.

Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἠλίας καὶ Μάρθα. Ὁ Δανιὴλ γεννήθηκε ἐνῶ ἡ μητέρα του ἦταν στείρα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ γονεῖς του ὑποσχέθηκαν νὰ τὸν ἀφιερώσουν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἀνέθρεψαν μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια, καὶ οἱ κόποι τους δὲν πῆγαν χαμένοι. Ὁ Δανιὴλ ἀπέδωσε καρπούς.

Νεαρὸς ἀκόμα, πήγαινε στὶς γειτονικὲς πόλεις καὶ ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔπειτα πῆγε σὲ κοινόβια Μονή, ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ εὐσεβεῖς ἀσκήσεις, θεολογικὲς μελέτες καὶ καλλιέργεια τῆς ταπεινοφροσύνης.

Κάποτε, σ’ ἕνα ταξίδι μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς, συνάντησε τὸ Συμεὼν τὸν Στυλίτη καὶ πῆρε τὴν εὐλογία του. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ Δανιὴλ ξαναπῆγε στὸν Συμεὼν καὶ ζήτησε τὴν συμβουλή του ποῦ νὰ πάει. Ὁ Συμεὼν τὸν συμβούλευσε νὰ πάει στὴν Κωνσταντινούπολη, πράγμα ποὺ ὁ Δανιὴλ ἔπραξε. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ στὴν Προποντίδα.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, εἶδε ὅραμα τὸν Συμεὼν νὰ τὸν καλεῖ. Ὁ Δανιήλ, ἐρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἔκτισε ὑψηλὸ στύλο καὶ ἐγκαταστάθηκε πάνω σ’ αὐτόν. Σκοπὸς τῆς ἐγκατάστασής του πάνω στὸν στύλο, ἦταν ὁ ἀγῶνας γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν παθῶν καὶ ἡ ἀπόκτηση περισσότερων ἀρετῶν.
Ἔλαβε τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ἦταν σημαντικὴ ἡ συμμετοχή του στὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας. Πέθανε 80 χρονῶν, πλήρης «καρπῶν δικαιοσύνης τῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Δηλαδὴ γεμάτος ἀπὸ καρπούς, ποὺ παράγει ἡ ἀρετὴ καὶ ποὺ κατορθώνονται διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

synaxarion
πηγή: http://atheatignosi.blogspot.gr/2012/12/11_11.html

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΥ


Βίος τοῦ Ὁσίου Σάββα

1. Παιδικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ ἀποταγὴ τοῦ κόσμου· ἀσκητικοὶ ἀγῶνες εἰς τὴν Μονὴν τῶν Φλαβιανῶν (439-456)

Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ ἡγιασμένος ἐγεννήθη τὸ ἔτος 439 ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους γονεῖς εἰς τὴν πόλιν Μουταλάσκην τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατήρ του, στρατιωτικὸς εἰς τὸ ἐπάγγελμα, ἠναγκάσθη νὰ μεταβῇ μετὰ τῆς συζύγου του Σοφίας, εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν διὰ ὑπηρεσιακοὺς λόγους, ἀναθέτοντας τὴν ἀνατροφὴν τοῦ μικροῦ Σάββα ὁ ὁποῖος ἦταν μόλις πέντε ἐτῶν εἰς τὸν συγγενῆ του Ἑρμία. Μετὰ ἀπὸ λίγο χρονικὸ διάστημα, δυσαρεστηθεὶς ὁ Σάββας ἀπὸ τὴν συμπεριφορὰν τῆς συζύγου τοῦ θείου του καὶ ἀπὸ τὴν ἐπακολουθήσασαν διαμάχην μεταξὺ τῶν θείων του, Ἑρμίου καὶ Γρηγορίου, διὰ τὴν ἀνατροφήν του καὶ τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν γονέων του, περιφρόνησε τὸν κόσμο καὶ εἰς ἠλικίαν ὀκτὼ ἐτῶν ἐνετάγη εἰς μοναστήριον ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα Φλαβιαναί. Ἐκεῖ ἐπεδόθη εἰς τὴν ἐκμάθησιν τοῦ ψαλτηρίου καὶ τῶν μοναχικῶν ὑποχρεώσεων καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν θεοειδῶν ἀρετῶν καὶ διέπρεψεν εἰς τὴν ἐγκράτειαν τὴν σωματικὴν κακοπάθειαν, τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὴν ὑπακοήν. Ἀνεδείχθη ἀνώτερος ὅλων τῶν συμμοναστῶν του, πάνω ἀπό 65 τὸν ἀριθμόν. Θέλοντας ὁ Θεὸς νὰ προμηνύσῃ τὴν ἁγιότητα εἰς τὴν ὁποία θὰ ἔφθανε, τὸν χαρίτωσε μὲ ἀκράδαντον καὶ θαυματουργὸν πίστιν. Κάποτε εἰσῆλθεν εἰς ἀναμμένον φοῦρνον, ἀφοῦ ὁπλίσθηκε μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἔκβαλε, σῶος καὶ ἀβλαβὴς, τὰ ἐνδύματα τὰ ὁποῖα ὁ ἀρτοποιὸς εἶχε λησμονήσει.
2. Μετάβαση εἰς τὴν Παλαιστίνην, ἄσκηση εἰς τὸ κοινόβιον τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου καὶ πλησίον τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου

Ἔχοντας συμπληρώσει εἰς τὸν χῶρον τῶν Φλαβιανῶν δέκα ἔτη ἀγώνων, ἐζήτησε τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἡγουμένου, νὰ μεταβῇ ὁριστικῶς εἰς τὴν Ἁγίαν Πόλιν τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀφοῦ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀνεβαίνῃ διαρκῶς ἀπὸ δόξαν εἰς δόξαν, ἡσυχάζοντας εἰς τὴν ἔρημο. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ παρεῖχε τὴν ἄδειαν ἔπειτα ἀπὸ θεϊκὴν ὀπτασίαν, καὶ ἔτσι ὁ Σάββας, εἰς ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν, ἔφθασεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ φιλοξενήθηκε εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Πασσαρίωνος, ὅπου καὶ διέμεινε τὸν χειμῶνα τοῦ ἔτους 456 πρὸς 457. Παρὰ τὰς προτροπάς τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Ἐλπιδίου καὶ ἄλλων ἀδελφῶν νὰ παραμείνῃ μαζί τους, ὁ Σάββας εἶχε διαρκῶς εἰς τὸ μυαλό του νὰ συναριθμηθῇ μὲ τοὺς ἀναχωρητάς, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦντο ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ θαυματουργοῦ Εὐθυμίου τοῦ Μεγάλου, δι᾿ αὐτὸ ἒλαβε τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἐλπιδίου καὶ πῆγε νὰ συναντήσῃ τὸν Μέγαν Εὐθύμιο.

Ὁ Εὐθύμιος ἀρνήθηκε νὰ κρατήσῃ τὸν Σάββαν εἰς τὴν Λαύρα του, ἀντιθέτως τὸν ἔστειλε εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἀββᾶ Θεοκτίστου, λέγοντάς του νὰ φροντίζῃ τὸν Σάββα, διότι αὐτὸς θὰ διέπρεπε εἰς τὴν μοναστικὴν ζωήν. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ Μέγας Εὐθύμιος, διὰ νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα στὸν Σάββα νὰ μὴν δέχεται νέους ἀγενείους, ὅταν θὰ ἵδρυε τὴν δικήν του Λαύραν καὶ θὰ γινόταν νομοθέτης καὶ ἀρχηγὸς ὅλων τῶν ἀναχωρητῶν ἀπὸ τὴν Παλαιστίνην. Ὁ νεαρὸς Σάββας ἐδέχθη τὴν ὁδηγίαν τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου ὡς θέλημα Θεοῦ καὶ ὑπακούοντας τὸν Ἀββᾶ Θεόκτιστο ἐνίσχυσε τοὺς προτέρους ἀγῶνας του μὲ τὴν νηστείαν, τὴν ἀγρυπνίαν, τὴν ταπεινοφροσύνην καὶ τὴν ὑπακοὴν προσθέτοντας τὴν ἀγάπην καὶ τήν ἐπιτηδειότηταν εἰς τὰς ἐκκλησιαστικάς ἀκολουθίας, τὴν ἀποδοτικωτάτην διακονίαν καὶ ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑπολοίπων μοναχῶν, γενικῶς δηλαδὴ τελείως ἄψογην διαγωγήν.

Εἰς τοιαύτην θαυμαστὴν πολιτείαν διέμεινε ὁ Ἅγιος Σάββας δέκα ἔτη, μέχρι τὸν θάνατον τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου καὶ ἀκόμα δύο, μέχρι τὴν κοίμησιν τοῦ διαδόχου του Θεοκτίστου Μάριδος. Ἀπὸ τὸν νέον Ἡγούμενον Λογγίνον, ὁ Ἅγιος ζήτησε νὰ τοῦ ἐπιτρέψῃ τὴν ἡσυχαστικὴν ζωήν ἔχοντας ὁ Λογγίνος εἰς τὸ μυαλὸ του τὴν ὑψηλοτάτη ἀρετὴ τοῦ Σάββα, ἔχοντας λάβει καὶ τὴν γνώμην τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου, τοῦ τὴν ἐπέτρεψε. Ἀπὸ τότε καὶ διὰ πέντε ἔτη ὁ Ἅγιος Σάββας διέμενε τὰς πέντε ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος νῆστις εἰς ἕνα σπήλαιον νότια τῆς Μονῆς, εἰς τὸ ὁποῖο προσευχόταν καὶ ἐργαζόταν καὶ μόνον τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς ἐπέστρεφε στὴν Μονήν, γιὰ νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐργόχειρά του καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς κοινάς προσευχάς. Καθ᾿ ὅλην τήν διάρκειαν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἅγιος Σάββας διέμενε μὲ τὸν Μέγαν Εὐθύμιον καὶ τὸν μακάριον Δομετιανόν, μαθητὴν ἐκείνου, εἰς τὴν πανέρημον τοῦ Ῥουβᾶ, μεταξὺ τοῦ Χειμάρρου τῶν Κέδρων καὶ τῆς Νεκρᾶς Θαλάσσης, μὲ νηστείαν, ὀλιγοποσίαν, προσευχὴν καὶ ἀγρυπνίαν. Τὴν συνήθειαν αὐτὴν διετήρησε ὁ Ἅγιος καὶ κατά τά μετέπειτα ἔτη. Στὶς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 473 ὁ μέγας πατὴρ ἡμῶν Εὐθύμιος κοιμήθηκε ὁσιακῶς ἐν εἰρήνῃ.
3. Ἀπομόνωσις τοῦ Ἁγίου Σάββα εἰς τὴν ἔρημον, ἵδρυσις τῆς Ἱερᾶς Λαύρας καὶ ἀνάδειξις τοῦ Ἁγίου εἰς ἀρχηγὸν τῶν ἀναχωρητῶν (473-493)

Τότε ὁ Ἅγιος Σάββας, κατὰ τὸ τριακοστὸ πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν θέλησε νὰ ἐπιστρέψῃ στὸ Κοινόβιο, ἀλλὰ κατευθύνθηκε πρὸς τὰς ἀνατολικάς ἐρήμους Ῥουβᾶ καὶ Κουτυλᾶ, τὴν ἴδια περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἅγιος Γεράσιμος ὁ Ἰορδανίτης ἔλαμπε εἰς τὴν ἔρημον τοῦ Ἰορδάνου. Εἰς τὰς ἐρήμους αὐτὰς συνεδέθη πνευματικῶς μὲ τὸν Ἅγιο Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην μέσῳ τοῦ μοναχοῦ Ἄνθου, ὅπου διέμεινεν ὁ Ἅγιος Σάββας τέσσερα ἔτη. Τότε κέρδισε τὴν κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν θηρίων πλήρην ἀφοβίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν βαρβάρων, χάριν εἰς τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀρετήν του. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ προσετάχθη ἀπὸ ἄγγελον πάνω εἰς τὸ ὂρος τῆς Εὐδοκίας, μετώκησε εἰς τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ χειμάρρου τῶν Κέδρων, εἰς τὸ σπήλαιον τὸ ὁποῖον ἕως σήμερα δείκνυται ὡς τὸ σπήλαιον τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἔναντι τῆς Λαύρας. Πέντε χρόνια μετὰ ἢρχισαν νὰ συναθρίζονται κοντά του ἐρημίται καὶ ἀναχωρηταί, ἕως ἑβδομήκοντα τὸν ἀριθμὸν, ἄνδρες οὐράνιοι καὶ χαριτοφόροι, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν καὶ τὴν πρώτην συνοδείαν τῆς Λαύρας τὸ ἔτος 483. Μετὰ τὴν πρώτην ὀργάνωσιν τῆς Λαύρας καὶ τὴν ἀνάβλυσιν ἁγιάσματος θαυματουργικῶς μετὰ ἀπὸ προσευχὴν τοῦ Ἁγίου, ὁ Ἅγιος Σάββας εἶδε εἰς τὴν δυτικὴν ὄχθην, ἀπέναντι τοῦ σπηλαίου του, νὰ ὑψώνεται εἰς τὸν οὐρανὸν στύλος πύρινος. Ἀφοῦ ἐρεύνησε τὸν τόπον τοῦ θαύματος τὴν ἑπομένη μέρα, βρῆκε τὸ Θεόκτιστο σπήλαιον, τὸ ὁποῖο εἶχε κατάλληλην μορφὴν γιὰ νὰ γίνῃ ναός. Αὐτὸν κατέστησε κέντρο τῆς Λαύρας ὁ Ἅγιος Σάββας, ὀργανώνοντας καὶ τὰς ὑπολοίπους ὑπηρεσίας. Ἡ συνοδεία του ἔφτανε τότε τοὺς ἑκατὸν πεντήκοντα μοναχούς.

Θὰ ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ μὴν ἐνταθοῦν οἱ πειρασμοὶ καὶ τὰ σκάνδαλα τοῦ διαβόλου, ἐναντίον ἑνὸς τόσου θεικοῦ σχεδίου. Ὁ Ἅγιος Σάββας ὑπέστη τὴν περιφρόνησιν καὶ τὴν συκοφαντίαν ἐκ μέρους τῶν δικῶν του μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Σαλλούστιον τὴν ἀντικατάστασίν του εἰς τὴν ἡγουμενία. Ὁ Πατριάρχης Σαλλούστιος ἀντὶ αὐτοῦ γνωρίζοντας τὴν ἁγιότητα τοῦ Σάββα, τὸν ἐχειροτόνησε πρεσβύτερον, καὶ ἀνακαίνισε τὴν Θεόκτιστη Ἐκκλησία τήν δωδεκάτην Δεκεμβρίου τοῦ 491.

Ἡ ἐπὶ γῆς οὐράνια πολιτεία τοῦ Ἁγίου Σάββα συνεχιζόταν: ἡ προσέλευση μοναχῶν, καὶ ἰδιαιτέρως Ἀρμενίων, αὐξανόταν ὅπως ἐπίσης τὰ θαύματα καὶ ἡ ἄσκησις τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴν ζοῦσε ὑπεράνθρωπα εἰς τὴν πανέρημον ζωήν. Εἰς τὴν Λαύρα προσῆλθε ὁ ὁσιώτατος Ἰωάννης, ἐπίσκοπος Κολωνίας, ὡς ἁπλὸς μοναχός, ὁ ὁποῖος ἀργότερα κατέστη περιβόητος διὰ τὴν ἀρετήν του. Τὸ 492 ὁ Ἅγιος Σάββας ἦλθε στὸ φρούριο τοῦ Καστελλίου, εἰς τὴν ἔρημο βορειοανατολικὰ τῆς Λαύρας καί, ἀφοῦ ἐξεδίωξε τοὺς δαίμονας οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχαν ἐκεῖ, οἰκοδόμησε κοινόβιον καὶ τοποθέτησε μοναστικὴν ἀδελφότητα. Μετὰ ἀπὸ λίγον καιρὸν ὁ Πατριάρχης Σαλλούσιος ἀνέδειξε τὸν μὲν Σάββα ἄρχοντα καὶ νομοθέτην ὅλων τῶν ἀναχωρητῶν καὶ κελλιωτῶν, ποὺ ὑπαγόταν εἰς τὴν Ἁγία Πόλιν, τὸν δὲ Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην ἀρχηγὸν καὶ ἀρχιμανδρίτην ὅλων τῶν κοινοβίων. Διὰ αὐτὸ ὁ Ἅγιος Σάββας ἔλεγε χαριέντως πρὸς τὸν Ἅγιον Θεοδόσιον ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν «ἡγούμενος ἡγουμένων», ἐνῶ ὁ Θεοδόσιος «ἡγούμενος παιδίων», δηλαδὴ ἀρχαρίων.
4. Οἰκοδόμησις τοῦ Ναοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου. Ἀποχώρησις τοῦ Ἁγίου ἀπὸ τὴν Λαύρα (494-508)

Τὸ ἔτος 494 ἤρχισαν καὶ αἱ ἐργασίαι ἀνοικοδομήσεως τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεοτόκου, τῆς ὁποίας ἔγιναν ἀρκετὰ ἔτη ἀργότερα, τὴν 1η Ἰουλίου τοῦ 501, διότι ὁ Θεόκτιστος Ναὸς καὶ ὁ μικρὸς εὐκτήριος οἶκος δὲν ἐπαρκοῦσαν διὰ τὰς λατρευτικὰς ἀνάγκας τῆς Λαύρας.

Ὡστόσο οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι πρό ὀλίγων ἐτῶν εἶχαν κατηγορήσει τὸν Ἅγιο, ἐστασίασαν καὶ πάλιν εἰς τέτοιον βαθμόν ὣστε νὰ ἀναγκασθῇ ὁ Ἅγιος Σάββας, καὶ νὰ μὴν τοὺς ἐνοχλήσῃ περισσότερον, νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Λαύραν. Ἡ ἀπουσία του διήρκεσε πέντε ἔτη (503-508), κατὰ τὰ ὁποῖα συνέστησε δύο νέα κοινόβια εἰς τὰ Γάδαρα καὶ εἰς τὴν Νικόπολιν, εἰς τόπους ὅπου προσήρχοντο πρὸς αὐτόν πιστοί, διὰ νὰ μονάσουν κοντά του. Τελικῶς ἡ ἀποκατάστασίς του εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἡγουμένου εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν φυγὴν τῶν στασιαστῶν ἀπὸ τὴν Μεγίστην καὶ τὴν ἐγκαταβίωσίν των εἰς τὴν Νέαν Λαύραν· καὶ ὅμως ὁ ἀνεξίκακος Ἅγιος καὶ ἐκεῖ τοὺς βοήθησε νὰ κτίσουν καὶ νά διοργανώσουν τὴν Λαύρα των ἐγκαθιστώντας εἰς αὐτοὺς ἡγούμενον τόν ἁγιώτατον Ἰωάννη.
5. Ἵδρυση νέων Μονῶν, πρώτη μετάβασις εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ὁ ἀγών του κατὰ τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ (509-516)

Τὰ ἑπόμενα ἔτη ὁ Ἅγιος ἐπεδόθη εἰς τὴν καλλιέργεια τῶν πνευματικῶν του τέκνων. Συνέστησε μέχρι τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου του ἄλλας δύο Λαύρας, αὐτὴν τοῦ Ἐπταστόμου (512) καὶ αὐτὴ τοῦ Ἱερεμίου (531) ἀλλὰ καὶ ἄλλα δύο κοινόβια, τὸ τοῦ Σπηλαίου (509) καὶ τὸ τοῦ Σχολαρίου (512). Τὴν τελευταίαν εἰκοσαετία τῆς ζωῆς του ἐλάμπρυναν καὶ ἄλλαι θαυμασταί πράξεις αἱ ὁποῖαι εἶχαν τεράστια σημασία διὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ τὴν παγκόσμιαν ἱστορίαν. Ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν μεθοδεύσεων τοῦ μονοφυσίτου αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491-518) καὶ τῶν πρωτοστατῶν τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ «Ἀκεφάλων» Σευήρου, Φιλοξένου καὶ Σωτηρίχου αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι τῆς Ἀνατολῆς περιήρχοντο σταδιακῶς εἰς τὰ χέρια μονοφυσιτῶν ἐπισκόπων. Ὁ Ἅγιος Σάββας μετὰ ἀπὸ παρακίνησιν τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων Ἠλία (494-516) μετέβη εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν τὸ 512 ὅπου κατόρθωσε μὲ τὴν φήμην καὶ τὴν ἁγιότητά του νὰ πείσῃ τὸν αὐτοκράτορα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐξορία τοῦ Ἠλία. Ὅταν τὸ ἑπόμενο ἔτος ἡ ἐκτόπισις τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου ἐτέθη ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος εἰς ἐφαρμογή, ὁ Ἅγιος Σάββας συγκέντρωσε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ὅλους τούς μοναχούς τῆς ἐρήμου, διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸν Ἠλία, καὶ ἀναθεμάτισε τοὺς αἱρετικοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ αὐτοκράτορος. Παρόμοια κινητοποίησιν ἐφήρμοσε τρία ἔτη ἀργότερα, τὸ 516, διὰ νὰ στηρίξῃ εἰς τὴν Ὀρθοδοξίαν τὸν νέον Πατριάρχην Ἱεροσολύμων, Ἰωάννην τὸν Γ´ (516-524) βοηθούμενος ἀπὸ τὸν Ἅγιον Θεοδόσιον τὸν Κοινοβιάρχην. Ἡ κινητοποίησις αὐτὴ διεφύλαξε τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Ἱεροσολύμων εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν, τὴν στίγμην κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Ἐκκλησίαι Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας καὶ Ἀντιοχείας εἶχον περιέλθει εἰς μονοφυσίτας Πατριάρχας. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ἡ Ὀρθοδοξία ἀποκατεστάθη πλήρως.
6. Συνέχισις τῆς oσιακῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα, Συνάντησις μὲ τὸν Ἰουστινιανὸν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, Κοίμησις τοῦ Ἁγίου (516-532)

Ἡ δευτέρα μετάβασις τοῦ Ἁγίου Σάββα εἰς τὴν βασιλεύουσα ἔλαβε χώρα περίπου εἴκοσι ἔτη μετὰ τὴν πρώτην τὸ 530, ὅταν ὁ Ἅγιος ἦτο ἐνενήκοντα ἐτῶν. Ὁ Ἅγιος πέτυχε ἐκεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς Παλαιστίνης ἀπὸ τὰ σκληρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανὸς ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ, συνεπείᾳ τῶν ταραχῶν, τὰς ὁποίας εἶχε προκαλέσει ἡ ἐξέγερσις Σαμαρειτῶν καὶ Ἰουδαίων (529). Ὁ Ἅγιος παρότρυνε ἀκόμη τὸν εὐσεβῆ βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀντιληφθεῖ ὁ ἴδιος μὲ ὀπτασία τὴν ἁγιότητα τοῦ Σάββα, νὰ προβῇ εἰς τὴν δίωξιν τῶν αἱρέσεων τοῦ Ἀρείου, Νεστορίου καὶ Ὠριγένους καὶ εἰς τὰ κοινωφελῆ ἔργα εἰς τὴν Παλαιστίνη, ἔναντι τῶν ὁποίων θὰ ἀπεκόμιζε ἐπέκτασιν τῆς αὐτοκρατορίας εἰς τὴν Ἀφρικὴν καὶ Ἰταλίαν. Πράγματι ἡ εὐλογία καὶ ἡ προφητεία αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα ἐξεπληρώθη. Αἱ νίκαι τῶν στρατηγῶν Βελισσαρίου καὶ Ναρσὴ ἔφεραν καὶ πάλιν τὰ δυτικὰ τμήματα τῆς Αὐτοκρατορίας ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Πόλεως. Τοιαύτη ἦτο ἡ προφητικὴ χάρις τοῦ Ἁγίου Σάββα. Πόσα ἐκ τῶν θαυμάτων τοῦ Ἁγίου μπορεῖ κάποιος νὰ διηγηθῇ καὶ ποιὸν νὰ θαυμάσῃ πρῶτον!

Ἡ χάρις του ἔφτασε καὶ ἕως ὅτου νὰ λύσῃ μὲ τὴν προσευχὴν του πενταετῆ ἀνομβρία στὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν ὁποία εἶχε προκαλέσει ἡ ἄδικος ἐκτόπισις τοῦ Πατριάρχου Ἠλιοὺ καὶ ἡ ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὀργὴ Θεοῦ τὸ ἔτος 520. Ὅμως ἡ ἐπιστροφή του ἀπό τὴν Βασιλεύουσα σήμαινε καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ τέλους τῆς ἐπιγείου πολιτείας του. Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Ἡγιασμένος ἀναπαύθηκε ἐκ τῶν κόπων του τήν 5ην Δεκεμβρίου τοῦ 532 μ.Χ. Εἶχε ζήσει εἰς τὸ Κοινόβιον τῶν Φλαβιανῶν δέκα ἔτη, ἕως τοῦ 18ου ἔτους τῆς ἡλικίας του, δεκαεπτὰ ἔτη εἰς τὸ κοινόβιο τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου εἰς τὴν Παλαιστίνη καὶ πεντήκοντα ἐννέα ἔτη εἰς τὴν ἔρημον καὶ στὴν Μεγίστην Λαύραν. Τὸ ἔτος 547 τὸ τίμιον λείψανόν του εὑρέθη ἐντὸς τοῦ μνήματος, σῶον καὶ ἀδιάλυτον, μεταφέρθηκε δὲ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν πολλοὺς αἰῶνας ἀργότερα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους εἰς τὴν Βενετία τὸ 1204. Τὸ 1965 ἐπιστράφηκε ὁριστικῶς εἰς τὴ Μεγίστη Λαύρα. Ἡ πρωτοφανὴς ἀπήχησις τῆς ζωῆς του στοὺς πιστοὺς εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν συγγραφὴν τοῦ Βίου του ἀπὸ τὸν Κύριλλο τὸν Σκυθοπολίτη τὸ ἔτος 557. Ἐφ᾿ ὅσον κατὰ τοὺς ἀψευδεῖς λόγους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὸ ποιὸν τῶν ἀνθρώπων γνωρίζεται ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων τους. Ἡ περαιτέρω πορεία τῆς Ἱερᾶς καὶ Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ὁσίου Σάββα ἀποτελεῖ καρπὸν τῆς θεϊκῆς ἀρετῆς τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπόδειξις τῆς δόξης καὶ παρρησίας τῆς ὁποίας βρῆκε πλησίον τοῦ Θεοῦ, διὰ τῶν ὁποίων σώζει μέχρι σήμερα τὸ κυριώτερον μοναστικὸν καθίδρυμα τῆς ἐρήμου τῆς Ἰουδαίας. Ἀληθινὰ προκαλοῦν τὸν θαυμασμὸν τὰ ἀπειράριθμα θαύματα τοῦ Ὁσίου ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπήχησις τῆς μοναστικῆς ζωῆς τῆς Λαύρας του, ἡ ὁποία ἀποτέλεσε πρότυπο καὶ καθοριστικὸ παράγοντα εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς μοναστικῆς ζωῆς καὶ τῆς λατρευτικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας ἀνὰ τὴν Οἰκουμένη, ἐκτὸς τῶν ὁποίων προσέφερε πλῆθος Ἁγίων ἀνδρῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων, ἀνάμεσα εἰς τοὺς ὁποίους διαλάμπει ἰδιαιτέρως ὁ μέγιστος Θεολόγος τοῦ 8ου αἰῶνα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα διαδόθηκε τάχιστα ἀπὸ τὴν Ρώμη ἕως καὶ τὴν Γεωργίαν τοῦ Καυκάσου. Οἱ διάδοχοί του εἰς τὴν ἡγουμενία ἀνέδειξαν τὴν Λαύραν προπύργιον τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὴν Παλαιστίνη κατὰ τοῦ Ὠριγενισμοῦ, Μονοθελητισμοῦ, Εἰκονομαχίας καὶ Παπισμοῦ μὲ πανορθόδοξον ἐμβέλειαν. Μετὰ τοὺς μέσους χρόνους ἡ Λαύρα ἀνεδείχθη παιδευτήριον τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητας, τὰ μέλη τῆς ὁποίας ἔπαιρναν ἀπὸ τὴν Λαύραν προπαίδειαν τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ πεῖρα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων. Ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὴν πρεσβείαν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Σάββα: «Λαμπρὰ τοῦ πεφωτισμένου πατρὸς ἡμῶν Σάββα τὰ θεῖα χαρίσματα· ἡ μὲν γὰρ πολιτεία ἔνδοξος, ὁ δὲ βίος ἐνάρετος καὶ ἡ πίστις Ὀρθόδοξος. Καὶ τοῦτο μὲν ἐκ μέρους ἤδη διὰ τῶν εἰρημένων ἀπεδείχθη».

Πηγή: jerusalem-patriarchate.info
Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα ἐν Ἱεροσολύμοις

Ἡ ὀνομαστοτέρα λαύρα τῆς Παλαιστίνης, ἐξ ὅσων ἐσώθησαν, καὶ μία τῶν σπουδαιοτέρων τῆς ὅλης Ἀνατολῆς καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ ἐν γένει, ἐπὶ τῆς ὄχθης τοῦ χειμάῤῥου τῶν Κέδρων, ΝΑ. τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς ἀπόστασιν τριῶν περίπου ὡρῶν ἀπ᾿ αὐτῆς, καλουμένη «ἡ Μεγάλη Λαύρα», σήμερον «Μὰρ Σαβά», ἀνήκουσα δὲ εἰς τοὺς ὀρθοδόξους.

Ἡ ἀρχὴ τῆς ἱδρύσεώς της ἀνάγεται εἰς τὸν χρόνον, καθ᾿ ὃν ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Ἡγιασμένος, ἀποχωρισθεὶς τοῦ Μεγάλου Εὐθυμίου, ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς ἀπρόσιτον σπήλαιον ἐπὶ τῆς δεξιᾶς ὄχθης τοῦ χειμάῤῥου τῶν Κέδρων. Ἐνταῦθα, ἰδίως ἀπὸ τοῦ 484, ἤρχισαν νὰ προσέρχωνται πλεῖστοι ἀναχωρηταί, οἱ ὁποῖοι παρεκάλουν τὸν Σάββαν, ὅπως δεχθῇ αὐτοὺς ὑπὸ τὴν χειραγωγίαν του. Εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν ἑβδομήκοντα, ἀρχικῶς, συναθροισθέντων, παρεχώρει κελλίον, ἀρξάμενος, συγχρόνως, τῆς ἀνεγέρσεως διαφόρων οἰκοδομῶν τῆς κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον ἱδρυθείσης Λαύρας. Πρὸς τούτοις ᾠκοδόμησε πύργον κατὰ τὰς Β. πηγὰς τοῦ χειμάῤῥου καθὼς καὶ εὐκτήριον οἶκον, εἰς τὸν ὁποῖον συνήθροιζε τοὺς ἀναχωρητὰς πρὸς τέλεσιν τῆς Θ. Λειτουργίας, ὁσάκις ἤρχετό τις ἐκεῖ τῶν ἱερωμένων. Ὅτε ὅμως ηὐξήθη ἡ κοινότης, μετέβαλε τὸ σπήλαιόν του εἰς ναόν, ὅστις ἀπεκλήθη «Θεόκτιστος», ὡς διασῴζων «ναοῦ Θεοῦ τύπωμα». Αἱ οἰκοδομαὶ ἔληξαν τὸ 486, τὰ δ᾿ ἐγκαίνια τοῦ «Θεοκτίστου» ἐτελέσθησαν τὴν 12ην Δεκεμβρίου τοῦ 491 (Κυρίλλου Σκυθοπολίτου, Βίος Σάββα § 19).

Πρὸς Β. τῆς Λαύρας ὑπὸ τοῦ ἰδίου Ὁσίου Σάββα ἱδρύθη προπαιδευτικὸν κοινόβιον, τῶν ἐπιθυμούντων νὰ εἰσέλθουν εἰς αὐτήν. Πλησίον ἐπίσης τῆς λαύρας καὶ εἰς τὴν τοποθεσίαν Καστέλλια, ἱδρύθη ὁμώνυμον κοινόβιον διὰ τοὺς γεγηρακότας καὶ ἀνικάνους νὰ ἐργασθοῦν δι᾿ ἑαυτοὺς ἀσκητάς. Ἀκολούθως ἱδρύθη ἡ μεγάλη ἐκκλησία τῆς Θεοτόκου εἰς τὴν Μονήν.

Τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Μονῆς λόγῳ τῆς θέσεώς της εἶναι ἀκανόνιστον καὶ ἀνώμαλον. Εἰς τὸ κέντρον τῆς αὐλῆς εὑρίσκεται τὸ κουβούκλιον, περιλαμβάνον τὸν τάφον τοῦ Ὁσίου, ἀριστερὰ δ᾿ αὐτοῦ εὐρύτατον ἀρχονταρίκιον. Ἀπέναντι τοῦ κουβουκλίου εὑρίσκεται ὁ Ναὸς τῆς Θεοτόκου (τοῦ Εὐαγγελισμου) καὶ πρὸς Β. τὸ σπήλαιον τοῦ Ὁσίου, τὸ ὁποῖον μετέτρεψεν εἰς ναόν, τὸν «Θεόκτιστον». Ἐνταῦθα εὑρίσκεται καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Νικολάου.

Ἐκ τῶν παρεκκλησίων ἀναφέρομεν τὰ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου καὶ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ.

Ὁ καλούμενος πύργος τοῦ Ἰουστινιανοῦ ὑπερβαίνει τὰ 18 μέτρα. Πρὸς Β. τοῦ Ναοῦ τῆς Θεοτόκου εὑρίσκεται ἡ τράπεζα (ἑστιατόριον τῶν πατέρων), ἔτι δὲ βορειότερον τὸ παρεκκλήσιον Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.

Ἐκτὸς καὶ πέριξ τῆς λαύρας εὑρίσκονται: Τὸ ἁγίασμα-κελλίον τοῦ Ὁσίου Σάββα, τὰ κελλία τῶν Ἁγίων Ξενοφῶντος, καὶ τῶν υἱῶν αὑτοῦ Ἰωάννου καὶ Ἀρκαδίου, τὸ σπήλαιον Ἰωάννου τοῦ Ἡσυχαστοῦ καὶ τὸ τῆς Ὁσίας Σοφίας, μητρὸς τοῦ Σάββα.

Ἡ ἱστορία τῆς λαύρας ἄρχεται μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ ἱδρυτοῦ της, δικαίως δὲ ἐλέχθη ὅτι εἶναι αὕτη αὐτὴ ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, καθόσον ὄχι μόνον ἀσκητικὸν κέντρον ἀνεδείχθη, ἀλλὰ καὶ μητρόπολις τῶν ἄλλων Μονῶν, διδάσκαλος τοῦ Τυπικοῦ τῆς Ἐκκλησίας, θεολογικὸν καὶ δογματικὸν κέντρον, τροφὸς (σχολὴ) ποιητῶν καὶ μελῳδῶν καὶ προστάτις ἀγωνισθεῖσα κατὰ βαρβάρων καὶ ἐπιδρομέων.

Μεσοῦντος ἤδη τοῦ ΣΤ´ αἰῶνος ἐσημειώθησαν αἱ ὠριγενιστικαὶ ἔριδες, αἱ ὁποῖαι ἐδίχασαν τοὺς μοναχοὺς τῆς λαύρας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἱδρυθῇ ἡ Νέα τοιαύτη μὲ τροφίμους ἅπαντας ὠριγενιστάς. Οὗτοι μετ᾿ ἄλλων, 40 περίπου τὸν ἀριθμόν, ἐκ τῆς Μεγάλης λαύρας, καὶ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν Νόννου καὶ Λεοντίου, ὥρμησαν κατ᾿ αὐτῆς σκοποῦντες νὰ τὴν καταστρέψουν. Τοῦτο βεβαίως οὐδέποτε ἐγένετο, ὁ δὲ Νόννος ἐπέστρεψεν εἰς τὴν βάσιν του, τὴν Νέαν λαύραν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι ἐξεδιώχθησαν ἅπαντες οἱ Νεολαυρίται ὠριγενισταὶ καὶ ἀντικατεστάθησαν ἐξ 120 ὀρθοδόξων μοναχῶν. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους τῶν ἐρίδων ἔλαμψεν εἰς τὴν λαύραν ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ἡσυχαστής, ὅστις ἀνεδείχθη εἷς τῶν διαπρεπεστέρων μοναχῶν αὐτῆς. Καίτοι ἦτο, ὅτε ἐγκατεβίωσεν εἰς τὴν λαύραν, ἐπίσκοπος Κολωνίας τῆς Ἀρμενίας, οὐδέποτε ἀπεκάλυψε τὸν ἱερατικόν του βαθμόν, εἰ μὴ μόνον εἰς τὸν πατριάρχην Ἠλίαν, εἰς τὸν ὁποῖον προσήγαγεν αὐτὸν ὁ Ὅσιος Σάββας διὰ νὰ χειροτονήσῃ πρεσβύτερον. Ἔγκλειστον εἰς τὴν λαύραν ἐγνώρισεν αὐτὸν ὁ βιογράφος του Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης καὶ ὡς τοιοῦτος ἐκοιμήθη, τὸ πιθανώτερον, κατὰ τὸ 559. Ἐκ τῆς λαύρας ἐπίσης ταύτης διῆλθε τὴν μετὰ τὴν παιδικὴν ἡλικίαν του περίοδον ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ἔνθα κυρίως πρέπει νὰ ἔλαβε τὴν θύραθεν γραμματικὴν καὶ φιλόσοφον παιδείαν, ὡς καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν ἐν γένει (μουσικήν, θεολογικήν, λειτουργικήν). Ἐνταῦθα ἐκάρη μοναχὸς ἀναλαβὼν συγχρόνως καὶ τὸ ἔργον τοῦ πατριαρχικοῦ νοταρίου ἐπὶ πατριάρχου Θεοδώρου.

Μέγα γεγονὸς διὰ τὴν μονὴν ἀποτελεῖ ἡ εἰς αὐτὴν ἐγκαταβίωσις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Κοσμᾶ καὶ τοῦ ἀνεψιοῦ του Στεφάνου.

Δυσχερῶς εὑρέθη γέρων δι᾿ αὐτόν, λόγῳ τῆς μεγάλης παιδείας του ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ τοῦ ἀξιώματός του ἀφ᾿ ἑτέρου. Ὅτε δὲ ἔψαλλε τὸ κατὰ παράκλησιν φίλου του ὑπ᾿ αὐτοῦ συνταχθέντος, «πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον», ἐξεβλήθη τοῦ κελλίου του, διότι παρέβη τὸν κανόνα τῆς σιωπῆς, τοῦ ἐπετράπη δὲ ν᾿ ἀσχολῆται μὲ τὴν συγγραφήν, μόνον ἀφοῦ ἐξετέλεσεν ἐπιβληθὲν αὐτῷ ἐπιτίμιον, ὅπερ συνίστατο εἰς τὸν καθαρισμὸν ἁπάσης τῆς μονῆς. Δυστυχῶς εἶναι ἐλλιπεῖς αἱ εἰδήσεις περὶ τῆς ἐν τῇ μονῇ διαμονῆς τοῦ Ἰωάννου. Μετ᾿ αὐτοῦ ἔμεινεν ἐπὶ δεκαετίαν ὁ Κοσμᾶς, συνεργαζόμενος -καὶ ἁμιλλώμενος- εἰς τὴν σύνθεσιν διαφόρων ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων. Ἀμφότεροι πάντως κατέλαβον τὴν διαπρεπεστέραν θέσιν εἰς τὴν ἱεροσολυμιτικὴν ὑμνογραφικὴν φιλολογίαν ὡς οἱ ἀξιολογώτατοι ἀντιπρόσωποι τῆς ποιήσεως κανόνων. Ἀμφότεροι, δέον νὰ λεχθῇ, ἐμόρφωσαν ἰδίαν σχολὴν μελῳδῶν, ὑμνογράφων καὶ ποιητῶν Κανόνων ἐν τῇ λαύρα, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεδίφησεν ὁ Δαμασκηνὸς ὅλην τὴν ἀρχαίαν φιλοσοφίαν καὶ θεολογίαν, συλλαβὼν τὸ μέγα βούλευμα τῆς συστηματοποιήσεως εἰς ἓν ὅλον τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκοιμήθη αὐτόθι, καθὼς οἱ πλεῖστοι δέχονται, κατὰ τὸ 749.

Περὶ τὰ τέλη τοῦ Η´ αἰῶνος λῃστρικαὶ ἐπιδρομαὶ μαίνονται εἰς τὴν περιοχήν, μὲ ἀπώτερον σκοπὸν τὴν κατάληψιν τῆς λαύρας. Εἰς ἐπίθεσιν κατ᾿ αὐτῆς τοῦ 796 ὑπὲρ τριάκοντα μοναχοὶ ἐτραυματίσθησαν, ἄλλοι θανασίμως καὶ ἄλλοι ἐπιπολαίως. Ὁ ἁγιοσαββαΐτης Στέφανος, αὐτόπτης μάρτυς τῆς τρομερᾶς ἐπιθέσεως καὶ ἐπακολουθησάσης σφαγῆς τῶν μοναχῶν, συνέταξε τὴν ἀφήγησιν (Ἀθ. Παπαδοπούλου Κεραμέως, Συλλογὴ Παλαιστ. καὶ Συρ. Ἁγιολογίας, Α´, σ. 1-41. Acta SS, Μάρτιος III, σ. 166-168).

Ἀπό τοῦ Θ´ μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ IB´ αἰῶνος δὲν ἔχομεν πολλὰς πληροφορίας περὶ τῆς λαύρας. Βεβαίως καθ᾿ ὅλους τοὺς αἰῶνας δὲν ἔλειψαν αἱ ἐπιδρομαί, εἴτε βαρβαρικαὶ εἴτε λῃστρικαί, μὲ ἀναλόγους ἑκάστοτε ἐπιδιώξεις. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πολλάκις ἡ Μονὴ παρέμενε κενὴ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἐπανήρχετο ἅμα τῷ πέρατι τοῦ κινδύνου. Πλὴν ὅμως, ἡ φιλολογικὴ δρᾶσις δὲν ἐσβέσθη ὡς πιστοποιεῖται ἐκ τῶν σῳζομένων, ἐν αὐτῇ γραφέντων, χειρογράφων. Ἄλλωστε καὶ ὁ θησαυρὸς τούτων δὲν ἐπέτρεπε πνευματικὴν νάρκην, ἥτις ἐλθοῦσα συνεπέφερε καὶ τὴν παρακμὴν τῆς Μονῆς. Ὁ πνευματικὸς βίος ἐν αὐτῇ ἐσβέσθη σχεδὸν κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα.

Εἰδικὸς λόγος πρέπει νὰ γίνῃ περὶ τῆς ἐν τῇ Μονῇ ἀναπτυχθείσης τάξεως τῶν ἀντιγραφέων ἢ καλλιγράφων, ἥτις ἤρχισεν ἐμφανιζομένη ἤδη ἀπὸ τοῦ δευτέρου τοῦ Ἁγίου Σάββα διαδόχου του Γελασίου. Εἰς ταύτην ὀφείλεται ἡ διάσωσις πλείστων θύραθεν συγγραφέων τῆς ἀρχαιότητος. Αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Μονῆς εἰς τὸν τομέα τοῦτον τυγχάνουν πράγματι ἀνυπολόγιστοι.

Ἐν τῇ Λαύρᾳ ὑπῆρχον δύο βιβλιοθῆκαι, ἐξ ὧν ἡ μία εἰς τὸν ναὸν τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ ἑτέρα εἰς τὸν πύργον τοῦ Ἰουστινιανοῦ, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν, ὁ ἀνακαινίσας καὶ τὴν Μονὴν ὁλόκληρον πατριάρχης Δοσίθεος (1669-1709). Εἰς αὐτὴν ὑπῆρχεν ἄλλωστε ἱκανὸς ἀριθμὸς πολυτίμων χειρογράφων, τὰ ὁποῖα ὅμως μετεφέρθησαν, κατόπιν διαταγῆς τῆς τότε ἀρχῆς, εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Σταυροῦ καὶ ἀργότερον ἐπανεκομίσθησαν εἰς τὴν κεντρικὴν βιβλιοθήκην τῆς Μονῆς.

Τὸ 1450 οἱ Ἕλληνες μοναχοί, ὑφιστάμενοι τὰ πάνδεινα ὑπὸ τῶν Μαμελούκων, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλείψουν παντελῶς ἔρημον τὴν λαύραν, ἀλλ᾿ εὐτυχῶς εὑρέθησαν προστάται αὐτῶν οἱ Ἴβηρες (Α. Ehrhard, Das griechischa Kloster Mar Saba in Palastina, ἐν Romishe Quartalschrift, 1892, σ. 37). To 1437 δι᾿ ἐγκυκλίου του ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γερμανὸς ἀπηύθυνεν ἔκκλησιν βοηθείας ὑπὲρ τῆς Μονῆς (κῶδιξ ἱεροσολυμιτικῆς βιβλιοθήκης 370, φ. 478-9).

Τὸ 1457 εὑρίσκοντο εἰς τὴν Μονὴν περὶ τοὺς 50 Ἕλληνες μοναχοὶ μετά τινων Σέρβων, τῶν ὁποίων κυρίως ἕδρα ἦτο ἡ εἰς Ἱερουσαλὴμ Μονὴ τῶν Ἀρχαγγέλων (Α. Ehrhard, ἔνθ. ἄν., σ. 37), ἐν ᾗ ἐγκατεστάθησαν ἤδη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν του ΙΔ´ αἰῶνος κατόπιν εἰδικῆς συμφωνίας μετὰ τοῦ τότε πατριάρχου Ἱεροσολύμων. Βραδύτερον ἐγκατεστάθησαν καὶ εἰς τὴν λαύραν τοῦ Ὁσίου Σάββα ἀναλαβόντες, ὡς φαίνεται, ἀρχὰς τοῦ ΙΣΤ´ αἰῶνος καὶ τὴν διοίκησιν τῆς Μονῆς. Ἡ πτῶσις ὅμως τοῦ σερβικοῦ βασιλείου (1479) ἀπετέλεσε τὸ προοίμιον τῆς παρακμῆς τοῦ σερβικοῦ στοιχείου ἐν Παλαιστίνῃ. Ἀρχὲς τοῦ ΙΖ´ αἰῶνος οἱ Σέρβοι οὗτοι ἔκτισαν ἔξωθεν τῆς μονῆς πύργον, εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ ὁποίου ἄλλοι μὲν διεῖδον προσπάθειαν ὑπερασπίσεως τῆς λαύρας, ἐξ ἐπιθέσεων Ἀράβων, ἄλλοι δὲ σκόπιμον ἐνέργειαν πρὸς διατήρησιν προνομίων ἐν αὐτῇ, καθόσον ἐχωρίζοντο μὲν τῶν Ἑλλήνων συναδέλφων των, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθοῦν ὅπως ἔρχωνται εἰς τὴν λαύραν, καθὸ διατελοῦντες ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων, δὲν ἐγκατέλειπον ὅμως καὶ τὴν λαύραν. Εἰς τὴν Μονὴν πάντως ἐπεκράτησαν οἱ Ἕλληνες, μάλιστα μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Σέρβων, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας των νὰ ἀποπληρώσουν τὰ δημιουργηθέντα ὑπ᾿ αὐτῶν χρέη, τὰ ὁποῖα καὶ ἀπῄτησεν ὁ πατριάρχης Θεοφάνης.

Τὸ 1683 ὁ πατριάρχης Δοσίθεος ἐπεδόθη εἰς γενικὰς ἐπισκευὰς τῆς Μονῆς. Αὗται ἤρχισαν παρουσίᾳ κυβερνητικοῦ ὑπαλλήλου καὶ διήρκεσαν ἐπὶ πεντάμηνον (Ἰούλιος-Νοέμβριος), ἀπῃτήθη δὲ δαπάνη μεγάλου ὕψους. Κατὰ μίαν μαρτυρίαν, εἰς τὴν Μονὴν ἔμεινε «μόνη ἡ ἐκκλησία... καὶ ἦσαν ἐκεῖ τὰ πρόβατα καὶ οἱ τράγοι τῶν Ἀράβων, οἵτινες ἔβαλλον ἔσω τῆς ἐκκλησίας τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς βόας αὐτῶν καὶ εἰσήρχοντο αἱ γυναῖκες αὐτῶν εἰς τὸ μοναστήριον καὶ κατεπάτουν αὐτό». Κατεσκευάσθη ὁ ἀπὸ τοῦ Ἁγίου Βήματος τοῦ Ναοῦ τοῖχος μέχρι τοῦ ἀσκητηρίου αὐτοῦ, ἐπεδιωρθώθη τὸ κουβούκλιον, ἐπλακοστρώθη ἡ πέριξ τοῦ ναοῦ αὐλή, ᾠκοδομήθη ὁ πύργος τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὁ κεντρικὸς Ναὸς τῆς λαύρας κ.ἄ.

Σοβαρὰς ζημίας ὑπέστη ἡ λαύρα καὶ ἕνεκα τοῦ κατὰ τὸ 1834 ἐπισυμβάντος σεισμοῦ. Ταύτας ἀνέλαβον νὰ ἐπιδιορθώσουν πολλοί, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ μητροπολίτης Πέτρος Μισαήλ. Αἱ ἐπισκευαὶ εἶχον γενικώτερον χαρακτῆρα καὶ ἔληξαν ἀρχὰς τοῦ 1835. Ἐν συνεχείᾳ καὶ καθ᾿ ὅλον τὸν ΙΘ´ αἰῶνα ἡ μέριμνα διὰ τὴν εὐπρέπειαν τῆς Μονῆς δὲν ἔπαυσεν. Ἐσχάτως πρὸς Δ. τῆς Μονῆς, ἄνωθεν τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἀνηγέρθη ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Βενεδίκτου Α´ περικαλλὲς ναΰδριον πρὸς τιμὴν τῶν Ἀρχαγγέλων.

Τὸ σημαντικώτερον ὅμως γεγονὸς τῶν τελευταίων χρόνων διὰ τὴν Μονήν, καὶ ἱστορικὸν συγχρόνως, εἶναι ἡ ἐπανακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ Ὁσίου Σάββα ἐξ Ἑνετίας, ὅπου τοῦτο ἐφυλάσσετο ἐπὶ σειρὰν ὅλην αἰώνων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίνου. Τὸ γεγονὸς ἐτελέσθη τὴν 26ην Ὀκτωβρίου 1965, ἀφοῦ προηγήθησαν αἱ σχετικαὶ ἐνέργειαι καὶ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Δυτικῶν. Τὸ λείψανον ἠκολούθησε μέχρι τοῦ προορισμοῦ του καὶ ἀντιπροσωπεία τῆς Ἑνετικῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τὸν βοηθὸν ἐπίσκοπον Giuseppe Olivotti. Τὸ γεγονὸς προσέλαβε πανηγυρικὸν χαρακτῆρα. Τὴν 30ὴν Ὀκτωβρίου, μετὰ τὸ πέρας τῆς τελεσθείσης εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ἀναστάσεως εἰς Ἱερουσαλὴμ Λειτουργίας, ἐσχηματίσθη πομπή, ἡ ὁποία τὴν 3 μ.μ. τῆς ἰδίας ἡμέρας, προεξάρχοντος τοῦ πατριάρχου Βενεδίκτου Α´, κατέφθασεν εἰς τὴν Μονὴν καὶ ἐτοποθέτησε τὸ ἱερὸν λείψανον ἐκεῖ ὅπου εἶχε διαλάμψει ὁ Ὅσιος πρὸ μιᾶς καὶ ἡμισείας περίπου χιλιετίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Χρυσοστ. Παπαδοπούλου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων, Ἱεροσόλυμα - Ἀλεξάνδρεια 1910. κοκ...

ΝΙΚ. Ε. ΤΖΙΡΑΚΗΣ ΘΗΕ.τ.10 στῆλες:1089-1093.
Ὅσιος Σάββας (ἐγκυκλοπαιδικὸ λῆμμα)

Σάββας. Ὁ Ἡγιασμένος. Ὅσιος (439-5/12/532). Μία τῶν κορυφαίων μορφῶν τοῦ παλαιστινοῦ μοναστικοῦ κόσμου κατὰ τὸν Ε´ καὶ τὸν ΣΤ´ αἰ. Ἐγεννήθη «ἐπὶ τῆς ἑπτακαιδεκάτης Θεοδοσίου ὑπατείας» εἰς Καππαδοκίαν (439). Ἦλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα δεκαεπταετὴς καὶ συνεδέθη μὲ τὸν Ὅσιον Εὐθύμιον. Οὗτος εἶχεν ἀπαρνηθῇ τὸν ἀπόλυτον ἐρημιτισμὸν τὸ 411 καὶ ἐτοποθέτησε τὸν Σάββαν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἀββᾶ Θεοκτίστου. Εἰς ἡλικίαν τριάκοντα ἐτῶν, ὁ Σάββας κατέλιπε τὸ κοινόβιον τοῦτο καὶ ἔγινεν ἀναχωρητὴς εἰς διάφορα μέρη τῆς ἐρήμου τοῦ Ἰούδα.

Τὸ 478, ἤρχισε νὰ δέχεται μαθητὰς εἰς τὸ ἐρημητήριόν του, εἰς ἀπόστασιν 10 χλμ. Α. τῆς Βηθλεέμ, ὅπου ἔμελλε νὰ κτίσῃ τὴν μεγάλην καὶ ὀνομαστὴν Λαύραν. Τὴν 12-12-490 ἐνεκαινιάσθη ἐκεῖ ναὸς καὶ ὁ Ἱεροσολύμων Ἰουβενάλιος ἐχειροτόνησε τὸν Σάββαν. Ὀλίγον ἀργότερον, ὁ ἀναχωρητὴς ἐκλήθη «ἄρχων καὶ νομοθέτης παντὸς τοῦ ἀναχωρητικοῦ βίου καὶ πάντων τῶν ἐν ταῖς κέλλαις ζῇν προαιρουμένων».

Ἔκτοτε, τὰ ἱερὰ ἱδρύματα πληθύνονται: τὸ κοινόβιον τοῦ Καστελλίου καὶ τὸ τῶν νεοφύτων τῆς Μεγίστης Λαύρας (492), ἡ Νέα Λαύρα (507), τὸ κοινόβιον τοῦ Σπηλαίου καὶ τὸ τοῦ Σχολαρίου (508). Περὶ τὸ 501, αἱ ὠριγενιστικαὶ ἔριδες ἐκρήγνυνται μεταξὺ τῶν μοναχῶν τῆς Μεγίστης Λαύρας. Οἱ ἀντιταχθέντες ἀποσύρονται εἰς τὴν Νέαν Λαύραν, ὅπου ὁ Σάββας τοὺς ἀνεγείρει ἐκκλησίαν. Ἤδη, τὸ κῦρος τοῦ Ὁσίου τὸν ἀναδεικνύει συμφιλιωτήν.

Τὸν Αὔγουστον τοῦ 511, ὁ Ἱεροσολύμων Ἠλίας τὸν στέλλει εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἀναστάσιον, εἰς Βασιλεύουσαν, ἵνα ἐπιτύχῃ καταδίκην τῶν ἀντιχαλκηδονίων εἰς τὴν σύνοδον τῆς Σιδῶνος. Ἀλλ᾿ ἀπὸ τὸ 512, οἱ μονοφυσῖται ἐπεκράτουν: ὁ Σεβῆρος ἀνατρέπει τὸν Ἀντιοχείας Φλαβιανὸν Β´ καὶ ζητεῖ κοινωνίαν μὲ τὸν Ἠλίαν. Ἔκτοτε ὁ Σάββας καθίσταται ὁ πρωταθλητὴς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ἀνέρχεται εἰς Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ ἀναθεματίσῃ τὸν Σεβῆρον. Τὸ 516, ὁ Ἠλίας ἀντικαθίσταται καὶ ἐξορίζεται, εἰς τὸν θρόνον δὲ τὸν διαδέχεται ὁ διάκονος Ἰωάννης. Ὁ Σάββας ἐπεμβαίνει ἐκ νέου, εἰς δὲ τὴν ἐπακολουθοῦσαν σύγχυσιν ὁ αὐτοκράτωρ ἐπεχείρησε νὰ ἀπομακρύνῃ συγχρόνως τὸν Ἰωάννην καὶ τὸν Σάββαν. Ὁ τελευταῖος ἀπευθύνει, τὸ 518, ἔκκλησιν εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἀναστάσιον, ἀλλ᾿ οὗτος ἀποθνῄσκει κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, τὸν ἀκολουθεῖ δὲ μετ᾿ ὀλίγον εἰς τὸν τάφον ὁ Ἠλίας. Ὁ χαλκηδόνιος ὅρος τοῦ Ἰουστίνου Α´ χαροποιεῖ τὸν Σάββαν, ὅστις μεταβαίνει εἰς Σκυθόπολιν ἵνα διακηρύξῃ αὐτοπροσώπως τὴν Ὀρθοδοξίαν.

Τὸ 531, ἀφοῦ ἡ Παλαιστίνη ὑπέστη ἐπιθέσεις τῶν Σαμαρειτῶν κατὰ τῶν χριστιανῶν, στέλλεται ὁ Σάββας παρὰ τοῦ πατριάρχου Ἱεροσολύμων Πέτρου εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔνθα ἐπιτυγχάνει ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸν ἀναστολὴν φόρων διὰ δύο ἔτη. Ὁ γέρων τῶν 92 ἐτῶν, ἐπιστρέψας ἀπὸ τὴν Βασιλεύουσαν, θέλει νὰ διακηρύξῃ ὁ ἴδιος εἰς Σκυθόπολιν τὰ αὐτοκρατορικὰ μέτρα. Γίνεται ἐκεῖ δεκτὸς ὑπὸ τῶν γονέων τοῦ Κυρίλλου Σκυθοπολίτου (524;-560;). Ὁ Ὅσιος εὐλογεῖ τὸν μικρὸν Κύριλλον καὶ προλέγει εἰς τὸν μέλλοντα βιογράφον του τὸ μοναστικὸν στάδιον, τὸ ὁποῖον τὸν ἀναμένει.

Ὁ Ὅσιος Σάββας ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τὸ ἑπόμενον ἔτος, εἰς ἡλικίαν 93 ἐτῶν, εἰς τὴν ὁμώνυμόν του Μεγίστην Λαύραν.

Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου τούτου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀκτινοβολία ἔμελλε νὰ εἶναι τόσον μεγάλη εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ πολιτικὴν ζωὴν τῆς Παλαιστίνης, παραμένει ἀκλινῶς βασισμένος εἰς τὴν αὐστηροτέραν καὶ πλέον ῥιζικὴν ἀντίληψιν τοῦ καθαροῦ ἐρημιτισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἔγινεν ὁ καθιδρυτὴς καὶ ἐγγυητής, ἔχων ἐπιτύχει ὅπου τόσοι ἄλλοι ἀπέτυχον.

Ἡ μνήμη του τιμᾶται τὴν 5ην Δεκεμβρίου.

ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Ὁ Βίος (BHG, γ´ ἔκδ. 1608) ἐξεδόθη κριτικῶς ὑπὸ Εd. Schwarz, Kyrillos von Skythopolis, ἐν Texte und Untersuchungen, 49, 2 (Λειψία 1939), c. 85-200 και 320-327. Γαλλικὴ μετάφρασις καὶ ὑπόμνημα ἐδημοσιεύθησαν ὑπὸ Α. J. Festuglere, Les moines d᾿ Orient, τ. 3 (Παρίσιοι 1962).

M. van ESBROECK ΘΗΕ.τόμ.10. στῆλες:1094-1096.
Συναξάριον Μηναίου

Τῇ Ε´ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.

Στίχ. Ψυχὴν ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ κολλῶν πάλαι,
Ἔμπροσθεν αὐτοῦ νῦν παρίσταται Σάβας.

Θεσπεσίοιο πόλου πέμπτῃ Σάβας ἐντὸς ἐσήχθη.


Οὗτος ὑπῆρχεν ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, χώρας τῶν Καππαδοκῶν, κώμης λεγομένης Μουταλάσκης, γονέων Ἰωάννου καὶ Σοφίας. Εὐθὺς οὖν ἐν ἀρχῇ τοῦ βίου πρὸς τὴν μονήρη κατάστασιν προσδραμών, ἐν Μοναστηρίῳ Φλαβιαναῖς προσαγορευομένῳ, τοσοῦτον γέγονεν ἐκ πρώτης ἡλικίας ἐγκρατής, ὡς ἐν τῷ κήπῳ ἰδόντα μῆλον καὶ εἰς ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ἐλθόντα, ἐπειπεῖν· Ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν, καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν ὁ ἐμὲ θανατώσας καρπός. Καὶ τοῦτο λαβεῖν μὲν ταῖς χερσί, μὴ φαγεῖν δέ, ἀλλὰ τοῖς ποσὶ συμπατῆσαι, καὶ ὅρον ἑαυτῷ θέσθαι μὴ φαγεῖν ποτὲ μῆλον. Ἀλλὰ καὶ εἰς κλίβανον πυρὸς εἰσελθών, ἐξῆλθεν ἀβλαβής, μηδὲ τῶν ἱματίων αὐτοῦ τοῦ πυρὸς ἁψαμένου.

Ἐν δὲ τῷ ὀκτωκαιδεκάτῳ ἔτει τῆς αὐτοῦ ἡλικίας ἐμφανὴς καθίσταται τῷ Μεγάλῳ Εὐθυμίῳ, καὶ παρ᾿ αὐτοῦ πρὸς τὸν ὅσιον Θεόκτιστον ἐν τῷ Κοινοβίῳ πέμπεται. Τούτων ἁπάντων εἷς ἐτύγχανε, τοὺς τρόπους καὶ τὴν ἀρετὴν ἐκλαμβανόμενος καὶ ἀναμανθάνων. Ὃν ὁ Μέγας Εὐθύμιος ὁρῶν, διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν ἐν αὐτῷ πνευματικὴν κατάστασιν, Παιδαριογέροντα ἐκάλει. Συμπροϊούσης δὲ αὐτῷ τῆς ἡλικίας, ἐπηύξανε μᾶλλον τὴν ἀρετήν. Ὅθεν καὶ πολλὰ θαύματα κατειργάσατο καὶ ἐν ἀνύδροις τόποις διὰ προσευχῆς ὕδωρ ἐξήγαγε. Γέγονε δὲ καὶ πολλῶν μοναχῶν καθηγητής, καὶ διεπρεσβεύσατο δὶς ἐπὶ τὴν Κωνσταντίνου ἐλθών, παρακληθεὶς ὑπὸ τῶν κατὰ καιρὸν πατριαρχούντων ἐν Ἱεροσολύμοις, πρός τε τὸν βασιλέα Ἀναστάσιον καὶ Ἰουστινιανόν. Φθάσας δὲ εἰς τὸ ἀκρότατον τῆς κατὰ Χριστὸν ἡλικίας, ὡς ἐτῶν γενέσθαι τεσσάρων καὶ ἐνενήκοντα, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν.
Ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου

Οὗτος ὁ Ἅγιος ὑπῆρχε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεγάλου Ἰουστινιανοῦ, ἐν ἔτει φκζ´ [527], καταγόμενος ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Καππαδοκῶν ἐκ τοῦ χωρίου τοῦ καλουμένου Μουταλάσκη, υἱὸς γονέων εὐσεβῶν Ἰωάννου καὶ Σοφίας. Εὐθὺς λοιπὸν κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ζωῆς του, ἔτρεξεν εἰς τὴν τῶν Μοναχῶν πολιτείαν, καὶ ἐμβῆκεν εἰς ἕνα Μοναστήριον Φλαβιαναῖς ὀνομαζόμενον. Τόσον δὲ ἐγκρατὴς ἔγινεν ὁ ἀοίδιμος ἀπὸ τὴν νεαράν του ἡλικίαν, ὥστε ὁποῦ, βλέπωντας μίαν φορὰν ἕνα μῆλον εἰς τὸν κῆπον, καὶ ἐπιθυμήσας διὰ νὰ τὸ φάγῃ, ἐπῆρε μόνον αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας καὶ εἶπεν. Ὡραῖος ἦτον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν ὁ ἐμὲ θανατώσας καρπός. Ἔπειτα ἔρριψε τὸ μῆλον κατὰ γῆς, καὶ κατεπάτησεν αὐτὸ μὲ τοὺς πόδας του. Καὶ ἀπὸ τότε ἔβαλεν ὅρον καὶ ἀπόφασιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, νὰ μὴ φάγῃ μῆλον εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. Καὶ εἰς φοῦρνον δὲ ἀναμμένον μίαν φορὰν ἐμβαίνωντας ὁ Ἅγιος, εὐγῆκεν ἀβλαβής, χωρὶς νὰ ἐγγίξῃ τελείως τὸ πῦρ οὔτε εἰς αὐτὰ τὰ φορέματά του. Κατὰ δὲ τὸν δέκατον ἕκτον χρόνον τῆς ἡλικίας του, ἐπῆγεν ὁ Ὅσιος εἰς τὸν μέγαν Εὐθύμιον, καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἐπέμφθη εἰς τὸ Κοινόβιον τοῦ Ἁγίου Θεοκτίστου1 διατὶ ἦτον ἀγένειος. Ἐκεῖ λοιπὸν διατρίβων ὁ θεῖος Σάββας ἐλάμβανε πολλὴν ὠφέλειαν ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀδελφούς. Ἐπειδὴ καὶ ἐμιμεῖτο τοῦ καθ᾿ ἑνὸς τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν θεοφιλῆ πολιτείαν. Ὅθεν διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην ὠνόμαζεν αὐτὸν ὁ μέγας Εὐθύμιος, Παιδαριογέροντα.

Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἐπέρασαν χρόνοι ἱκανοὶ ἔπερνεν αὐτὸν ὁ Εὐθύμιος μαζί του, ὅταν ἐπήγαινεν εἰς τὴν ἡσυχίαν κατὰ τὸν καιρὸν τῆς μεγάλης τεσσαρακοστῆς. Ὅσον δὲ αὔξανεν ἡ ἡλικία του, τόσον αὔξανε καὶ ἡ ἀρετή του. Ὅθεν καὶ ἔλαβε παρὰ Κυρίου τῶν θαυμάτων τὴν χάριν. Διὰ τοῦτο καὶ πολλὰ θαυμάσια ἐτέλεσεν ὁ τρισόλβιος. Εἰς ἀνύδρους γὰρ τόπους νερὸν ἐξήγαγε διὰ προσευχῆς του. Ἔγινε δὲ καὶ πολλῶν Μοναχῶν καθηγητὴς καὶ Ἡγούμενος. Καὶ δύω φοραῖς ἐστάλθη πρέσβης εἰς Κωνσταντινούπολιν, προσελθὼν εἰς τοὺς τότε βασιλεῖς, δηλαδὴ εἰς τὸν Ἀναστάσιον πρῶτον τὸν ἐν ἔτει υϞα´ [491] βασιλεύσαντα, καὶ εἰς τὸν Ἰουστινιανὸν ὕστερον, παρακινηθεὶς εἰς τοῦτο ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν Πατριάρχας τῶν Ἱεροσολύμων διὰ ὑποθέσεις ἀναγκαίας. Φθάσας λοιπὸν εἰς τὸ ἄκρον τῆς κατὰ Χριστὸν ἡλικίας, καὶ γενόμενος χρόνων ἐννενήκοντα τεσσάρων, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε. (Τὸν κατὰ πλάτος Βίον τούτου ὅρα εἰς τὸν Παράδεισον.)
Ἐκ τοῦ Συναξαριστοῦ τῆς Ἰνδίκτου

Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος πατὴρ ἡμῶν Σάββας, ὁ ἄγγελος ἐν σώματι καὶ τῆς ἐρήμου τῆς Παλαιστίνης πολιστής, γεννήθηκε στὴ Μουταλάσκη (σημ. Τάλας), μικρὸ χωριὸ τῆς Καππαδοκίας, τὸ 439. Ἤδη σὲ ἡλικία ὀκτὼ ἐτῶν κατενόησε τὴν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων καὶ μὲ καρδιὰ πλήρη θείου ἔρωτος προσῆλθε στὴν Μονὴ τῶν Φλαβιανῶν ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν γενέτειρά του. Παρὰ τὶς προσπάθειες τῶν συγγενῶν του νὰ τὸν ἀπομακρύνουν, ὁ Σάββας ἔμεινε στὴν Μονὴ καὶ γρήγορα μυήθηκε στὴν τάξῃ τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ ἰδιαίτερα στὴν ἐγκράτεια καὶ στὴν ἀποστήθιση τοῦ Ψαλτηρίου.

Μία ἡμέρα, τὴν ὥρα ποὺ ἐργαζόταν στὸν κῆπο, τοῦ ἦλθε ἡ ἐπιθυμία νὰ φάῃ ἕνα μῆλο. Μόλις ὅμως τὸ ἔκοψε ἀπὸ τὸ δέντρο, ἀμέσως κατανίκησε τὸν δαίμονα τῆς γαστριμαργίας λέγοντας: «ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν ὁ θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδάμ, αὐτοῦ προτιμήσαντος τοῦ νοητοῦ κάλλους τὸ τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς φανὲν τερπνὸν καὶ τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς τιμιωτέραν θεμένου, δι᾿ οὗ καὶ ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν μὴ τοίνυν ἀπονεύσω τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας ψυχικῷ τινι νυσταγμῷ βαρηθεὶς ὥσπερ γὰρ πάσης καρποφορίας προηγεῖται ἄνθος, οὕτως ἡ ἐγκράτεια πάσης προηγεῖται ἀγαθοεργίας». Πέταξε τὸ μῆλο καταγῆς καὶ τὸ ποδοπάτησε, κατατροπώνοντας τὸν πειρασμὸ μέχρι τέλους τοῦ βίου του δὲν ἔφαγε ποτέ του μῆλο.

Τὸ μικρὸ παιδὶ ἦταν τόσο ἀποφασισμένο καὶ εἶχε ἀποκτήσει τόση ὡριμότητα, ὥστε ἀφιερωνόταν στοὺς ἀγῶνες τῆς νηστείας καὶ τῆς ἀγρυπνίας ὡσὰν ἔμπειρος ἀσκητής, καὶ ὑπερέβαινε τοὺς συμμοναστές του στὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἐγκράτεια. Μετὰ ἀπὸ δέκα χρόνια στὴν μονή, ἔλαβε τὴν εὐλογία τοῦ ἡγουμένου νὰ μεταβῇ στὰ Ἱεροσόλυμα (456). Πληροφορήθηκε τὴν φήμη τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου [20 Ἰαν.] καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸν ἱκέτευσε νὰ τὸν δεχθῇ μεταξὺ τῶν μαθητῶν του· ὁ ὅσιος γέροντας ὅμως τὸν ἔστειλε πρῶτα στὸ κοινόβιο ποὺ διηύθυνε ὁ ὅσιος Θεόκτιστος [3 Σεπτ.] διότι δὲν συνήθιζε νὰ δέχεται ἀγενείους νέους μεταξὺ τῶν σκληραγωγημένων ἀναχωρητῶν τῆς ἐρήμου.

Ὑπόδειγμα ταπείνωσης καὶ ἀποκοπῆς τοῦ ἰδίου θελήματος, ὁ Σάββας ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Θεοκτίστου ἀφιέρωνε ὅλη τὴν ἡμέρα στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀδελφῶν καὶ περνοῦσε ὅλη τὴν νύχτα δοξολογώντας τὸν Κύριο. Σὲ τέτοια τελειότητα ἀρετῆς εἶχε φθάσει, ὥστε ὁ ἅγιος Εὐθύμιος τὸν ὀνόμασε «παιδαριογέροντα».

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Θεοκτίστου (469), ὁ Σάββας πῆρε εὐλογία νὰ ἀποσυρθῇ καὶ νὰ ἀσκητεύσῃ μόνος σ᾿ ἕνα σπήλαιο σὲ κάποια ἀπόσταση ἀπὸ τὸ κοινόβιο. Τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας προσευχόταν ἀδιαλείπτως σὲ ἀπολύτη νηστεία, ἔχοντας ὡς ἐργόχειρο τὸ πλέξιμο καλαθιῶν ἀπὸ φύλλα φοινίκων. Τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ ἐρχόταν στὸ κοινόβιο, γιὰ νὰ ἐκκλησιαστῇ καὶ νὰ φάῃ στὴν τράπεζα μὲ τοὺς ἀδελφούς. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς (ἀπὸ 14 Ἰανουαρίου ἕως τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων), ὁ ὅσιος Εὐθύμιος συνήθιζε νὰ τὸν παίρνῃ μαζί του στὴν ἔρημο Ῥουβᾶ γιὰ νὰ ἀσκηθῇ στὶς ὑψηλότερες ἀρετές, πλησιάζοντας τὸν Κύριο ἐν σιωπῇ καὶ ἀπουσίᾳ κάθε ἀνθρωπίνης παρηγορίας. Ἔφθασε ἔτσι ὁ Σάββας στὰ μέτρα τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς εὐσεβείας καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ὁσίου Εὐθυμίου ἀποσύρθηκε ὁριστικῶς στὴν ἀδυσώπητη ἔρημο γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁλομόναχος τὸν Σατανᾶ καὶ τοὺς δούλους του ὁπλισμένος μόνο μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ.

Μετὰ τέσσερα χρόνια στὴν ἔρημο, ἕνας ἄγγελος τὸν ὁδήγησε σ᾿ ἕνα σπήλαιο στὸ χεῖλος μιᾶς ῥεματιᾶς τῆς ἀριστερῆς ὄχθης τοῦ χειμάῤῥου τῶν Κέδρων. Πέρασε πέντε χρόνια (478-483) ἀφιερωμένος στὴν προσευχὴ καὶ στὴν θεωρία. Κατόπιν, ἔχοντας πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι ἦταν πλέον καιρός, ἄρχισε νὰ δέχεται μαθητές. Σὲ καθέναν ἔδινε ἕνα κελλὶ σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ σπήλαια τῆς περιοχῆς καὶ τοὺς δίδασκε ἔμπρακτα τὶς ἀρετὲς τοῦ μοναχικοῦ βίου. Καθὼς οἱ μαθητὲς τοῦ εἶχαν φθάσει τοὺς ἑβδομήκοντα, εἰσακούσθηκαν οἱ προσευχὲς τοῦ ἁγίου καὶ ὁ Κύριος ἔκανε ν᾿ ἀναβλύσῃ μία πηγὴ στὴν ῥεματιὰ γιὰ τὴν παρηγορία τους. Γιὰ τὶς κοινὲς Ἀκολουθίες οἱ ἀδελφοὶ συγκεντρώνονταν σ᾿ ἕνα μεγάλο σὲ σχῆμα ναοῦ σπήλαιο, τὸ ὁποῖο ἀνακάλυψε ὁ ἅγιος Σάββας ὁδηγούμενος ἀπὸ πύρινο στύλο. Ἡ λαύρα μεγάλωνε ἀδιάκοπα, ἑκατὸν πενῆντα ἀσκητὲς ἐγκαταβίωναν ἐκεῖ, καὶ μεγάλος ἦταν ὁ ἀριθμὸς τῶν προσκυνητῶν ποὺ προσέρχονταν, γιὰ νὰ βροῦν τὴν ὑγεία τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ δῶρα τους, χάρις στὰ ὁποῖα καλύπτονταν ὅλες οἱ ἀνάγκες τῶν μοναχῶν, ποὺ ἔτσι ἀπέφευγαν τὶς βιοτικὲς μέριμνες. Παρὰ τὴν ἐπιθυμία του νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἱερωσύνη, ὁ ταπεινὸς Σάββας ἀναγκάσθηκε νὰ δεχθῇ τὴν χειροτονία σὲ πρεσβύτερο, σὲ ἡλικία πενῆντα τριῶν ἐτῶν, γιὰ νὰ διασφαλίσῃ τὴν σωστὴ τάξη τοῦ πνευματικοῦ ποιμνίου του.

Ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν δὲν ἐμπόδισε ὡστόσο τὸν πόθο του γιὰ τὴν ἡσυχία, καὶ κάθε χρόνο, πιστὸς στὶς συνήθειες τοῦ πνευματικοῦ πατρός του Εὐθυμίου, ἀποσύρονταν στὰ βάθη τῆς ἐρήμου γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μιὰ χρονιὰ ἐγκαταστάθηκε στὸν λόφο τοῦ Καστελλίου, τὸν ὁποῖο λυμαίνονταν δαίμονες. Ἀφοῦ τοὺς ἐξεδίωξε μὲ τὶς προσευχές του, ἵδρυσε ἐκεῖ ἕνα νέο κοινοβιακὸ μοναστῆρι γιὰ ἤδη δοκιμασμένους μοναχοὺς (492). Γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν μόλις ἀποτάξει τὰ ἐγκόσμια ἵδρυσε ἕνα τρίτο καθίδρυμα, βόρεια τῆς λαύρας, ὥστε νὰ διδαχθοῦν τὰ τοῦ ἀσκητικοῦ βίου καὶ νὰ μάθουν ἀπὸ στήθους τὸ Ψαλτήριο. Ἄφησε νὰ ἐγκαταβιώνουν κατὰ μόνας μόνο οἱ ἔμπειροι μοναχοί, ποὺ εἶχαν ἤδη ἀξιωθεῖ τῆς διακρίσης τῶν λογισμῶν καὶ τῆς νήψης, ἦταν ταπεινοὶ τῇ καρδίᾳ καὶ εἶχαν πλήρως ἀποκόψει τὸ ἴδιον θέλημα. Ὅσο γιὰ τοὺς ἀγένειους νέους, τοὺς ἔστελνε στὸ κοινόβιο τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου [11 Ἰαν]. Καθὼς τὴν ἐποχὴ ἐκείνη οἱ πολυάριθμοι μοναχοὶ τῆς Παλαιστίνης ταράσσονταν ἀπὸ τὶς μηχανεύσεις τῶν αἱρετικῶν μονοφυσιτῶν, ποὺ ἀντιτίθεντο στὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος, ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σαλούστιος ὅρισε τὸν ἅγιο Θεοδόσιο καὶ τὸν ἅγιο Σάββα ἀρχιμανδρίτες καὶ ἐξάρχους (494) ὅλων τῶν μονῶν ποὺ ἐξαρτῶντο ἀπὸ τὴν Ἁγία Πόλη: τὸν Θεοδόσιο γιὰ τοὺς κοινοβιάτες καὶ τὸν Σάββα γιὰ τοὺς ἀναχωρητὲς καὶ τοὺς κελλιῶτες μοναχοὺς στὶς λαῦρες. Φοβερὸς πολέμιος τῶν δαιμόνων, ὁ ἅγιος Σάββας ἦταν ὅλος πραότητα καὶ διάκριση ἔναντι τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ὅταν δύο φορὲς κάποιοι ἀπὸ τοὺς μοναχούς του στράφηκαν ἐναντίον του (490 καὶ 503), ὁ ὅσιος γέροντας ἀποσύρθηκε οἰκειοθελῶς δίχως νὰ προσπαθήσῃ νὰ δικαιολογηθῇ ἢ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐξουσία του, καὶ ἐδέχθη νὰ ἐπανέλθῃ στὴν θέση καὶ τὸ ἀξίωμά του μόνον κατόπιν ἐπίμονης παρακλήσεως τοῦ Πατριάρχου.

Ἔχοντας κατακτήσει τὴν μακαρία ἀπάθεια, ἀκλόνητα προσηλωμένος στὸν Κύριο, ὁ ἅγιος Σάββας εἰρήνευε τὰ θηρία, θεράπευε τοὺς ἀῤῥώστους καὶ μὲ τὶς προσευχές του ἔφερνε εὐεργετικὲς βροχὲς στὴν περιοχὴ ἐκείνη ποὺ τὴν ἔπληττε ξηρασία καὶ λιμός. Ἵδρυσε καὶ ἄλλα μοναστήρια, ὥστε πέρα ἀπὸ τὸ λειτούργημα τοῦ ἐξάρχου τῶν ἐρημιτῶν ἦταν ἡγούμενος ἑπτὰ μοναστηριῶν. Ὁ οἰκιστὴς αὐτὸς τῆς ἐρήμου καθοδηγοῦσε μὲ σύνεση τὶς λεγεῶνες τῶν πνευματικῶν πολεμιστῶν του καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὶς διατηρήσῃ στὴν ἑνότητα τῆς πίστεως. Τὸ 512 ἐστάλη μαζὶ μὲ ἄλλους μοναχοὺς στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν αὐτοκράτορα Ἀναστάσιο (491-518), ποὺ εὐνοοῦσε τοὺς μονοφυσίτες, γιὰ νὰ στηρίξῃ τὴν ὀρθοδόξη πίστη καὶ νὰ ἀποσπάσῃ φορολογικὲς ἐλαφρύνσεις ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ὁ πτωχός, ταπεινὸς καὶ ῥακένδυτος αὐτὸς ἀσκητής, τὸν ὁποῖον οἱ φρουροὶ τῶν ἀνακτόρων στὴν ἀρχὴ τὸν ἀπομάκρυναν νομίζοντάς τον ζητιάνο, ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση στὸν αὐτοκράτορα, καὶ καθ᾿ ὅλη τὴν μακρὰ παραμονή του στὴν Βασιλεύουσα, ὁ Ἀναστάσιος συχνὰ τὸν καλοῦσε στὸ παλάτι γιὰ νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὶς διδαχές του. Ἐπιστρέφοντας στὴν Παλαιστίνη, ὁ ἅγιος Σάββας ἀναγκάσθηκε νὰ ἀγωνισθῇ πεισματικὰ ἐνάντια στὶς μηχανεύσεις τοῦ αἱρετικοῦ πατριάρχη Ἀντιοχείας Σεβήρου. Τὸ 516, ὁ Σεβῆρος, ἔχοντας ἐκ νέου παρασύρει τὸν αὐτοκράτορα στὰ δίχτυα τῆς πλάνης, κατόρθωσε νὰ ἐκδιώξῃ τὸν ἅγιο Ἠλία [20 Ἰουλ.] ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων. Μὲ προτροπὴ ὅμως τοῦ ὁσίου Σάββα καὶ τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου, ἕξι χιλιάδες μοναχοὶ συγκεντρώθηκαν γιὰ νὰ πείσουν τὸν διάδοχό του Ἰωάννη νὰ ὑπεραμυνθῇ τῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος. Καθὼς μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν διαδήλωση ὁ αὐτοκράτορας ἦταν ἕτοιμος νὰ κάνῃ χρήση βίας, ὁ Σάββας τοῦ ἔστειλε ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μοναχῶν τῶν Ἁγίων Τόπων μία θαῤῥαλέα ἀναφορά. Τὴν ἴδια χρόνια (518) πέθανε ὁ Ἀναστάσιος καί, δόξα τῷ Θεῷ, ὁ διάδοχός του Ἰουστῖνος Α´ (518-527) ὑπερασπίσθηκε τὴν ὀρθόδοξη Πίστη καὶ διέταξε νὰ ἐγγραφῇ ἡ Σύνοδος τῆς Χαλκηδόνος στὰ ἱερὰ δίπτυχα. Ὁ ἅγιος Σάββας ἐστάλη τότε στὴν Σκυθόπολη καὶ στὴν Καισάρεια γιὰ νὰ ἀναγγείλῃ ὁ ἴδιος τὴν νίκη, ἐν μέσῳ τῆς γενικῆς χαρᾶς.

Τὸ 531, μετὰ τὴν αἱματηρὴ ἐξέγερση τῶν Σαμαρειτῶν, ὁ Γέροντας ἐστάλη ἐκ νέου στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸν εὐλαβῆ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανὸ (527-565), ζητώντας τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία του. Ἐπιστρέφοντας προφήτευσε στὸν αὐτοκράτορα τὴν ἐπανάκτηση τῆς Ῥώμης καὶ τῆς Ἀφρικῆς καθὼς καὶ τὴν ὁριστικὴ νίκη ἐπὶ τοῦ μονοφυσιτισμοῦ, τοῦ νεστοριανισμοῦ καὶ τοῦ ὠριγενισμοῦ, ποὺ θὰ ἀποτελοῦσε τὴν δόξα τῆς βασιλείας του.

Ἐπιστρέφοντας στὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ ἅγιος Σάββας ἔγινε δεκτὸς μὲ μεγάλες χαρὲς καὶ ὁ ἀκαταπόνητος αὐτὸς ἐργάτης τοῦ Κυρίου βρῆκε τὸν χρόνο νὰ ἱδρύσῃ ἄλλη μία μονή, τὴν λεγομένη τοῦ Ἱερεμίου, προτοῦ ἀποσυρθῇ ὁριστικὰ στὴν Μεγάλη Λαύρα. Σὲ ἡλικία ἐνενήντα τριῶν ἐτῶν, ἀσθένησε καὶ ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ ἐν Κυρίῳ τὴν Κυριακὴ 5 Δεκεμβρίου 532. Τὸ σκήνωμά του, τὸ ὁποῖο θαυματουργικῶς διατηρήθηκε ἄφθορο, κατατέθηκε ἀρχικὰ στὴν Λαύρα, παρουσίᾳ πλήθους μοναχῶν καὶ λαϊκῶν. Τὴν ἐποχὴ τῶν σταυροφοριῶν μεταφέρθηκε στὴν Βενετία καὶ πρόσφατα ἐπεστράφη στὴν Μονή του (26 Ὀκτωβρίου 1965).

Ἡ Λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα ἔγινε στὴν συνέχεια κοινοβιακὴ Μονὴ καὶ διαδραμάτισε πρωταγωνιστικὸ ῥόλο στὴν ἱστορία τοῦ μοναχισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Παλαιστίνη. Μεγάλος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἁγίων ποὺ ἐγκαταβίωσαν ἐκεῖ: Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς [4 Δεκ.], Κοσμᾶς τοῦ Μαϊουμᾶ [14 Ὀκτ.], Στέφανος [28 Ὀκτ.], Ἀνδρέας Κρήτης [4 Ἰουλ.], κ.ἄ. Ἐκεῖ συνετάχθη καὶ καθιερώθη τὸ Τυπικὸν ποὺ ἀκόμη καὶ σήμερα κανονίζει τὶς Ἀκολουθίες μας, καὶ ἐκεῖ ἐγράφησαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας μας.

Συναξαριστὴς Ἰνδίκτου. Δεκέμβριος. Σελ. 51.




Κύριλλος Σκυθοπολίτης Βίος τοῦ ὁσίου Σάββα ΕΠΕ, Φιλοκαλία 5, 195-445.





Ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Λαύρας Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου
1. Ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς ἱερᾶς Λαύρας ἕως τῆς ἀραβικῆς κατακτήσεως (438-638)

Ἡ κατὰ τὴν ἔρημον τῆς Ἰουδαίας ἱερὰ καὶ σεβασμία Λαύρα τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου ἀποτελεῖ φαινόμενον μοναδικὸν εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν, χάρις εἰς τὴν συμβολήν της εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ὀρθοδόξου λατρείας, τῆς μοναχικῆς τάξεως καὶ τῆς ὑμνογραφίας, εἰς τὴν ἐν αὐτῇ παρουσίαν πλήθους Ἁγίων, αὐστηρῶν ἀναχωρητῶν, θεοπνεύστων θεολόγων καὶ μαρτύρων ἀκόμη, ἀκόμη χάρις εἰς τὸν σπουδαῖον ῥόλον τὸν ὁποῖον διεδραμάτισεν εἰς τὴν καταπολέμησιν ὅσων αἱρέσεων ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Ἁγίαν Γῆν μετὰ τὴν ἵδρυσίν της καὶ εἰς τὴν προάσπισιν τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ μόνου κανονικοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, τοῦ Ἑλληνορθοδόξου.

Ἀριθμοῦσα ὑπὲρ τὰ 1500 ἔτη ζωῆς (483-2002) ἄνευ διακοπῆς τῆς λειτουργίας της, ἡ Μεγίστη τοῦ Ἁγίου Σάββα Λαύρα ὀφείλει τὴν ἵδρυσιν καὶ τὴν μετέπειτα ἐξέλιξιν αὐτῆς εἰς τὸν θεοχαρίτωτον, πνευματέμφορον μοναστὴν Ἅγιον Σάββαν (439-532), ὁ ποῖος ἀπετέλεσε λύχνον ἐν ὑψηλῷ τόπω δι᾿ ὅσους ἠθέλησαν νὰ ζήσουν τὴν ἀναχωρητικὴν ζωήν, καὶ ἰσχυρὸν πρεσβευτὴν πρὸς τὸν Κύριον ὑπὲρ πάντων τῶν μεταγενεστέρων «Σαββαϊτῶν» Μοναχῶν. Τὸν πρῶτον πυρῆνα τῆς Λαύρας ἐδημιούργησαν οἱ ἑβδομήκοντα ἀναχωρηταί, οἱ ὁποῖοι συνεκεντρώθησαν περὶ τὸν Ἅγιον Σάββαν ἀπὸ τὸ 483 καὶ ἑξῆς. Κατόπιν ἡ Λαύρα μετεφέρθη ἐκ τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τοῦ χειμάῤῥου τῶν Κέδρων, ὅπου τὸ ἀσκητήριον τοῦ Ἁγίου Σάββα, εἰς τὴν δυτικήν, ὅπου καὶ ἐκτίσθη ἡ Θεόκτιστος Ἐκκλησία (486, ἐγκαίνια 491), ἡ αὔξησις τῆς ἀδελφότητος κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν οἰκοδόμησιν καὶ μεγάλου ναοῦ τῆς Θεοτόκου (502) καὶ τὴν διοργάνωσιν τῶν κτισμάτων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Λαύρας, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ὁλονὲν ὀγκουμένας ἀνάγκας. Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητος τοῦ Ἁγίου Σάββα καὶ ἡ ἕνεκα αὐτῆς ἀνάδειξις τοῦ εἰς ἀρχηγὸν καὶ νομοθέτην πάντων τῶν περὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ἀναχωρητῶν (493) ἔσχον ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὴν Μεγίστην Λαύραν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε προτυπoν κατά τε τὸν βίον καὶ τὴν λειτουργικὴν τάξιν, τὸ Τυπικόν, ὄχι μόνον διὰ τὰς λοιπὰς τρεῖς λαύρας καὶ τὰ ἓξ κοινόβια, τὰ ὁποῖα ὁ Ἅγιος Σάββας μέχρι τοῦ θανάτου του (532) ἵδρυσε, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἐπιλοίπους μονὰς τῆς Παλαιστίνης, κατὰ δὲ τοὺς μέσους χρόνους καὶ διὰ τὴν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίαν.

Ἡ Μεγίστη Λαύρα ὑπὸ τὸν Ἅγιον Σάββαν κατ᾿ ἀρχὴν διεξήγαγεν ἰσχυροὺς ἀγῶνας κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοὺ κατὰ τὰ ἔτη 512-516, ἀντιπαρατεθεῖσα πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Ἀναστάσιον καὶ πρὸς τὰ λοιπὰ τρία Πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς, εὑρισκόμενα τότε εἰς χεῖρας μονοφυσιτῶν ἡ σθεναρὰ κινητοποίησις καὶ ὁμολογία τῶν ἀναχωρητῶν τῆς ἐρήμου διέσωσαν τὸ Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων ἀπὸ τὴν αἵρεσιν. Οἱ διάδοχοι τοῦ Ἁγίου Σάββα εἰς τὴν ἠγουμενίαν τῆς Λαύρας ἀνέδειξαν αὐτὴν καὶ πάλιν ἄσειστον προπύργιον κατὰ τῆς αἱρέσεως τοῦ Ὠριγενισμοῦ· ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τοῦ Σαββαΐτου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἡσυχαστοῦ, πρῴην ἐπισκόπου Κολωνίας (454-558), οἱ ἡγούμενοι τῆς Λαύρας Γελάσιος (537-546), Κασσιανὸς (547-548) καὶ Κόνων (548-568) ἀπέκρουσαν τὰς μεθοδείας τῶν Ὠριγενιστῶν καὶ τὰς παρὰ τῷ αὐτοκράτορι Ἰουστινιανῷ δολοπλοκίας των, ὄχι ὅμως ἄνευ ἀντιποίνων· οἱ μοναχοὶ τῆς Λαύρας, τῆς μόνης που εἶχεν ἀπομείνει εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους, ὑπέστησαν διωγμοὺς καὶ βιαιοπραγίας, ἀκόμη καὶ τὴν διὰ τῆς βίας ἐνθρόνισιν Ὠριγενιστοῦ ἡγουμένου (τοῦ Γεωργίου, 547). Ὅμως ὁ Θεὸς ἐφύλαξε τὴν Λαύραν, αἱ δὲ ἐνέργειαι τοῦ Κόνωνος συνέβαλον τὰ μέγιστα εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Ε´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (553), ἡ ὁποία κατεδίκασε τὰς πλάνας τοῦ Ὠριγένους ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ χάριν πάσης τῆς Ἐκκλησίας ἐσαεί. Ἡ ἐμφάνισις τῶν Περσῶν εἰς τὴν Ἁγίαν Γῆν (614) ἀπετέλεσε τὸ προοίμιον διὰ τὴν μετ᾿ αὐτὴν ἔλευσιν τῶν Ἀράβων τοῦ Ἰσλάμ (638). Παρομοίως, τὴν ἀπαρχὴν τῶν ὀσιομαρτύρων τῆς Λαύρας ἀπετέλεσαν οἱ ὑπὸ τῶν Περσῶν σφαγιασθέντες Σαββαΐται, τεσσαράκοντα τέσσαρες τὸν ἀριθμόν, εἰς τὰς 16 Μαΐου τοῦ ἔτους 614.
2. Ἐπὶ τῶν Ἀράβων, τῶν Σταυροφόρων καὶ τῶν Μαμελούκων (638-1517)

Τὴν μετὰ τὴν ἀραβικὴν κατάκτησιν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Σάββα ὑπὸ τοῦ πατριάρχου Μοδέστου, ἠκολούθησεν ἡ ἐνδοξoτέρα περίοδος, ὁ «χρυσοῦς αἰὼν» τῆς Λαύρας, δηλαδὴ ὁ 8ος καὶ μέρος τοῦ 9ου αἰῶνος. Ὁ ἐπιφανέστερος θεολόγος τοῦ 8ου αἰ. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ καὶ ὑμνογράφος, Κοσμᾶς ὁ Ἁγιοπολίτης, Στέφανος ὁ Μελῳδός, Μιχαὴλ ὁ Σύγκελλος, Θεόδωρος καὶ Θεοφάνης οἱ Γραπτοί, Θεόδωρος ὁ ἐπίσκοπος Καῤῥῶν (Ἀβουκάρας), πάντες ἐπιφανεῖς κατὰ τὴν ἁγιότητα ἢ καὶ τὴν θεολογίαν, οἱ Ἅγιοι Στέφανος ὁ Θαυματουργός, Θεόδωρος ἐπίσκοπος Ἐδέσσης καὶ Μιχαὴλ ὁ Ὁσιομάρτυς συναποτελοῦσιν ἐκλεκτὴν χορείαν, ἡ ὁποία ἐκόσμησε τὴν Ἐκκλησίαν Ἱεροσολύμων ἀλλὰ καὶ τὴν καθόλου Ἐκκλησίαν. Παρὰ τὰς ἐναντίον τῆς Λαύρας βιαίας καὶ φονικὰς ἐπιθέσεις ποικιλωνύμων βαρβάρων (796, 809, 813) καὶ τὴν γενικὴν ἀταξίαν, ἡ προσφορὰ τῆς Λαύρας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν φθάνει εἰς τὸ ἀποκορύφωμά της. Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ εἰς τὴν πρώτην (726-787) καὶ τῶν Ἁγίων Μιχαὴλ τοῦ Συγκέλλου, Θεοφανοὺς καὶ Θεοδώρου τῶν Γραπτῶν εἰς τὴν δευτέραν (814-843) φάσιν τῆς εἰκονομαχίας ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς τιμῆς τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀποδεικνύει τὴν σημασίαν τῆς Λαύρας διὰ τὴν θεολογίαν ἀλλὰ καὶ τὴν γενικὴν τιμήν, τῆς ὁποίας ἀπελάμβανε, καθόσον οἱ τρεῖς τελευταῖοι ὁμολογηταὶ προσεκλήθησαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου δι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον, πλὴν τῆς θεολογικῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς, ἡ Λαύρα δύναται κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν νὰ ἐπιδείξῃ καὶ πλουσίαν ἀντιγραφικὴν καὶ μεταφραστικὴν δραστηριότητα καθίσταται τὸ κέντρον τῆς γεωργιανὴς γραμματείας ἀπὸ τὸν 7ον ἕως τὸν 10ον αἰ., ὅπως ἐπίσης κέντρον μεταφράσεως ἐκκλησιαστικῶν συγγραμμάτων ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν εἰς τὴν ἀραβικήν. Χαρακτηριστικὸν εἶναι ὅτι τὰ σήμερον πασίγνωστα «Ἀσκητικὰ» τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου μετεφράσθησαν ἐκ τῆς συριακῆς γλώσσης εἰς τὴν ἑλληνικὴν διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Λαύραν ὑπὸ τῶν μοναχῶν Ἀβραμίου καὶ Πατρικίου περὶ τὰ τέλη τοῦ 8ου αἰ. Ἀπὸ τοῦ 9ου ἕως τοῦ 13ου αἰ. ἡ λειτουργικὴ τάξις, τὸ λειτουργικὸν Τυπικὸν τῆς Λαύρας μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῶν Σαββαϊτων ἁγίων ὑμνογράφων καὶ ἴσως μερικαὶ μοναστικαὶ συνήθειαι τῆς Λαύρας, διαδίδονται εὐρέως ἀπὸ διακεκριμένους ἁγίους ἱδρυτὰς μονῶν. Εἰς μείζονα ἐλάσσονα βαθμὸν τὸ Τυπικὸν τῆς Λαύρας ἐπηρέασε τὰ μοναστηριακὰ Τυπικά, τὰ ὁποῖα συνέγραψαν οἱ Ἅγιοι Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (9ος αἰ.), Παῦλος ὁ Νέος τοῦ Ὅρους Λάτρος (ἀρχαὶ 10ου αἰ.), Νικῶν ὁ Μαυρορείτης (τέλη 11ου αἰ.), Χριστόδουλος τῆς Πάτμου (11ος αἰ.), Λάζαρος ὁ Γαλησιώτης (10ος-11ος αἰ.), Λουκᾶς τῆς Μεσσήνης (Σικελία 12ος αἰ.), Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος (Κύπρος, 12ος- 13ος αἰ.) καὶ Νεῖλος Ταμασίας (Ι. Μ. Μάχαιρα, Κύπρος, ἀρχαὶ 13ου αἰ.). Ἤδη ἀπὸ τὸν 9ον αἰ. εἶχε διαδοθῇ τὸ λειτουργικὸν τοῦτο Τυπικὸν εἰς τὴν ἀπόμακρον Γεωργίαν (ὑπὸ Γρηγορίου Khandzta, τὸ 826). Παραλλήλως τεραστία ὑπῆρξεν ἡ διάδοσις τοῦ νέου ὑμνογραφικοῦ εἴδους που ἀνεπτύχθη κυρίως ὑπὸ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ τῆς μετ᾿ αὐτὸν «ἁγιοσαββιτικῆς ποιητικῆς σχολῆς», δηλαδὴ τοῦ κανόνος. Ἢ ὑμνογραφικὴ παραγωγὴ τῆς Λαύρας ἀπετέλεσε τὸ θεμέλιον τῆς μετὰ τὴν εἰκονομαχίαν διαῤῥυθμίσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς Λατρείας. Ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸν Δαμασκηνὸν καθιέρωσις τῶν ὀκτὼ ἤχων τῆς μελωδήσεως ἐπεκράτησεν εἰς τὴν Λατρείαν, ἡ δὲ ὑπ᾿ αὐτοῦ συγγραφεῖσα Ὀκτάηχος ἀπετέλεσε τὴν πρώτην μορφὴν τῆς Παρακλητικῆς, τοῦ κυριωτέρου λειτουργικοῦ βιβλίου τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐπὶ τῆς κυριαρχίας τῶν Σταυροφόρων ἡ θέσις τοῦ ἡγουμένου τῆς Λαύρας παρουσιάζεται ἰδιαιτέρως ὑψηλὴ παρὰ τοῖς Λατίνοις, ἐλλείψει Ὀρθοδόξου πατριάρχου εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἡ Λαύρα προικίζεται διὰ νέων περιουσιακῶν στοιχείων ὑπὸ τῆς Βασιλίσσης Μελισσάνθης (1131-1162), ἐνῶ ὁ ναὸς τῆς Θεοτόκου καὶ αἱ ἁγιογραφίαι του ἀνακαινίζονται ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων Μανουὴλ τοῦ Κομνηνοῦ (1143 -1180) περὶ τὸ ἔτος 1169.

Ἡ νίκη τῶν Μαμελούκων τοῦ Σαλαδδὶν ἐπὶ τῶν Σταυροφόρων ἐν ἔτει 1187 ἐσήμανε νέα δεινὰ διὰ τὸν Μοναχισμὸν τῆς Παλαιστίνης παρὰ τὴν σφαγὴν καὶ πάλιν Σαββαϊτῶν μοναχῶν, ἡ Λαύρα παρέμεινεν ἐν λειτουργίᾳ, μόνη αὕτη ἀνάμεσον τῶν λοιπῶν ἠρημωμένων μονῶν τῆς ἐρήμου. Εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν ἀνάγεται ἡ συῤῥίκνωσις τῆς Λαύρας περὶ τὸν πυρῆνα της, ἡ ἀνέγερσις τείχους περὶ αὐτὴν καὶ ἡ υἱοθέτησις τοῦ κοινοβιακοῦ τρόπου ζωῆς, ἐγκαταλειφθέντος τοῦ λαυρεωτικοῦ. Ἡ Λαύρα εἰσέρχεται εἰς τὴν δυσκολωτέραν ἴσως φάσιν τοῦ ἀγῶνος ἐπιβιώσεώς της εἰς περιβάλλον ἐχθρικόν, καθίσταται παρὰ ταῦτα διὰ τὴν Ἁγιοταφιτικὴν Ἀδελφότητα ἀξιολογώτατον σχολεῖον, διδάσκον τὰ περὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Νέα ἀνακαίνισις τοῦ καθολικοῦ τῆς Λαύρας καὶ τοῦ Κουβουκλίου τοῦ τάφου τοῦ Ἁγίου Σάββα ὑπὸ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347-1354) ἔλαβε χώραν εἰς τὰ μέσα τοῦ 14ου αἰ., πρωτοφανὴς ὅμως εἰς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν καὶ καθοριστικὴ διὰ τὸ μέλλον τῆς ὀρθοδόξου λατρείας κατέστη ἡ ἑξάπλωσις τοῦ λεγομένου «νεο-σαββαϊτικοῦ λειτουργικοῦ Τυπικοῦ» (δηλ. τῆς συνθέσεως τοῦ παλαιοῦ σαββαϊτικοῦ καὶ στοιχείων τοῦ στουδιτικοῦ Τυπικοῦ). Τὸ Τυπικὸν τοῦτο, ἀφοῦ παρεμέρισε τὰ Τυπικὰ τῶν Μονῶν Στουδίου καὶ Εὐεργέτιδος, καθιερώθη εἰς τὴν ἰδίαν τὴν Κωνσταντινούπολιν κατὰ τοὺς 13ον καὶ 14ον αἰῶνας (Μοναὶ Χειλέων, Ἅγ. Δημητρίου Κελλιβαρᾶ, Θεοτόκου Βεβαίας Ἐλπίδος). Τοὺς ἰδίους αἰῶνας τὸ Τυπικὸν διεδόθη καὶ εἰς τὴν Σερβίαν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα (1175-1236) καὶ τοῦ Νικοδήμου Ἀρχιεπισκόπων Σερβίας (1317-1324). Τὸ νέον τοῦτο σαββαϊτικὸν Τυπικόν, μετὰ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ ἐν Ἁγίῳ Ὅρει κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων καὶ τὴν νέαν μορφήν, τὴν ὁποίαν τότε ἔλαβε, διεδόθη χάρις εἰς τὴν ἀκτινοβολίαν τῆς θεολογίας τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Βαλκανικήν, ἐν ᾗ καὶ εἰς Βουλγαρίαν, καθὼς καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν. Ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς του ἐπικρατήσεως πανταχοῦ, τὸν 16ον αἰ. ἕως τῆς σήμερον, τὸ σαββαϊτικὸν-ἀθωνικὸν λειτουργικὸν Τυπικὸν ἀποτελεῖ τὸ λειτουργικὸν Τυπικὸν συμπάσης τῆς Ὀρθοδοξίας.
3. Ἀπὸ τῆς τουρκικῆς κυριαρχίας ἕως τῆς σήμερων

Ἡ ἐμφάνισις τῶν Τούρκων εἰς τὴν Παλαιστίνην μὲ τὸν Σουλτάνον Σελὴμ ἐπικεφαλῆς, ἡ ὁποία συνωδεύθη ὑπὸ νέας σφαγῆς Σαββαϊτῶν, εἶχε δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις εἰς τὴν ζωὴν τῆς Λαύρας. Μολονότι ἐξεδόθησαν ὑπὲρ τὰ τριάκοντα φιρμάνια τῶν Σουλτάνων κατὰ καιροὺς (μεταξὺ 1533 καὶ 1735) περὶ ἐπισκευῶν ἐν τῇ Λαύρα, φοροαπαλλαγῶν, προστασίας καὶ δικαιωμάτων τῶν Σαββαϊτῶν Πατέρων, οὗτοι ὑπέστησαν πολλὰ δεινά, ἀκόμη καὶ τὴν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐγκαταβίωσιν ἐν τῇ Λαύρᾳ ὁλοκλήρων ἀραβικῶν χωρίων. Ἡ ἰσχυρὰ παρουσία Σέρβων Μοναχῶν ἐν τῇ Λαύρᾳ, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν εὐεργετικὴ δι᾿ αὐτήν, ὅτε κατὰ τὸν 16ον αἰ. ἡ Λαύρα εἶχεν ἐλαχίστους Ἕλληνας Μοναχούς, ἐτερματίσθη εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 17ου αἰ., ὅτε κατέστη εἰς τοὺς Σέρβους ἀδύνατος ἡ ἐξόφλησις τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἡ οἰκοδομική των δραστηριότης εἶχε δημιουργήσει ἡ παρέμβασις τοῦ πατριάρχου Θεοφάνους τοῦ Γ´ (1608-1644) μόλις ἔσωσε τὴν Λαύραν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν δανειστῶν ἢ τῶν ἐποφθαλμιώντων αὐτὴν Ἀρμενίων καὶ Λατίνων.

Μεταξὺ πάντων τῶν εὐεργετῶν καὶ δωρητῶν τῆς Λαύρας πλέον ἀξιομνημόνευτοι ἔχουν καταστῇ οἱ πατριάρχαι Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (1660-1669) καὶ Δοσίθεος ὁ Β´ (1669-1707), ὁ ὀνομασθεὶς καὶ μέγας εὐεργέτης αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἐπαναφέρουν τὴν Λαύραν εἰς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν καὶ κατοίκησιν τῶν Σαββαϊτῶν Πατέρων, προέβησαν δέ, ἰδίως ὁ Δοσίθεος, εἰς ἐκτενεῖς καὶ πολυεξόδους ἀνακαινίσεις ἢ ἐπεκτάσεις τῶν ναῶν, τῶν δωμάτων, τῶν δεξαμενῶν καὶ τῶν τειχῶν τῆς Μονῆς (ἀντιστοίχως κατὰ τὰ ἔτη 1667 καὶ 1686).

Τὴν σημερινὴν μορφὴν τῶν οἰκοδομημάτων της ἡ Ἱερὰ ἡμῶν Λαύρα ὀφείλει εἰς τὴν οἰκοδομικὴν δραστηριότητα ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἐν αὐτῇ μετὰ τὰς καταστροφὰς τοῦ σεισμοῦ τῆς 13ης Μαΐου 1834 καὶ κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν ἠγουμενίαν τοῦ περιφανοῦς Ἡγουμένου, κτίτορος καὶ μεγάλου εὐεργέτου τῆς Λαύρας Ἰωάσαφ τοῦ Κρητός (1845-1874), ὀσιακὴς μορφῆς τοῦ παλαιστινοῦ Μοναχισμοῦ τῶν ἐσχάτων χρόνων. Ἀπόδειξις τοῦ πνευματικοῦ βάρους τοῦ ὁσίου, ἁπλοῦ, ταπεινοῦ καὶ διακριτικοῦ αὐτοῦ Μοναστοῦ ὑπῆρξε καὶ ἡ διὰ πρώτην φορὰν μετὰ ἀπὸ αἰῶνας ὑπ᾿ αὐτὸν αὔξησις τῶν Σαββαϊτῶν εἰς περίπου ὀγδοήκοντα τὸν ἀριθμόν.

Αἱ ἀλλεπάλληλοι πολιτικαὶ ἀλλαγαὶ κατὰ τὸν 20οῦ αἰ. εἰς τὴν Ἐγγὺς Ἀνατολὴν Χάριτι Θεοῦ καὶ πρεσβείαις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα δὲν ἐπεσώρευσαν ἐπὶ τῆς Λαύρας τοσοῦτον πλῆθος προβλημάτων, ὅσον ἐπὶ ἄλλων μονῶν καὶ προσκυνημάτων τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριαρχείου, ἀντιθέτως ἡ ἐν ἔτει 1965 ἐπιστροφὴ τοῦ ἀφθόρου ἱεροῦ Σκηνώματος τοῦ Ἁγίου Σάββα μετὰ μακρὰν ἀπουσίαν αἰώνων (ἴσως ἀπὸ τοῦ 13ου) ἀπετέλεσε μεγίστην εὐλογίαν διὰ τὴν Ἁγιοταφιτικὴν Ἀδελφότητα, τοὺς ἐν τῇ Λαύρᾳ ἀγωνιζομένους καὶ τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ἁγίας Γῆς καὶ ὁπωσδήποτε αἰτίαν βεβαίας ἐλπίδος εἰς τὸν Θεὸν καὶ τεκμήριον τῆς πατρικῆς καὶ ἀδιαλείπτου μερίμνης τοῦ Ἁγίου Σάββα διὰ τὴν Λαύραν του. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ τῆς Λαύρας καὶ ἡ ποικίλη αὐτῆς συνεισφορὰ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν προβλημάτων τῶν Ἁγιοταφιτῶν, τοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου καὶ τῶν εὐλαβῶν προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων, δύναται καὶ σήμερον νὰ ἐπαληθεύσῃ τὴν πρὸ αἰώνων γενομένην διαπίστωσιν: «Ὅπως ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶναι ἡ βασίλισσα πασῶν τῶν πόλεων, οὕτω καὶ ἡ λαύρα τοῦ Ἁγίου Σάββα εἶναι ὁ πρίγκηψ πασῶν τῶν ἐρήμων, καὶ καθ᾿ ὅσον ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶναι τὸ πρότυπον ἄλλων πόλεων, τοσοῦτον καὶ ὁ Ἅγιος Σάββας τὸ παράδειγμα δι᾿ ἄλλας μονάς».

Πηγή: Ἱερὰ Λαύρα Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου
θεόκτιστος Ἔπαλξις Ὀρθοδοξίας 1500 ἔτη

πηγή 



Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

4 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ: Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ήταν διαπρεπέστατος θεολόγος και ποιητής του 8ου αιώνα μ.Χ. και μεγάλος πατέρας της Εκκλησίας. Η αντιπαραβολή των βιογραφιών και το σύνολο των γνησίων στοιχείων ευνοούν την υπόθεση ότι ο Ιωάννης γεννήθηκε το 645 ή το 680 και πέθανε το 749 μ.Χ.. Σύμφωνα με τον Βίο του Στεφάνου, ανιψιού του Ιωάννη Δαμασκηνού, ο Ιωάννης πέθανε το 749 και αν υποθέσουμε ότι γεννήθηκε το 645 τότε πέθανε σε ηλικία 104 ετών, κάτι που συμφωνούν και νεώτερα συναξάρια. Σύμφωνα όμως με το Σιναϊτικό κώδικα ο Ιωάννης πέθανε σε ηλικία 70 ετών και άρα πρέπει να γεννήθηκε περί το 680. Έζησε κατά την εποχή της βασιλείας του Λέοντος Γ' του Ισαύρου (717-741) και μέχρι της βασιλείας του διαδόχου του Κωνσταντίνου του Κoπρωνύμου. Ονομάστηκε "Δαμασκηνός" από το όνομα της ιδιαιτέρας του πατρίδας της Δαμασκού στη Συρία.

Οι πληροφορίες για το βίο του Αγίου Ιωάννη είναι περιορισμένες και ουσιαστικά περιλαμβάνονται σε συναξάρια. Οι πρώτες ολοκληρωμένες βιογραφίες του ανάγονται στο 10ο αιώνα. Ο παππούς του ονομαζόταν Μανσούρ (νικηφόρος) και ήταν διοικητής της βυζαντινής ελληνικής φρουράς της Δαμασκού, κατά την αραβική επίθεση, όπου και παρέδωσε την πόλη με συνθήκη το 634 μ.Χ.. Την εποχή, που γεννήθηκε η Δαμασκός ήταν υποδουλωμένη στους Αγαρηνούς και οι κάτοικοι είχαν αλλάξει την πίστη τους. Οι γονείς του Ιωάννη ήταν από τους λίγους πιστούς και ευσεβείς που είχε η πόλη. Ο Θεός για την αρετή τους, τους αντάμειψε και τους έκανε θαυμαστούς. Ο πατέρας του Ιωάννη Σέργιος, ήταν πρωτοσύμβουλος και υπουργός οικονομικών του άραβα χαλίφη Αβδέλ Μελέκ του Α’.
Σαν διοικητής κυβερνούσε τη χώρα με δικαιοσύνη και σοφία. Ήταν πολύ φιλάνθρωπος και έδινε από τον πλούτο του για να εξαγοράζει και να ελευθερώνει τους αιχμαλώτους από τους Αγαρηνούς, γιατί κινδύνευαν να χάσουν την πίστη τους και τη ζωή τους. Έπειτα έδινε γη για να την καλλιεργούν σ' όσους ήθελαν να μείνουν στην Ιουδαία ή στη Παλαιστίνη, γιατί εκεί είχε πολλά κτήματα. Όσοι πάλι δεν ήθελαν να μείνουν εκεί, τους έδινε χρήματα για να πάνε, όπου ήθελαν.
Δεν ξόδευε ποτέ χρήματα σε συμπόσια ή για πολύτιμα ρούχα, όπως συνηθίζουν οι πλούσιοι, αλλά μόνο για θεάρεστα έργα. Ο Θεός σαν αμοιβή για τα φιλάνθρωπα έργα του, του χάρισε τον Ιωάννη, τον παγκόσμιο φωστήρα της Εκκλησίας, που τη στόλισε με εξαιρετικά τροπάρια.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο πατέρας του χάρηκε, γιατί του χάρισε ο Κύριος κληρονόμο και μόλις μεγάλωσε τον μικρό Ιωάννη, αναζητούσε να του βρει δάσκαλο σοφό και επιθυμούσε να το αναδείξει μεγάλο φιλόσοφο. Επειδή ο πόθος του ήταν θεάρεστος, ο Θεός εξεπλήρωσε την επιθυμία του.
Οι βάρβαροι της πόλης εκείνης αιχμαλώτισαν πολλούς χριστιανούς από διαφόρους τόπους και τους έφεραν εκεί. Απ' αυτούς άλλους πούλησαν κι άλλους, όσους δεν θέλησε κανείς να τους αγοράσει, αποφάσισαν να τους φονεύσουν. Ανάμεσα σ' αυτούς έτυχε να είναι και κάποιος μοναχός από την Ιταλία, Κοσμάς στο όνομα, σεμνός κι ενάρετος. Ενώ οι βάρβαροι οδηγούσαν τους αιχμαλώτους εκεί, που θα τους θανάτωναν, συνάντησαν τον πατέρα του Ιωάννη. Εκείνος βλέποντας τον Κοσμά με λυπημένη όψη και με δάκρυα στα μάτια τον πλησίασε και του είπε:
- Γιατί κλαις, άνθρωπε του Θεού; Λυπάσαι που θα στερηθείς τον κόσμο, που, όπως βλέπω από τον μοναχικό σου σχήμα, τον απαρνήθηκες και νέκρωσες το σώμα σου;
Σ' αυτά τα λόγια απάντησε ο μοναχός:
- Ο Θεός γνωρίζει, ότι δεν λυπάμαι για τη στέρηση της παρούσας ζωής, γιατί εγώ τον κόσμο τον αρνήθηκα όπως είπες. Αλλά λυπάμαι, γιατί έμαθα όλες τις επιστήμες. Φιλοσοφία, Ρητορική, Διαλεκτική, Αριθμητική, Γεωμετρία και κάθε άλλη σοφία. Εκπαιδεύτηκα και στη Μουσική και έμαθα και Αστρονομία. Μπορώ να πω, ότι δεν άφησα τίποτε, που να μη μάθω, για να εννοήσω από την αρμονία και την ομορφιά των δημιουργημάτων τον Δημιουργό της Κτίσεως. Έπειτα σπούδασα και την δική μας Θεολογία. Επειδή όμως δε βρήκα ακόμη μαθητή για να τον αφήσω διάδοχο της σοφίας μου λυπάμαι και θλίβομαι. Γιατί όπως θέλουν οι πλούσιοι ν' αποκτήσουν παιδιά για να τους κληρονομήσουν, έτσι επιθυμούν και οι φιλόσοφοι ν' αφήσουν διαδόχους στη σοφία τους, για να έχουν μνήμη αθάνατη. Έτσι φεύγει ο σοφός για την αιώνια ζωή σαν τον δούλο, που διπλασίασε το τάλαντο. Διαφορετικά θα κριθεί σαν ανωφελής. Γι' αυτό στεναχωρούμαι, επειδή φοβάμαι, μήπως ο Δεσπότης με συναριθμήσει με τον πονηρό δούλο που έκρυψε το τάλαντο.


Μόλις άκουσε αυτά ο άρχοντας, που είχε πόθο να βρει τέτοιο σοφό άνθρωπο, λέει στον Κοσμά:
- Μη λυπάσαι γι' αυτή την αιτία, δάσκαλε, και ίσως ο Κύριος εκπληρώσει τα αιτήματα της καρδιάς σου.
Πήγε στον άρχοντα των Σαρακηνών και του ζήτησε να του χαρίσει αυτόν τον αιχμάλωτο. Έτσι και έγινε. Πήρε, λοιπόν, τον Κοσμά, τον οδήγησε στο σπίτι του, τον περιποιήθηκε και του είπε:
- Γνώριζε, σοφότατε και λογικότατε, ότι όχι μόνο από την αιχμαλωσία σε λύτρωσα, αλλά σε κάνω και δεσπότη του σπιτιού μου, μέτοχο στις χαρές και στις λύπες μου. Άλλη χάρη δεν ζητώ από την αγιοσύνη σου, παρά μόνο να καταβάλλεις κάθε προσπάθεια να διδάξεις αυτά τα δύο παιδιά, όλη την σοφία και την μάθηση που γνωρίζεις. Είναι δε τα παιδιά ο Ιωάννης γνήσιο παιδί μου και ο Κοσμάς από τα Ιεροσόλυμα, που τον πήρα από μικρό κοντά μου, γιατί ήταν ορφανός και τον αγαπώ όχι λιγότερο από τον Ιωάννη.


Ο Κοσμάς, που καταγόταν από την Σικελία, εκπαίδευσε τον Ιωάννη και τον θετό του αδελφό Κοσμά τον Μελωδό, άριστα σ' όλους τους κλάδους της γνώσης. Οι δύο νέοι λόγω της οξύτητας του πνεύματος μέσα σε λίγα χρόνια σπούδασαν και έμαθαν τις επιστήμες. Διδάχτηκαν αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία, ρητορική, διαλεκτική και ηθική κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Η μεγάλη τους μόρφωση φαίνεται στα ποιήματά και στα συγγράμματα τους.
Όταν ο δάσκαλος είδε, ότι οι μαθητές του έφτασαν σε ικανό σημείο σοφίας πήγε στον πατέρα τους και του είπε:
- Κύριε, όπως ήθελες, έγιναν τα παιδιά σου θαυμάσια στη σοφία. Και δεν αρκέσθηκαν να γίνουν μόνον, όπως ο δάσκαλος τους, αλλά κατά πολύ ανώτεροι στο ύψος της φιλοσοφίας. Λοιπόν, επειδή δε με χρειάζονται πια, ζητώ από την ευγένεια σου μια χάρη. Σαν πληρωμή του κόπου μου να μ' αφήσεις να πάω σε κανένα ασκητήριο για να μελετήσω την άνω σοφία, προς την οποία η φιλοσοφία με καθοδήγησε.
Ο άρχοντας, όταν άκουσε αυτά λυπήθηκε, γιατί δεν ήθελε ν' αποχωριστεί τέτοιο χρήσιμο άνθρωπο. Αλλά, για να μη φανεί προς τον ευεργέτη του αχάριστος του έδωσε την άδεια και χρήματα για το ταξίδι του.
Έφυγε, λοιπόν, ο Κοσμάς, και πήγε στην Λαύρα του Αγίου Σάββα. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του μέχρι που έφυγε για την αιώνια μακαριότητα. Το ίδιο και ο πατέρας του Ιωάννη μετά από λίγο καιρό έφυγε για τον ουρανό.

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΡΩΤΟΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΩΝ ΣΑΡΑΚΗΝΩΝ
ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΩΝ Γ' ΤΟΝ ΙΣΑΥΡΟ

Όταν πέθανε ο Σέργιος, ο γιός του Ιωάννης διορίστηκε, χωρίς να το θέλει, πρωτοσύμβουλος του χαλίφη Βελιδά (705 - 715 μ.Χ.). Ο αρχηγός των Σαρακηνών βλέποντας τη σοφία του Ιωάννη του έδωσε το αξίωμα του πατέρα του παρά τη θέληση του. Επιθυμία του ήταν να αναχωρήσει από τον κόσμο.
Στο διωγμό κατά των αγίων εικόνων, επί Λέοντος Γ' του Ισαύρου (717-741 μ.Χ.), ο Ιωάννης θερμός ζηλωτής της πίστεως πήρε ενεργό μέρος και εξαπέλυσε κατά του ασεβούς αυτοκράτορα, τους τρεις γνωστούς λόγους υπέρ των αγίων εικόνων, πράγμα που θορύβησε τον Λέοντα. Καταπολεμούσε τις απόψεις του Λέοντος αποδεικνύοντας με φιλοσοφικούς συλλογισμούς και με ιστορικά παραδείγματα από τη ζωή των Αγίων, την αναγκαία προσκύνηση των αγίων εικόνων.
Τέτοιες επιστολές, έστελνε και σε πολλούς ανθρώπους για να τις διαβάζουν μεταξύ τους και να στερεώνονται στην ευσέβεια και να μαθαίνουν πως θ' απαντούν στους εικονομάχους.

Μόλις έμαθε αυτά ο ασεβής βασιλιάς συζήτησε το θέμα με άλλους άρχοντες εικονομάχους και αποφάσισαν να διαβάλλουν τον Ιωάννη στον άρχοντα των Σαρακηνών, για να τον θανατώσει. Βρήκαν, λοιπόν, μια επιστολή του Ιωάννη, που την έδειξε ο Λέων σε μερικούς δασκάλους και τους ρώτησε, αν μπορούν να μιμηθούν το γραφικό χαρακτήρα εκείνου.
Βρέθηκε ένας έμπειρος καλλιγράφος, που υποσχέθηκε, ότι θα μιμηθεί ακριβώς το γραφικό του χαρακτήρα. Αυτόν διάταξε ο Λέων να αντιγράψει μια επιστολή γραμμένη από τον ίδιο, σαν από τον Ιωάννη και απευθυνόμενη στον ίδιο. Η επιστολή έλεγε: "Βασιλιά πολυχρονεμένε, στέλνω την αρμόζουσα ευγνωμοσύνη και τον πρέποντα σεβασμό στη βασιλεία σου. Μάθε ότι αυτή την εποχή η πόλη της Δαμασκού είναι παραμελημένη από τους Αγαρηνούς, γιατί ο στρατός τους είναι εξασθενημένος. Στείλε στόλο και στρατό πολύ, όσο μπορείς, να την καταλάβεις χωρίς πόλεμο. Θα σε βοηθήσω σ' αυτό κι εγώ, γιατί όλη η πόλη είναι σχεδόν στην εξουσία μου".

Έπειτα έγραψε ο Λέων ο ίδιος επιστολή προς τον Σαρακηνό άρχοντα και του έγραφε:
"Δεν γνωρίζω τίποτε καλύτερο από το να φυλάσσει ο καθένας τις συνθήκες ειρήνης. Δε θέλω να χαλάσω τη φιλία, που έχω με την ευγένειά σου, αν και κάποιος έμπιστος φίλος σου με παρακινεί και με προκαλεί σε τούτο. Πολλές φορές μάλιστα μου έστειλε επιστολή να έλθω να κυριεύσω τη χώρα σου. Για να βεβαιωθείς ότι σου λέω την αλήθεια σου στέλνω μία από τις επιστολές. Έτσι θα γνωρίσεις τη δική μου αληθινή φιλία και εκείνον το δόλιο, που μου τις έγραψε".
Έστειλε λοιπόν ο βασιλιάς τις επιστολές με ένα του δούλο. Ο βάρβαρος ηγεμόνας θύμωσε και κάλεσε τον Άγιο.

Ο Ιωάννης εννόησε το δόλο του Λέοντος και εξήγησε στον άρχοντα ότι ποτέ δεν έβαλε στο νου του τέτοια προδοτική πράξη. Ζήτησε προθεσμία για ν' αποδείξει το άδικο. Ο βάρβαρος όμως δεν πίστεψε και πρόσταξε να του κόψουν το δεξί χέρι. Του κόψανε λοιπόν το χέρι και το κρεμάσανε στην αγορά, για να το βλέπουν όλοι.
Το βράδυ έστειλε μεσίτες ο Ιωάννης στο βάρβαρο παρακαλώντας να του χαρίσει το κομμένο χέρι για να το θάψει. Ο Σαρακηνός συμφώνησε και του έδωσε το χέρι. Ο Άγιος το πήρε το πήγε στο ναό, που είχε στο σπίτι του. Έπεσε κάτω μπροστά στην αγία εικόνα της Θεομήτορος και προσευχόμενος με δάκρυα έλεγε:
"Δέσποινα Πάναγνε Μήτερ, η τον Θεόν μου τεκούσα, δια της θείας εικόνας η δεξιά μου εκόπη. Ουκ αγνοείς την αιτίαν, δι' ην εμάνη ο Λέων. Προφθασον, τοίνυν, ως τάχος και ιασαί μου την χείρα. Η δεξιά του Υψίστου, η από Σου σαρκωθείσα, Πολλάς ποιεί τας δυνάμεις δια της Σης μεσιτείας. Την δεξιάν μου ταύτην και νυν ιασάτω λιταίς σου. Ως αν, Σους ύμνους, ους δοίης και του εκ Σου σαρκωθέντος. Εν ρυθμικαίς αρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε, Και συνεργός χρηματίση της Ορθοδόξου λατρείας, Δύνασαι γαρ όσα αν θέλης, ως του Θεού Μητηρ ούσα".
Λέγοντας αυτά ο Ιωάννης αποκοιμήθηκε και βλέπει την αγία εικόνα της Αειπαρθένου και του λέει:
"Γιατρεύτηκε το χέρι σου και μη λυπάσαι πλέον γι' αυτό. Κάνε τώρα αυτό γραφίδα γραμματέως όπως μου υποσχέθηκες".

Τότε ξύπνησε ο Άγιος και βλέποντας το χέρι του θεραπευμένο, δοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Κύριο και την Άχραντη Μητέρα του. Έψαλλε όλη την νύκτα λέγοντας:
"Η δεξιά σου χειρ, Κύριε, εν ισχύι δεδόξασται η δεξιά σου την θραυσθείσαν μου δεξιάν εθεράπευσε. Δια της δεξιάς μου ταύτης θέλεις θρυμματίσει και συντρίψει τους υπεναντίους εικονοθραύστας".
Τότε έγραψε τον Α΄ Ειρμό του Κανόνος του Α' ήχου "Σου η τροπαιούχος δεξιά, θεοπρεπώς εν ισχύϊ δεδόξασται".

Την άλλη μέρα είδαν το θαύμα μερικοί γείτονες του Αγίου και πήγαν στον Σαρακηνό λέγοντας:
"Άρχοντα, αυτοί που πρόσταξες να κόψουν το χέρι του Ιωάννη, δεν υπάκουσαν. Αλλά κάποιος δούλος ή φίλος του δέχτηκε να του κόψουν το δικό του χέρι, αφού πήρε πολλά χρήματα. Έτσι οι δήμιοι αφού πήραν και οι ίδιοι χρήματα δεν εξετέλεσαν την προσταγή".
Ο άρχοντας διέταξε τότε να ‘ρθει ο Ιωάννης για να δει τα χέρια του. Πήγε, λοιπόν, ο Άγιος και έδειξε το χέρι του που είχαν κόψει. Γύρω από το χέρι, στο σημείο που είχε συγκολληθεί, υπήρχε κατά θεία οικονομία μια γραμμή.
Λέγει τότε ο βάρβαρος στον Ιωάννη:
- Ποιος γιατρός σε θεράπευσε; Και τι βότανα έβαλε;
- Ο παντοδύναμος Κύριος μου και μόνον Αυτός, που τα πάντα μπορεί να κάνει.
- Ανεύθυνος είσαι, όπως φαίνεται και άδικα σε κατάκρινα, γιατί δεν εξέτασα καλά την υπόθεση. Σε παρακαλώ συγχώρεσέ με και έχε την τιμή του πρωτοσύμβουλού μου. Σου υπόσχομαι δε να μην κάνω τίποτε χωρίς τη συμβουλή σου.
Τότε ο Άγιος έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να τον αφήσει να πάει σ' άλλη υπηρεσία που περισσότερο επιθυμούσε. Ο άρχοντας είχε στην αρχή αντιρρήσεις, αλλά τελικά του έδωσε την άδεια.

Το 754 ασχολήθηκε μαζί του η εικονομαχική σύνοδος της Ιέρειας. Τον αναθεμάτισε ως επιρρεπή στο Μωαμεθανισμό, εχθρό της αυτοκρατορίας, διδάσκαλο της ασέβειας και διαστρεβλωτή των Γραφών. Η σκληρότητα των εκφράσεων της συνόδου καταδεικνύει ότι είχε κατανοηθεί πλήρως η σημασία της προσωπικότητάς του, η οποία είχε σοβαρές επιπτώσεις στους εικονομάχους. Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787) ακύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου της Ιέρειας και θεμελίωσε την περί εικόνων διδασκαλία στη θεολογία των σχετικών έργων του Δαμασκηνού, αναγνωρίζοντας έτσι την προσφορά του.


Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Αργότερα, όταν ο χαλίφης Ομάρ ο Β' εξήγειρε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Ιωάννης μαζί με τον θετό του αδελφό Κοσμά, έφυγαν από τη Δαμασκό και πήγαν στην Ιερουσαλήμ. Ο Ιωάννης αφού ελευθέρωσε τους δούλους του, μοίρασε τα πλούτη του στους φτωχούς και στην εκκλησία και πήγε στη Μονή του αγίου Σάββα. Εκεί έγινε μοναχός και έμεινε σ' όλη του τη ζωή. Παρακάλεσε τον ηγούμενο, λέγοντας με πολλή ταπείνωση:
- Εγώ, Δέσποτα είμαι το χαμένο πρόβατο και έρχομαι στο Χριστό από την ερημιά του κόσμου. Να δεχθείς, λοιπόν εμένα, τον ανάξιο, και να με πάρεις στα πρόβατα της ποίμνης σου.
Ο Ηγούμενος χάρηκε και αφού φώναξε κάποιον επίσημο γέροντα του έδωσε υποτακτικό τον Άγιο, για να τον διδάσκει και να τον καθοδηγεί στη μοναχική πολιτεία.
Ο γέροντας τον πήρε στο κελλί του, τον νουθέτησε και του είπε:
- Πρόσεχε να μην κάνεις τίποτε χωρίς το θέλημά μου. Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής πολιτείας, να κόψεις το θέλημά σου και να προσφέρεις τις προσευχές και τα δάκρυα στο Θεό. Αυτό είναι η καθαρή θυσία. Αυτό, λοιπόν, ας είναι η πρώτη σου εργασία στα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριο πένθος. Ως προς τη ψυχή, πρόσεχε να μην αφήσεις το νου σου να σκέφτεται ανωφελή πράγματα και κοσμικά. Να μη υπερηφανεύεσαι για τη σοφία σου, γιατί δε σε ωφελεί καθόλου, αν δεν αποκτήσεις ταπείνωση.

Τέτοια κι άλλα πολλά του είπε ο γέροντας και μεταξύ άλλων τον διέταξε να μη στείλει επιστολή σε κανένα, ούτε να ψάλλει τροπάριο, ούτε να πει λόγους φιλοσοφίας. Να σιωπά και να μιλά, όταν είναι ανάγκη. Όπως ορίζουν οι νόμοι της μοναχική ζωής. Ο Άγιος δέχτηκε τις συμβουλές και αγόγγυστα υποτασσόταν στις προσταγές του γέροντα, χωρίς ν' αμφιβάλλει ή να κατακρίνει τα προστάγματα του.

Μετά από καιρό θέλοντας ο γέροντας να δοκιμάσει τον Ιωάννη, αν είχε υποταγή και ταπείνωση, έκανε το εξής. Του έδωσε ζεμπίλια πλεγμένα με φοινικόφυλλα και του είπε:
- Πάρε αυτά τα εργόχειρα και πήγαινε στη Δαμασκό. Εκεί να τα πουλήσεις.
Του όρισε και μια τιμή διπλάσια από την αξία τους. Του είπε να μην τα δώσει λιγότερο, γιατί το μοναστήρι είχε ανάγκη από χρήματα.
Ο υπάκουος Ιωάννης δεν εναντιώθηκε καθόλου στο γέροντά του, αλλά πήρε στον ώμο το φορτίο και πήγε στη Δαμασκό. Εκεί στην αγορά ρακένδυτος και άλουστος ο πρώην ευγενής πουλούσε τα ζεμπίλια. Οι αγοραστές μόλις άκουγαν τιμή διπλάσια θύμωναν, έβριζαν τον Άγιο και έφευγαν.
Πέρασε απ' εκεί ένας από τους δούλους του και τον γνώρισε. Λυπήθηκε τον κύριο του και αφού προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε αγόρασε όλα τα ζεμπίλια. Ο Άγιος πήρε τα χρήματα και γύρισε χαρούμενος στο μοναστήρι, γιατί νίκησε την υπερηφάνεια του.


Η ΑΝΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Μετά από καιρό πέθανε κάποιος γείτονας του Ιωάννη. Ο αδελφός το νεκρού παρακάλεσε τον Άγιο να συνθέσει κανένα τροπάριο για να τον παρηγορεί στη λύπη του. Ο Άγιος όμως δεν θέλησε να παραβεί την εντολή του γέροντα του. Τελικά, επειδή πιέστηκε, σύνθεσε ένα ωραιότατο τροπάριο που ψάλλεται και σήμερα το «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα».

Μια μέρα ήταν μόνος του ο Ιωάννης στο κελλί του κι έψαλλε το τροπάριο. Έτυχε τότε να περάσει ο γέροντας του, που όταν άκουσε την ψαλμωδία, θύμωσε και του είπε:
- Αντί να κλαις, γελάς και χαίρεσαι;
Ο Άγιος του εξήγησε, αλλά ο γέροντας τον έδιωξε σαν ανυπάκουο. Ο Ιωάννης θυμήθηκε την παράβαση των πρωτοπλάστων και έκλαψε πικρά. Έβαλε μεσίτες όλους τους γέροντες και τον Ηγούμενο να παρακαλέσουν το γέροντα του να του δώσει συγχώρηση. Εκείνος όμως ήταν αυστηρός και δεν άλλαξε.
Τότε οι γέροντες τον παρακαλούσαν να του δώσει άλλον κανόνα και να μην τον διώξει τελείως. Είπε λοιπόν, εκείνος:
- Αν δεχθεί να καθαρίσει τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα χέρια του, θα τον συγχωρήσω, διαφορετικά δεν τον δέχομαι.
Μόλις το άκουσε ο Άγιος χάρηκε και είπε:
- Αυτό είναι εύκολο να το κάμω. Ευλογείτε, άγιοι πατέρες.
Πήρε αμέσως τα εργαλεία και άρχισε με τα χέρια να καθαρίζει την κόπρο.
Μόλις τον είδε ο γέροντας του κατάλαβε το μέγεθος της ταπείνωσης του και της υπακοής. Έτρεξε, τον αγκάλιασε και του είπε.
- Είμαι καλότυχος, γιατί αξιώθηκα να έχω τέτοιο μαθητή.
Ο Άγιος όταν άκουσε τους επαίνους, έκλαιγε ταπεινώνοντας, τον εαυτό του. Ο γέροντας του, του έδωσε συγχώρεση και το συμβούλευσε να διατηρεί τη ψυχοσωτήρια σιωπή.


Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΑΔΕΙΑ ΝΑ ΜΕΛΩΔΕΙ

Μετά από λίγες μέρες είδε στον ύπνο του ο γέροντας την Παναγία που του είπε:
- "Γιατί έφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση; Άφησε την πηγή να ποτίσει όλη την οικουμένη, να σκεπάσει τις θάλασσες των αιρέσεων. Αυτός θα ξεπεράσει τον Δαβίδ. Θα μελωδήσει την ουράνια μελουργία. Θα στηλιτεύσει τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως".
Το πρωί μόλις ξύπνησε ο γέροντας, πήγε στον Άγιο και του είπε:
- Παιδί της υπακοής του Χριστού, άνοιξε το στόμα σου και πες τους λόγους, που το άγιο Πνεύμα έγραψε στην καρδιά σου. Ανέβα στο όρος της Εκκλησιάς και δίδαξε τον κόσμο. Συγχώρεσε και μένα για ότι έφταιξα, διότι σε εμπόδισα από άγνοια.

Άρχισε από τότε ο Ιωάννης να συνθέτει εκείνες τις μελωδίες, με τις οποίες λαμπρύνονται οι ακολουθίες της εκκλησίας μας. Σύνθεσε όχι μόνο κανόνες και τροπάρια, ιδιόμελα και προσόμοια αλλά και πανηγυρικούς λόγους στις Δεσποτικές εορτές και εγκώμια στην Υπεραγία Θεοτόκο και σ' άλλους Αγίους. Σπουδαίο είναι και το έργο του, που επιγράφεται "Πηγή Γνώσεως". Περιγράφει σ' αυτό τα μυστήρια και τα δόγματα της Πίστεως μας, με ορθές αποδείξεις γραφικές αλλά και επιστημονικές. Έγραψε και πολλούς λόγους για την προσκύνηση των θείων εικόνων.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ζωή του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού υπήρξε ζωή συνεχών αγώνων. Αγάπησε τη μοναχική πολιτεία και αγωνίστηκε εναντίον της αιρέσεως των εικονομάχων που κατά τον 8ον αιώνα συγκλόνιζε τα θεμέλια της Εκκλησίας. Χάρη στην ευγλωττία του ονομάσθηκε και «Χρυσορρόας», ενώ για το πλούσιο μουσικό του έργο ονομάστηκε «Μαΐστωρ της μουσικής». Νους οξύς και πολυμαθής μας άφησε σπουδαία έργα δογματικά, αλλά και σπουδαιότατα τροπάρια και ύμνους της Εκκλησίας και δικαίως θεωρείται σαν ένας από τους κορυφαίους υμνογράφους. Ο Ιωάννης αναγνωρίζεται ως δογματικός πατέρας της εκκλησίας και διακρίθηκε ως ο μέγας αποταμιευτής και ερμηνευτής της ορθόδοξης πατερικής Παράδοσης. Η υπακοή και η ταπείνωση του, καθώς και η όλη του ζωή έμεινε παραδειγματική και σήμερα προβάλλει η μορφή του σαν υπόδειγμα για μίμηση όλων, όσων θέλουν να κερδίσουν τα αγαθά του ουρανού.
Το όνομά του κοσμεί τα λειτουργικά βιβλία της εκκλησίας, ως συντάκτης πλήθους κανόνων, τροπαρίων, αλλά και ιδίως λόγω της διαμόρφωσης της βυζαντινής μουσικής και ιδιαιτέρως του οκτωήχου συστήματος αυτής. Μάλιστα η συμβολή του στην εκκλησιαστική μουσική κρίνεται σημαντική διότι θεωρείται και ο διασώστης της εκκλησιαστικής μουσικής παραδόσεως, αφού συντήρησε και διέσωσε γραπτώς την εκκλησιαστική μουσική, η οποία για ορισμένο χρονικό διάστημα είχε υποχρεωτικώς διακοπεί στους ναούς, μετά από εντολή των Ισαύρων.

Μαζί με τον Άγιο Κοσμά, πνευματικό αδελφό του, που τον είχε συμμέτοχο στους κόπους και στους αγώνες της πνευματικής ζωής συνέθεσαν πολλά ποιήματα και άφησαν πολλούς κανόνες και τροπάρια. Ο Ιωάννης χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη Ε’ (706-735), συνεχίζοντας την άσκηση και το συγγραφικό έργο μέχρι το θάνατό του.
Ο Άγιος έζησε με οσιότητα και τελείωσε τη ζωή του σαν πολύαθλος αγωνιστής το 749 μ.Χ., σε ηλικία εκατόν τεσσάρων χρονών. Τάφηκε στη Μονή του Αγίου Σάββα. Η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του στις 4 Δεκεμβρίου.


ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Ο Ιωάννης μας παρέδωσε πλουσιότατο έργο σε όλους τους τομείς της Θεολογίας. Αφιερωμένος στη συχνή μελέτη της Πατερικής Παράδοσης και της ελληνικής φιλοσοφίας κατέγραψε άνετα τον πλούτο της εμπειρίας του. Οι κριτικοί σήμερα αρνούνται την πρωτοτυπία , αλλά αυτό δεν αφορά σε όλα τα έργα του. Εκείνο που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί είναι η αυστηρότητα στη μέθοδο και τη διαίρεση. Η υπεροχή του συστηματικού στοιχείου έναντι του πρωτοτύπου, υπήρξε αυστηρή στην επιλογή, η οποία εναρμονιζόταν άριστα και προς την αντίστοιχη αξίωση της Εκκλησίας.
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, με το πολύπλευρο έργο του, έχει επιβληθεί με τρεις ιδιότητες· ως απολογητής των εικόνων, ως υμνογράφος και ως δογματικός θεολόγος. Στον τεράστιο όγκο υλικού των συγγραμμάτων υπερασπίζεται το θεσμό των εικόνων, πράγμα που απετέλεσε και τη βάση για την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας. Τα έργα διακρίνονται σε δογματικά, αντιρρητικά, απολογητικά, ηθικά, ομιλίες, ερμηνευτικά, αγιολογικά και υμνογραφικά.

I) Δογματικά
α) το σπουδαιότερο δογματικό σύγγραμμα είναι η τριλογία «Πηγή γνώσεως». Διαιρείται σε τρία μέρη, όπου αναπτύσσονται οι φιλοσοφικές προϋποθέσεις, οι παρεκκλίσεις των αιρέσεων και τα δόγματα της Εκκλησίας. Το πρώτο μέρος ονομάζεται «Φιλοσοφικά Κεφάλαια» και αποτελεί φιλοσοφική εισαγωγή στη χριστιανική θεολογία. Στο μέρος «Περί των αιρέσεων» εξετάζονται σύντομα εκατό αιρέσεις σε εκατό κεφάλαια. Το τρίτο μέρος είναι η «Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως», το οποίο διαιρείται σε εκατό κεφάλαια και αποτελεί σύστημα δογματικής θεολογίας της Ορθοδοξίας. Γράφοντας το έργο αυτό ο Ιωάννης, όπλισε τους υπερασπιστές της τιμής των εικόνων με ένα ισχυρό όπλο στον αγώνα με τους αντιπάλους τους, όπλο που τους έλειπε κατά την έναρξη της Εικονομαχίας. Εδώ θέλει να προσφέρει εκκλησιαστικό και όχι προσωπικό δογματικό σύστημα. Από τους Πατέρες κυριαρχεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ακολουθούν οι Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Διονύσιος Αρεοπαγίτης κ.ά.

β) «Λίβελλος περί ορθού φρονήματος». Ανακεφαλαιώνει τα θεμελιώδη δόγματα της Ορθοδοξίας με βάση το Σύμβολο της Πίστεως.

γ) «Εισαγωγή δογμάτων στοιχειώδης». Εξετάζει τους βασικούς όρους και τις κύριες διακρίσεις της χριστιανικής δογματικής.

δ) «Περί των εν πίστει κεκοιμημένων» (αμφιβαλλόμενο).

II) Αντιρρητικά.
Σώζονται δύο πραγματείες εναντίον των Νεστοριανών, τρεις εναντίον των Μονοφυσιτών και εναντίον του Μονοθελητισμού. Οι περίφημες τρεις πραγματείες «Περί εικόνων» απετέλεσαν την πιο πολύτιμη πηγή των εικονοφίλων για την υπεράσπιση των ιερών εικόνων. Γράφτηκαν σταδιακά στην πρώτη φάση της Εικονομαχίας και, συγκεκριμένα, από το 726 μ.Χ. ως το 731 μ.Χ. Εξετάζουν με μετριοπάθεια το πρόβλημα, δίδοντας το ορθό νόημα στη χρήση των εικόνων. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται κατά τρόπο και η πολιτική του Λέοντα Γ’ για το θέμα.

III) Απολογητικά.
α) «Διάλογος κατά Μανιχαίων», ο οποίος είναι ερωταποκρίσεις ενός ορθοδόξου με οπαδό της παλιάς αίρεσης των Μανιχαίων.

β) Στο «Διάλεξις χριστιανού και σαρακηνού» γίνεται λόγος για την αιτία του καλού και του κακού.

IV) Ηθικά.
α) «Ιερά παράλληλα». Είναι μια ογκώδης ανθολογία Βιβλικών και Πατερικών χωρίων, η οποία αναφέρεται στο θρησκευτικό και ηθικό βίο.

β) «Περί των αγίων νηστειών προς Κομητάν». Εξετάζει το θέμα της διάρκειας της νηστείας της Τεσσαρακοστής.

V) Ομιλίες.
Μία «Εις το Γενέσιον» και τρεις «Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου». Ακόμη «Εις την Μεταμόρφωσιν του Κυρίου», «Εις την ξηρανθείσαν συκήν» και «Εις το Μέγα Σάββατον». Τέλος, οι ψευδεπίγραφες ομιλίες είναι πολυάριθμες.

VI) Ερμηνευτικά. Η ενασχόληση του Δαμασκηνού με την ερμηνεία των Γραφών υπήρξε περιορισμένη. Έχουμε μόνο την ερμηνεία «Εις τας επιστολάς του Παύλου», που αποτελεί επιτομή της εκτενούς ομιλητικής ερμηνείας του Ιωάννου Χρυσοστόμου.

VII) Αγιολογικά.
α) «Εγκώμιον εις Ιωάννην τον Χρυσόστομον».

β) «Εγκώμιον εις την αγίαν Βαρβάραν».

γ) «Μαρτύριον της αγίας Αικατερίνης».

δ) Ο «Βίος Βαρλαάμ και Ιωάσαφ» είναι το σπουδαιότερο αγιογραφικό κείμενο του Ιωάννη, διότι γνώρισε μεγάλη διάδοση ως διήγημα.

VIII) Υμνογραφικά.
Ο Δαμασκηνός είναι επίσης ένας από τους σπουδαιότερους μελωδούς της Εκκλησίας. Το ποιητικό του έργο θεωρείται από τα σημαντικότερα στην ορθόδοξη υμνογραφική παράδοση. Είναι ένας από τους εισηγητές του ποιητικού είδους των Κανόνων. Σώζονται 90 Κανόνες του, από τους οποίους οι 14 έχουν συμπεριληφθεί στα λειτουργικά βιβλία. Περίφημος είναι ο «Κανών εις το άγιον Πάσχα» και το υμνογραφικό τμήμα των Κυριακών στο βιβλίο της Παρακλητικής, γνωστό ως Οκτώηχος της Κυριακής. Οι ύμνοι του επηρέασαν τους μεταγενέστερους ποιητές και απετέλεσαν τον πυρήνα των ακολουθιών της εβδομάδος.


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

Εισαγωγή

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ως θεολόγος υπήρξε συλλέκτης του υλικού των πατέρων, αφού αυτούς διείδε ως Θεόπνευστους διδασκάλους και θεοφόρους πατέρες. Κατά τον Ιωάννη, μεταξύ τους δεν υπάρχει αντίφαση γιατί όλοι τους ήσαν κοινωνοί τους ενός και μοναδικού Αγίου Πνεύματος. Μέσα από τα έργα του τονίζει πως κάθε τι που μας έδωσε η παράδοση είναι ορθό. Πρώτο θεμέλιο της παραδόσεως αυτής είναι η Αγία Γραφή, αλλά η διατύπωση της αληθείας δεν ολοκληρώνεται σε αυτή, διότι οι αυτόπτες μάρτυρες της αληθείας την παρέδωσαν αγράφως και εν συνεχεία παρεδόθη από τους θεοφόρους πατέρες που είναι κοινωνοί του διαρκώς ζώντος, μέσα στην εκκλησία, Αγίου Πνεύματος. Γι αυτό και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τόσο ο ίδιος επιμένει πως δεν εκφράζει προσωπικές απόψεις, αλλά την πατερική παράδοση. Θα λέγαμε, ότι είναι ότι πιο κοντά στους Καππαδόκες πατέρες, ενώ στη χριστολογία επαναλαμβάνει το Λεόντιο Βυζάντιο και το Μάξιμο τον Ομολογητή.


Τριαδολογία

Για τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, ο Θεός είναι αδύνατο να ερευνηθεί από τον άνθρωπο. Είναι αδύνατο να νοηθεί η ουσία του, αλλά ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει κάποια στοιχεία της φύσης του θεού, όπως το αγαθό και το σοφό. Γι' αυτό η ουσία μπορεί να νοηθεί μόνο αποφατικά, αντίθετα με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, που μπορεί να νοηθούν μόνο με καταφατικό τρόπο. Η αλήθεια της Θείας Μονάδας βρίσκεται στην τριάδα, αλλά η προσέγγιση του μυστηρίου του τρισυποστάτου αυτής αν προσεγγισθεί με την έρευνα της φυσικής και πεπερασμένης σκέψης του ανθρώπου οδηγεί σε αντιφάσεις, ανάμεσα στον πολυθεϊσμό και το στατικό μοναρχιανισμό των Ιουδαίων.
Ο Θεός πάντα εμφανίζεται ως Ένας, και η διάκριση των υποστάσεων είναι ένα απλώς νοητικό σχήμα των ανθρώπων, για να αντιληφθούν την αδύνατη με τη φυσική σκέψη διαφορά αφού στη σχέση τους δεν ισχύει χωρισμός ή διαίρεση, διότι οι τρεις υποστάσεις είναι αχώριστες εικόνες της αιωνίου υπάρξεως του Ενός Θεού. Έτσι η ενέργεια, η ουσία και η θέληση του Θεού ορίζονται όχι ως διαφορετικές αλλά ως μία. Έτσι κάθε πρόσωπο έχει τέλεια υπόσταση, έχει πληρότητα υπάρξεως και δεν αποτελεί απλώς μέρος. Η δε πηγή στην Αγία Τριάδα, δεν επιφέρει διαίρεση ή μερισμό, αφού ο Πατήρ δεν εξαντλεί τον εαυτό του στον Υιό και το Πνεύμα, αλλά ότι έχουν το κατέχουν κοινώς.

Ο Άγιος Ιωάννης καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να γίνει αντιληπτό πως η έννοια του κτιστού, πρέπει να αποσυνδέεται παντελώς από την έννοια του Θεού. Έτσι η σχέση των υποστάσεων δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με την έννοια των κτιστών πραγμάτων και όντων και γι' αυτό αναφέρει πως ότι προέρχεται φυσικώς στη τριάδα (γεννάν, εκπορεύειν) δε γίνεται κατ' ανάγκην όπως στο φυσικό κόσμο.
Βασικό σημείο της τριαδολογικής διδασκαλίας του Αγίου είναι πως αρκετά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης όπως το "Τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού η δύναμις αυτών", χρησιμοποιούνται για να καταδείξουν πως αυτό που από τηνΠαλαιά Διαθήκη διαφαινόταν αποκαλύφθηκε πλήρως στην Καινή. Έτσι ο Λόγος και το Άγιο Πνεύμα λαμβάνουν αρχή ταυτόχρονα.
Το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Πατρός, αλλά εκπορεύεται εκ του Πατρός, αφού γεννάται κατά την εικόνα του Υιού, κάτι που όμως είναι αδύνατο να γίνει αντιληπτό από την ανθρώπινη νόηση. Ο Πατήρ είναι φυσικά η πρώτη αρχική υπόσταση, η αρχή του ενός Θεού, η ρίζα και η πηγή της, έτσι ώστε να σταθμίζεται η αρχική σχέση. Ο Πατήρ είναι άναρχος και ορίζεται ως η φυσική αιτία στη ζωή της τριάδος, αλλά αυτό δεν πρέπει να νοείται ως σημείο ανωτερότητος και υποταγής των άλλων υποστάσεων. Το όνομα της δεύτερης υποστάσεως είναι Υιός διότι προέρχεται εκ της ουσίας του πατρός.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός χρησιμοποιεί στην τριαδολογία του τη χρήση του όρου "εκ πατρός δι' Υιού" για να τονίσει με έμφαση πως "το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ πατρός δι' Υιού". Έτσι η πρόθεση δι, δεν εκφράζει αιτία, αλλά διατηρεί τη μοναδικότητα της τριάδος αφού με κανένα τρόπο δε μπορεί η πρόσθεση αυτή να νοηθεί ως αιτιώδης παράγοντας. Το Άγιο Πνεύμα μέσα σε αυτή την τάξη είναι η τελειοποιούσα δύναμη, που ολοκληρώνει ότι δημιουργείται από το Λόγο και δίνει ζωή, διότι το ίδιο είναι ζωή. Ο ίδιος μάλιστα ως αυθεντικός ερμηνευτής της ανατολικής παραδόσεως επισημαίνει με εμφατικό τρόπο ότι το Άγιο Πνεύμα "ανεκφράστως εκπορεύεται κατ' ουσίαν εκ του Πατρός δια του γεννηθέντος Υιού".


Χριστολογία

Ο λόγος που Ιησούς Χριστός ενανθρωπίστηκε ήταν η λύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Ο Λόγος ενσαρκώθηκε ώστε να υποτάξει το θάνατο και να ανανεώσει την ανθρώπινη φύση, η οποία εφθάρη κατά την πτώση από τον παράδεισο. Ήρθε ουσιαστικά να αναγεννήσει τον άνθρωπο, να μεταμορφώσει την ύλη που προ της ελεύσεώς του ήταν προς κατάκριση. Ο Λόγος λοιπόν έγινε άνθρωπος και έτσι ύψωσε την ανθρώπινη φύση. ΟΣταυρός κατήργησε το θάνατο, συνέτριψε την αμαρτία, οδήγησε στην Ανάσταση και εξασφάλισε την επιστροφή στην αρχαία μακαριότητα.
Ο θεός γίνεται άνθρωπος για να λυτρώσει, να θεώσει και να ανανεώσει τον άνθρωπο, λαμβάνοντας σάρκα μέσω του Αγίου Πνεύματος. Η ανθρώπινη φύση βρίσκεται ενυποστατικώς στην υπόσταση του Λόγου και οι δύο φύσεις δεν είναι χωριστές αλλά και ούτε αναμεμιγμένες, είναι ασύχητες και αναλλοίωτες, αμοιβαία μεταδιδόμενες και αμοιβαία περιχωρούμενες. Έτσι η ανθρώπινη φύση θεώνεται και σε καμία περίπτωση δε μεταβάλλεται, δε μεταμορφώνεται, μεταλλάσσεται ή αναμιγνύεται, λόγω της ένωσής της με τη θεία. Ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν απλός άνθρωπος, αλλά ενισχυμένος με τη θεότητα, όπως και δεν τελούσε όλα τα έργα της θεότητας διότι μετριαζόταν από την ανθρώπινη φύση.
Πέρα αυτών τονίζει ιδιαιτέρως πως ο Ιησούς είχε δύο νόες και μέσω του ανθρωπίνου νου ενώθηκε ο θεϊκός Λόγος με τη σάρκα, όχι με ενοίκηση, αλλά με εγκατοίκηση. Αποδεχόμενος οικειοθελώς δε αυτό ο Ιησούς πάντοτε σκεπτόταν ως άνθρωπος, μετέχοντας όμως της κυρίαρχης δραστηριότητας του Λόγου, διαθέτοντας τα πάντα όχι ως φυσικός ανθρώπινος νους, αλλά ως νους υποστατικά ενωμένος με το Θεό. Γι αυτό άλλωστε δέχθηκε τα πάντα από την ανθρώπινη φύση επηρεάζοντάς τον όμως εξωτερικά και όχι εσωτερικά, δηλαδή μόνο την ανθρώπινη φύση και ποτέ τη θεϊκή.
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός εν τέλει καταλήγει πως στη Γεσθημανή δεν εγκαταλείφθηκε ο Χριστός ως Θεός, αλλά ο άνθρωπος, και ουσιαστικά αγνοήθηκε μέσω αυτού του γεγονότος η ανθρωπότητα. Μετά το θάνατο η υπόσταση του Χριστού δε διαιρέθηκε, αφού καμία εκ των δύο φύσεων δεν ήταν στην υπόσταση του Χριστού αυθύπαρκτη, αλλά παρέμειναν άρρηκτα συνδεδεμένες, τη στιγμή που η θεωμένη ψυχή κατέρχεται στονΆδη, ελευθερώνοντας τους αιχμαλώτους του θανάτου. Ανασταίνεται εκ νεκρών θεοποιείται και τελειοποιείται διατηρώντας την ανθρώπινη φύση και σωματικώς με το νέο και ανακαινισμένο σώμα τοποθετείται στα δεξιά του Πατρός, όπως και εν δόξη θα εμφανισθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία.



Δημιουργία και κτισιολογία

Η Δημιουργία για τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό είναι πράξη της θείας βουλήσεως. Ο Θεός δημιουργεί με τη σκέψη, η οποία συμπληρωμένη από το Λόγο, τελειώνεται από το Άγιο Πνεύμα. Ο Θεός, δημιουργεί λόγω της άπειρης αγαθότητός του και οι "εικόνες και το σχέδιο", υπήρχαν προαιωνίως στη βουλή Του ("Λόγοι των όντων").

Οι Άγγελοι δημιουργήθηκαν πριν τον άνθρωπο. Είναι και αυτοί δημιουργήματα κατ' εικόνα του Θεού, αλλά δε γνωρίζουν την ουσία του Θεού. Είναι ασώματοι σε σχέση με τους ανθρώπους και την ψυχή τους, αλλά σε σχέση με το Θεό θεωρούνται υλικοί και χονδροειδείς. Δημιουργήθηκαν εκ του Λόγου και τελειώθηκαν παγιώνοντας την αγαθότητά τους, δια του Αγίου Πνεύματος.

Ο άνθρωπος αποτελείται από δύο φύσεις. Τη λογική (ψυχική) και τη σαρκική, είναι εικόνα του Θεού και τείνει προς ομοίωση Αυτού. Ο άνθρωπος προικίσθηκε με νου και ελευθερία, τα οποία αποτελούν εικόνες του Θεού και τα οποία στόχο έχουν να τον αναβιβάσουν στην αρετή και στην ομοίωση με το Δημιουργό του. Ο άνθρωπος όμως με την πτώση του έχασε την εικόνα αυτή. Με τη δημιουργία όμως ο Θεός έδωσε όχι μόνο ύπαρξη αλλά και μακαριότητα, περιβάλλοντας τον άνθρωπο με τη χάρη Του, ώστε να παραμένει σε συνεχή ενότητα με το Θεό, αν αυτό επιθυμεί. Στον παράδεισο ο άνθρωπος δημιουργήθηκε αθάνατος, με ζωή μακάρια και όμοια των αγγέλων, με τη χάρη της αρχέγονης δικαιοσύνης να τον περιβάλλει, θεωρώντας, ακολουθώντας και δοξολογώντας ελεύθερα το Θεό, πράγματα τα οποία έπρεπε να αφομοιωθούν ελεύθερα από αυτόν. Έτσι η πτώση ήταν θέλημα του και ελεύθερη επιλογή του και ακριβώς σε αυτό υπάρχει η αρχή του κακού και όχι στη φύση. Η κακία έτσι είναι το "μη όν", κάτι το αφύσικο το οποίο ζώντας προσαρμόζεται στη φύση. Έτσι με την πτώση, από το πνευματικό πλέον κλίνει προς το υλικό και σαρκικό, τίθεται ανάμεσα στη φύση και το Θεό και ως θνητός υποτάσσεται προς τα πάθη και τρέπεται προς το κακό. Χαρακτηριστικό είναι πως ο άνθρωπος για να πολλαπλασιαστεί χρειάζεται πόνο και σαρκική μίξη, μα αν παρέμενε στον παράδεισο κάτι τέτοιο δε θα χρειαζόταν.


Η επιχειρηματολογία του Ιωάννη για τις εικόνες

Η συμβολή του στην εικονομαχία, υπήρξε ανεκτίμητη. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνέβαλε μέσα από το συγγραφικό του έργο, στην επικράτηση και διατήρηση του καθεστώτος της προσκύνησης των εικόνων. Υπήρξε όχι απλώς υπερασπιστής των εικόνων, αλλά και ο πρωτοπόρος της θεολογίας της εικονομαχικής έριδος.
Ο Ιωάννης δεν αρνείται την ακαταληψία του Θεού, ούτε το απερίγραπτό του, επισημαίνει όμως πως όλοι οι προφήτες στην Παλαιά Διαθήκη είδαν κάποια εικόνα του Θεού, όχι την αληθινή του ουσία. Έτσι για παράδειγμα η φλεγόμενη βάτος είναι μία εικόνα του Θεού, μια συμβολική μορφή. Συμφωνεί με το Μέγα Βασίλειο, ότι η εικόνα αποτελεί ότι και οι λέξεις για τους αγράμματους και τους αδαείς. Αλλά και ο Θεός δημιουργεί εικόνες. Γεννά τον Υιό του το Μονογενή που είναι η ζωντανή και φυσική εικόνα του Πατρός, δημιουργεί τον άνθρωπο ως κατ’ εικόνα Αυτού. Ο Υιός του Θεού από αόρατος και άυλος γίνεται ορατός. Τότε δε μπορούσε να απεικονιστεί, τώρα όμως μπορεί. Έτσι αναφέρει, δεν απεικονίζω τον αόρατο Θεό στην εικόνα, αλλά τη σάρκα που ήταν ορατή. Στο Ισραήλ δε μπορούσαν να απεικονίσουν αυτό που δεν είδαν, εμείς όμως μπορούμε διότι Τον είδαμε. Άρα η απεικόνιση του Ιησού, βασίζεται πάντα πάνω στο μυστήριο της ενανθρώπησης, πάνω στο γεγονός του ιστορικού ευαγγελίου. Άλλωστε και οι Γραφές ουσιαστικά είναι ένα είδος λεκτικής απεικονίσεως. Έτσι η απαγόρευση της Παλαιάς Διαθήκης για τη δημιουργία ομοιωμάτων, για τον Ιωάννη το Δαμασκηνό, είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα με στόχο να ανακόψει την έφεση προς την ειδωλολατρία.
Ο Ιωάννης όμως επιχειρηματολογεί και περί της προσκυνήσεως των εικόνων. Η εικόνα του Θεού, ο σαρκωθείς Λόγος, φωτίζει τη σάρκα. Γι αυτό άλλωστε και οι προσκυνούντες τον Ιησού, δεν προσκυνούν το σώμα, δεν προσκυνούν τη σάρκα, αλλά το θεοποιημένο σώμα, τη θεοποίησή της από τον ίδιο το Θεό. Έτσι δεν προσκυνώ την ύλη όταν προσκυνώ την εικόνα, αλλά προσκυνώ τον κτίστη της ύλης, ο οποίος έγινε υλικός για τη σωτηρία μας. Γι αυτό αναφέρει πως δε θα παύσει να προσκυνεί αυτό μέσω του οποίου επετεύχθη η σωτηρία των ανθρώπων. Το σημείο αυτό της νίκης αποτελούν και οι εικόνες, διότι η φύση μας δοξάστηκε και προχώρησε στην αφθαρσία. Έτσι η άρνηση προσκυνήσεως στην εικόνα αποτελεί μια ουσιαστική απόρριψη της αγιαστικής μετάδοσης της χάριτος του Θεού.

Η θεολογία του περί των εικόνων επηρέασε βαθύτατα την εκκλησία, με αποτέλεσμα να τεθεί ως βάση του όρου της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και στη συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος της εικονομαχίας.

users.sch

ΠΗΓΗ: http://atheatignosi.blogspot.gr/2012/12/4_4.html