IC.XC.NIKA

IC.XC.NIKA
IC.XC.NIKA
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ! Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΘΕΟΥ ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΝΔΥΘΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΤΟ ΝΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΎΜΕ ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΜΕ ΚΑΘΑΡΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΠΙΣΤΗ, ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΑ ΕΥΛΟΓΕΙ ΑΠΑΝΤΕΣ ΗΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙ  ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΠΟΙΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΞΙΟΘΟΥΜΕ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ.

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΑΘΟΥ ΘΕΟΥ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΝΑ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΙ ΕΚ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ  ΚΑΙ  ΝΑ ΣΤΕΙΛΕΙ ΤΟΝ ΜΟΝΟΓΕΝΝΗ ΤΟΥ ΥΙΟ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΛΥΤΡΩΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ. ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣΤΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΚΑΤΑ ΧΑΡΗ ΘΕΟΙ.

ΑΠΕΙΡΟ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΑΘΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.

ΕΥΧΟΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΝΑ ΔΕΧΤΟΥΝ ΜΕ ΧΑΡΑ ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΜΕΣΣΙΑ ΚΑΙ ΛΥΤΡΩΤΗ.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ!

Χριστός γεννάται.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου




Μυστήριο παράξενο και παράδοξο αντικρίζω.

Βοσκών φωνές φτάνουν στ” αυτιά μου. Δεν παίζουν σήμερα με τις φλογέρες τους κάποιον τυχαίο σκοπό. Τα χείλη τους ψάλλουν ύμνο ουράνιο.

Οι άγγελοι υμνολογούν, οι αρχάγγελοι ανυμνούν, ψάλλουν τα Χερουβείμ και δοξολογούν τα Σεραφείμ. Πανηγυρίζουν όλοι, βλέποντας το Θεό στη γη και τον άνθρωπο στους ουρανούς.

Σήμερα ή Βηθλεέμ μιμήθηκε τον ουρανό: Αντί γι” αστέρια, δέχτηκε τους αγγέλους» αντί για ήλιο, δέχτηκε τον Ήλιο της δικαιοσύνης. Και μη ζητάς να μάθεις το πώς. Γιατί όπου θέλει ό Θεός, ανατρέπονται οι φυσικοί νόμοι. Εκείνος λοιπόν το θέλησε. Και το έκανε. Κατέβηκε στη γη κι έσωσε τον άνθρωπο. Όλα συνεργάστηκαν μαζί Του γι” αυτόν το σκοπό.

Σήμερα γεννιέται Αυτός που υπάρχει αιώνια, και γίνεται αυτό πού ποτέ δεν υπήρξε. Είναι Θεός και γίνεται άνθρωπος! Γίνεται άνθρωπος και πάλι Θεός μένει!

Όταν γεννήθηκε, οι Ιουδαίοι δεν δέχονταν την παράδοξη γέννηση Του:

Από τη μια οι Φαρισαίοι παρερμήνευαν τα ιερά βιβλία» κι από την άλλη οι γραμματείς δίδασκαν αλλά αντί άλλων. Ό Ηρώδης πάλι, ζητούσε να βρει το νεογέννητο Βρέφος όχι για να το τιμήσει, μα για να το θανατώσει.

Ε λοιπόν, όλοι αυτοί σήμερα τρίβουν τα μάτια τους, βλέποντας το Βασιλιά τ” ουρανού να βρίσκεται στη γη μ” ανθρώπινη σάρκα, γεννημένος από παρθενική μήτρα.

Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας.

Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων.

Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον πού μετέβαλε τίς λύπες της γυναίκας σε χαρά.

Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον πού δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο.

Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον πού έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «από τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3).

Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον πού ή μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες.

Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, πού θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων.

Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον πού έγινε αρχιερέας όπως ό Μελχισεδέκ (Έβρ. 5:10).

Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον πού πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ” ελευθερία.

Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον πού τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων»
(Ματθ. 4:19)

Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον πού από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή.

Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης.

Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, πού σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου:

Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν

οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν, οι τελώνες για να Τον κηρύξουν, οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα”, ή Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει», ή Χαναναία για να ευεργετηθεί.

Αφού λοιπόν όλοι σκιρτούν από χαρά, θέλω κι εγώ να σκιρτήσω, θέλω να χορέψω, θέλω να πανηγυρίσω. Δίχως κιθάρα, δίχως αυλό, δίχως λαμπάδες αναμμένες στα χέρια μου. Πανηγυρίζω κρατώντας, αντί γι” αυτά, τα σπάργανα του Χριστού.

Αυτά είναι ή ελπίδα μου, αυτά ή ζωή μου, αυτά ή σωτηρία μου, αυτά ό αυλός μου, αυτά ή κιθάρα μου. Γι” αυτό τα “χω μαζί μου: Για να πάρω από τη δύναμη τους δύναμη, για να φωνάξω μαζί με τους αγγέλους, «δόξα στον ύψιστο Θεό», και με τους ποιμένες, «και ειρήνη στη γη, ευλογία στους ανθρώπους» (Λουκ. 2:14).

Και ξέρετε γιατί; Γιατί Εκείνος πού προαιώνια γεννήθηκε από τον Πατέρα ανεξήγητα, γεννιέται σήμερα από παρθένα υπερφυσικά. Το πώς, το γνωρίζει ή χάρη του Αγίου Πνεύματος. Εμείς μόνο τούτο μπορούμε να πούμε: Πώς αληθινή είναι και ή ουράνια γέννηση του, αδιάψευστη είναι και ή επίγεια. Αλήθεια είναι ότι γεννήθηκε Θεός από Θεό, αλήθεια είναι και ότι γεννήθηκε άνθρωπος από παρθένα.

Στον ουρανό είναι ό μόνος πού γεννήθηκε από τον Πατέρα μόνο, γιος Του μονογενής. Και στη γη είναι ό μόνος πού γεννήθηκε από την Παρθένο μόνο, γιος της μονογενής. Όπως στην περίπτωση της ουράνιας γεννήσεως Του είναι ασέβεια να σκεφτούμε μητέρα, έτσι και στην περίπτωση της επίγειας γεννήσεως Του είναι βλασφημία να υποθέσουμε πατέρα. Ό Θεός Τον γέννησε με τρόπο θεϊκό. Ή Παρθένος Τον γέννησε με τρόπο υπερφυσικό. Έτσι, ούτε ή ουράνια γέννηση Του μπορεί να εξηγηθεί, ούτε ή ενανθρώπηση Του μπορεί να ερευνηθεί. Το ότι Τον γέννησε ή Παρθένος σήμερα το γνωρίζω. Το ότι Τον γέννησε ό Θεός προαιώνια το πιστεύω. Κι έχω μάθει να τιμώ σιωπηλά τη γέννηση Του, χωρίς φιλοπερίεργες έρευνες κι ανώφελες συζητήσεις. Γιατί, σ” ό,τι άφορα το Θεό, δεν πρέπει να στέκεται κανείς στη φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά να πιστεύει στη δύναμη Εκείνου πού κατευθύνει τα πάντα.

Τι φυσικότερο από το να γεννήσει μια παντρεμένη γυναίκα; Άλλα και Τι πιο παράδοξο από το να γεννήσει παιδί μια παρθένα, δίχως άνδρα, και να παραμείνει παρθένα;

Τι αυτό λοιπόν μπορούμε να ερευνούμε ό,τι γίνεται σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους. Ό,τι όμως συμβαίνει με τρόπο υπερφυσικό, ας το σεβόμαστε σιωπηλά. Όχι γιατί είναι επικίνδυνο, αλλά γιατί είναι ανερμήνευτο.

Φόβο νιώθω μπροστά στο θείο μυστήριο.

Τι να πω και Τι να λαλήσω;

Βλέπω εκείνη πού γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον πού γεννήθηκε. Άλλα τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ό Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε ή φυσική τάξη και ενέργησε ή θεία θέληση.

Πόσο ανέκφραστη είναι ή ευσπλαχνία του Θεού!

Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ό άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ” ό,τι βλέπουμε παρά σ” ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στ” αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων.

Δέχτηκε λοιπόν ό Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύσει μ” αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξη Του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει εύκολα στην αληθινή πίστη, στ” αόρατα και υπερφυσικά.

Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα!

Παιδί βλέπω τον προαιώνιο Θεό!

Σε φάτνη αναπαύεται, Αυτός πού έχει θρόνο τον ουρανό!

Χέρια ανθρώπινα αγγίζουν τον απρόσιτο κι ασώματο!

Με σπάργανα είναι σφιχτοδεμένος, Αυτός πού σπάει τα δεσμά της αμαρτίας!

Όμως… τούτο είναι το θέλημα Του: Την ατιμία να μεταβάλει σε τιμή» με δόξα να ντύσει την ευτέλεια» και την προσβολή σ” αρετή να μεταπλάσει.

Πήρε το σώμα μου. Μου προσφέρει το Πνεύμα Του. Μου χαρίζει το θησαυρό της αιώνιας ζωής, παίρνοντας αλλά και δίνοντας μου: Παίρνει τη σάρκα μου για να με αγιάσει» μου δίνει το Πνεύμα Του για να με σώσει.

«Να, ή παρθένος θα μείνει έγκυος» (Ήσ. 7:14).

Τα λόγια είναι της συναγωγής, μα το απόκτημα της Εκκλησίας.

Η συναγωγή έθαψε το νήμα» Η Εκκλησία φόρεσε τη βασιλική στολή.

Ή Ιουδαία Τον γέννησε ή οικουμένη Τον υποδέχτηκε.

Η συναγωγή Τον θήλασε και Τον έθρεψε» ή Εκκλησία Τον παρέλαβε και ωφελήθηκε.

Στη συναγωγή βλάστησε το κλήμα εμείς όμως απολαμβάνουμε τα σταφύλια της αλήθειας.

Ή συναγωγή τρύγησε τα σταφύλια οι ειδωλολάτρες όμως πίνουν το μυστικό πιοτό.

Εκείνη έσπειρε στην Ιουδαία το σπόρο» οι ειδωλολάτρες όμως θέρισαν το στάχυ με το δρεπάνι της πίστεως. Αυτοί έκοψαν με σεβασμό το ρόδο, και στους Ιουδαίους έμεινε το αγκάθι της απιστίας.

Το πουλάκι πέταξε, κι αυτοί οι ανόητοι κάθονται και φυλάνε ακόμα τη φωλιά.

Οι Ιουδαίοι πασχίζουν να ερμηνεύσουν το βιβλίο του γράμματος, και οι ειδωλολάτρες τρυγούν τον καρπό του Πνεύματος.

«Να, ή παρθένος θα μείνει έγκυος».

Πες μου, Ιουδαίε, πες μου λοιπόν, ποιόν γέννησε;

Δείξε, σε παρακαλώ, θάρρος, έστω και σαν εκείνο που έδειξες μπροστά στον Ηρώδη. Αλλά δεν έχεις θάρρος. Και ξέρω γιατί. Γιατί είσαι επίβουλος. Στον Ηρώδη μίλησες για να Τον εξολοθρεύσει και σ” εμένα δεν μιλάς για να μην Τον προσκυνήσω.

Ποιόν λοιπόν γέννησε; Ποιόν;

Το Δημιουργό της κτίσεως. Κι αν εσύ σωπαίνεις, ή φύση το βροντοφωνάζει. Τον γέννησε λοιπόν με τον τρόπο πού ό ίδιος θέλησε να γεννηθεί. Στη φύση δεν υπήρχε ή δυνατότητα μιας τέτοιας γεννήσεως. Εκείνος όμως, ως κύριος της φύσεως, επινόησε τρόπο γεννήσεως παράδοξο. Κι έδειξε έτσι ότι, και άνθρωπος πού έγινε, δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος, μα όπως μόνο σε Θεό ταιριάζει.

Εκείνος πού έπλασε τον Αδάμ από παρθένα γη, Εκείνος πού από τον Αδάμ κατόπιν έκαμε γυναίκα, γεννήθηκε σήμερα από παρθένα κόρη πού νίκησε τη φύση, ξεπερνώντας το νόμο του γάμου.

Ο Αδάμ τότε, χωρίς να έχει γυναίκα, γυναίκα απόκτησε.

Η Παρθένος τώρα, χωρίς να έχει άνδρα, άνδρα γέννησε.

Και γιατί έγινε αυτό; Να γιατί:

Οι γυναίκες είχαν ένα παλαιό χρέος προς τους άνδρες, αφού από τον Αδάμ είχε βλαστήσει γυναίκα χωρίς τη μεσολάβηση άλλης γυναίκας. Για αυτό ή Παρθένος σήμερα, ξεπληρώνοντας στους άνδρες το χρέος της Εύας, γέννησε χωρίς άνδρα, δείχνοντας έτσι την ισοτιμία της φύσεως.

Σώος έμεινε ό Αδάμ μετά την αφαίρεση της πλευράς του.

Αδιάφθορη έμεινε κι ή Παρθένος μετά τη γέννηση του Βρέφους.

Άλλα πρόσεξε και κάτι ακόμα:

Δεν έπλασε ό Κύριος κάποιο άλλο σώμα για να εμφανιστεί στη γη. Πήρε το σώμα του ανθρώπου, για να μη φανεί ότι περιφρονεί την ύλη από την οποία δημιουργήθηκε ό Αδάμ. Ήρθαν έτσι, Θεός και άνθρωπος, σε μυστική ένωση. Κι ό διάβολος, πού είχε υποδουλώσει τον άνθρωπο, τράπηκε σε φυγή.

Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, αλλά γεννιέται ως Θεός. Αν προερχόταν, όπως εγώ, από έναν κοινό γάμο, πολλοί θα θεωρούσαν απάτη τη γέννηση Του. Γι” αυτό γεννιέται από παρθένα»

Γι` αυτό διατηρεί τη μήτρα της άθικτη» γι” αυτό διαφυλάσσει την παρθενία της ακέραιη: Για να γίνει ό παράξενος τρόπος της γεννήσεως αιτία ακλόνητης πίστεως.

Σ” αυτόν λοιπόν πού θ” αμφισβητήσει την άσπορη γέννηση του Λόγου του Θεού, θα επικαλεστώ ως μάρτυρα την αμόλυντη σφραγίδα της παρθενίας.

Πες μου λοιπόν, Ιουδαίε, γέννησε ή Παρθένος ή όχι; Κι αν μεν γέννησε, γιατί δεν ομολογείς την υπερφυσική γέννηση; Αν πάλι δεν γέννησε, γιατί εξαπάτησες τον Ηρώδη; Όταν εκείνος ζητούσε να μάθει πού θα γεννηθεί ό Χριστός, εσύ δεν είπες «στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας» (Ματθ. 2:4); Μήπως εγώ γνώριζα την πόλη ή τον τόπο; Μήπως εγώ γνώριζα την αξία του Βρέφους πού ήρθε στον κόσμο; Ό Ησαΐας και οι προφήτες σας δεν μίλησαν γι” Αυτό; Κι εσείς, οι αγνώμονες εχθροί, δεν εξηγήσατε την αλήθεια; Εσείς, οι γραμματείς κι οι Φαρισαίοι, οι ακριβείς φύλακες του νόμου, δεν μας διδάξατε για το Χριστό; Εσείς δεν ερμηνεύσατε τις Γραφές; Μήπως εμείς γνωρίζαμε τη γλώσσα σας; Και όταν γέννησε , ή Παρθένος, εσείς δεν παρουσιάσατε στον Ηρώδη τη μαρτυρία του προφήτη Μιχαία, «Άλλ” από σένα, Βηθλεέμ, πόλη της περιοχής του Εφραθά, αν και είσαι μια από τις μικρότερες πόλεις του Ιούδα, θα αναδειχθεί αρχηγός του Ισραήλ» (Μιχ. 5:1);

Πολύ καλά είπε ό προφήτης «από σένα». Από σας προήλθε και παρουσιάστηκε σ” ολόκληρο τον κόσμο.

Παρουσιάστηκε ως άνθρωπος, για να καθοδηγήσει τους ανθρώπους. Παρουσιάστηκε ως Θεός, για να σώσει την οικουμένη.

Μα Τι ωφέλιμοι εχθροί πού είστ” εσείς! Τι φιλάνθρωποι κατήγοροι!

Εσείς κατά λάθος δείξατε πώς το νεογέννητο της Βηθλεέμ είναι Θεός. Εσείς Τον κηρύξατε χωρίς να το θέλετε. Εσείς Τον φανερώσατε, πασχίζοντας να Τον κρύψετε. Εσείς Τον ευεργετήσατε, επιθυμώντας να Τον βλάψετε.

Τι αστοιχείωτοι δάσκαλοι είστε, αλήθεια; Εσείς πεινάτε, και τρέφετε άλλους. Εσείς διψάτε, και ποτίζετε άλλους. Πάμφτωχοι είστε, και πλουτίζετε άλλους.

Ελάτε λοιπόν να γιορτάσουμε! Ελάτε να πανηγυρίσουμε! Είναι παράξενος ό τρόπος της γιορτής -όσο παράξενος είναι κι ό λόγος της γεννήσεως του Χριστού.

Σήμερα λύθηκαν τα μακροχρόνια δεσμά.

Ο διάβολος καταντροπιάστηκε.

Οι δαίμονες δραπέτευσαν.

Ο θάνατος καταργήθηκε.

Ο παράδεισος ανοίχτηκε.

Η κατάρα εξαφανίστηκε.

Η αμαρτία διώχτηκε.

Η πλάνη απομακρύνθηκε.

Η αλήθεια αποκαλύφθηκε.

Το κήρυγμα της ευσέβειας ξεχύθηκε και διαδόθηκε παντού.

Η βασιλεία των ουρανών μεταφυτεύθηκε στη

Οι άγγελοι συνομιλούν με τους ανθρώπους.

Όλα έγιναν ένα.

Γιατί;

Γιατί κατέβηκε ό Θεός στη γη κι ό άνθρωπος ανέβηκε στους ουρανούς. Κατέβηκε ό Θεός στη γη και πάλι βρίσκεται στον ουρανό. Ολόκληρος είναι στον ουρανό κι ολόκληρος στη γη. Έγινε άνθρωπος κι είναι Θεός. Είναι Θεός και πήρε σάρκα. Κρατιέται σε παρθενική αγκαλιά και στα χέρια Του κρατάει την οικουμένη.

Τρέχουν κοντά Του οι μάγοι. Τρέχουμε κι εμείς. Τρέχει και τ” αστέρι για να φανερώσει τον Κύριο τ” ουρανού. Μα… κι Εκείνος τρέχει. Τρέχει προς την Αίγυπτο. Και φαίνεται βέβαια, πώς πηγαίνει εκεί για ν” αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Όμως τούτο γίνεται για να εκπληρωθούν τα προφητικά λόγια: «Την ήμερα εκείνη ό ισραηλιτικός λαός θα πάρει τρίτος, μετά τους Ασσυρίους και τους Αιγυπτίους, την ευλογία του Θεού πάνω στη γη» (Ήσ. 19:24).

Τι λες, Ιουδαίε; Εσύ πού ήσουν πρώτος έγινες τρίτος; Οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι μπήκαν μπροστά, και ό πρωτότοκος Ισραήλ πήγε πίσω;

Ναι. Έτσι είναι. Οι Ασσύριοι θα γίνουν πρώτοι, επειδή αυτοί πρώτοι με τους μάγους τους προσκύνησαν τον Κύριο. Πίσω τους οι Αιγύπτιοι, πού Τον δέχτηκαν, όταν κατέφυγε στα μέρη τους για ν” αποφύγει την επιβουλή του Ηρώδη. Τρίτος και τελευταίος ό Ισραηλιτικός λαός, πού γνώρισε τον Κύριο από τους αποστόλους, μετά τη βάπτιση Του στον Ιορδάνη.

Τι άλλο μένει να πω;

Δημιουργό και φάτνη βλέπω… Βρέφος και σπάργανα… Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή… Ανέχεια πολλή…

Είδες όμως Τι πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ό Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Του έχουν αποθέσει…

Ω φτώχεια, πλούτου πηγή!

Ω πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια!

Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις.

Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας.

Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία.

Τι να πω και Τι να λαλήσω;

Να Βρέφος σπαργανωμένο!

Να ή Μαρία, Μητέρα και Παρθένος μαζί!

Να ό Ιωσήφ, πατέρας τάχα του Παιδιού!

Εκείνη ή γυναίκα, αυτός ό άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο.

Ο Ιωσήφ μνηστεύθηκε μόνο τη Μαρία, και το Άγιο Πνεύμα την επισκίασε. Έτσι, γεμάτος απορία, δεν ήξερε Τι να υποθέσει για το Βρέφος: Να πει πώς ήταν καρπός μοιχείας, δεν τολμούσε. Να προσφέρει λόγο βλάσφημο εναντίον της Παρθένου, δεν μπορούσε. Ούτε πάλι δεχόταν το Παιδί σαν δικό του, γιατί του ήταν άγνωστο το πώς και από ποιόν γεννήθηκε.

Άλλα να, πού, πάνω στη σύγχυση του, παίρνει απάντηση από τον ουρανό, με τη φωνή του αγγέλου: «Ιωσήφ, μη διστάσεις να πάρεις στο σπίτι σου τη Μαριάμ, γιατί το παιδί πού περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα» (Ματθ. 1:20). Και φανέρωσε έτσι σ” εκείνον και σ” εμάς ότι το Άγιο Πνεύμα επισκίασε την Παρθένο.

Γιατί όμως ό Χριστός θέλησε να γεννηθεί από παρθένα, αφήνοντας αβλαβή την παρθενία της;

Να γιατί:

Κάποτε ό διάβολος εξαπάτησε την παρθένα Εύα. Τώρα ό άγγελος έφερε το λυτρωτικό μήνυμα στην Παρθένο Μαριάμ.

Κάποτε ή Εύα ξεστόμισε λόγο, πού έγινε αιτία θανάτου. Τώρα ή Μαρία γέννησε το Λόγο, πού έγινε αιτία αιώνιας ζωής.

Ο λόγος της Εύας έδειξε το δέντρο, πού έβγαλε τον Αδάμ από τον παράδεισο.

Ο Λόγος της Μαρίας έδειξε το Σταυρό, πού έβαλε τον Αδάμ πάλι στον παράδεισο.

Σ” αυτόν λοιπόν, το Λόγο του Θεού και Υιό της Παρθένου, πού άνοιξε δρόμο μέσα σε τόπο αδιάβατο, ας αναπέμψουμε δοξολογία μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων.

Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

http://1myblog.pblogs.gr/

http://ahdoni.blogspot.gr

Αναδημοσίευση από:

Κατάνυξις

ΠΗΓΉ: http://www.xristianos.net/?p=4234

Το θείο Βρέφος

«Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίο νέον ο προ αιώνων Θεός». Ένας από τους κυριότερους ύμνους των Χριστουγέννων καταλήγει σ’ αυτά τα λόγια, ταυτίζοντας το Βρέφος που γεννήθηκε στο σπήλαιο της Βηθλεέμ με τον «προ αιώνων Θεό». Ο ύμνος αυτός συνετέθη τον 6ο αιώνα από τον περίφημο Βυζαντινό υμνογράφο Ρωμανό το Μελωδό:
Η Παρθένος σήμερον, τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει· άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι· μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός. (Κοντάκιον Χριστουγέννων)

Το παιδί ως Θεός, ο Θεός ως παιδί… Γιατί δημιουργείται αυτή η ζωηρή συγκίνηση την περίοδο των Χριστουγέννων όταν οι άνθρωποι, ακόμη και αυτοί με χλιαρή πίστη ή ακόμη και οι άθεοι, παρατηρούν αυτό το μοναδικό, ασύγκριτο θέαμα της νεαρής μητέρας να κρατά το παιδί στην αγκαλιά της, και γύρω τους οι «Μάγοι οι από Ανατολών», οι ποιμένες, δροσεροί από τη νυχτερινή τους σκοπιά στους αγρούς, τα ζώα, ο ανοιχτός ουρανός, ο αστέρας; Γιατί είμαστε τόσο βέβαιοι, αλλά και συνεχώς ανακαλύπτουμε, πως σ’ αυτόν το θλιβερό πλανήτη μας δεν υπάρχει τίποτε ομορφότερο και πιο χαρμόσυνο απ’ αυτό το θέαμα, που το πέρασμα των αιώνων αποδείχτηκε ανίκανο να ξεριζώσει από τη μνήμη μας; Επιστρέφουμε σ’ αυτό το θέαμα οποτεδήποτε δεν έχουμε άλλο καταφύγιο, οποτεδήποτε έχουμε βάσανα στη ζωή, και αναζητούμε αυτό που θα μας ελευθερώσει.
Όμως στην ευαγγελική διήγηση για τη γέννηση του Ιησού Χριστού, η μητέρα και το παιδί δε λένε ούτε μία λέξη, ωσάν οι λέξεις να είναι περιττές, επειδή καμιά λέξη δεν μπορεί να ερμηνεύσει, να ορίσει ή να εκφράσει το νόημα όσων έλαβαν μέρος και εκπληρώθηκαν εκείνη τη νύχτα. Και παρ’ όλα αυτά χρησιμοποιούμε λέξεις εδώ, όχι για να εξηγήσουμε ή να ερμηνεύσουμε, αλλά επειδή, όπως η Γραφή λέει, «εκ γάρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί» (Ματθ. 12, 34). Είναι αδύνατο κάποιος, που ξεχειλίζει η καρδιά του, να μη μοιραστεί με άλλους τα βιώματά του.
Οι λέξεις «παιδίον» και «Θεός» είναι οι πλέον αποκαλυπτικές για το μυστήριο των Χριστουγέννων. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένα μυστήριο που απευθύνεται στο παιδί που συνεχίζει να ζει μυστικά μέσα σε κάθε ενήλικα, στο παιδί που συνεχίζει να ακούει ό,τι ο ενήλικας έχει πάψει να ακούει, και που ανταποκρίνεται με μια χαρά, που ο ενήλικας, μέσα στον γήινο, υπερώριμο, κουρασμένο και κυνικό κόσμο που ζει, αδυνατεί να νιώσει. Μάλιστα, τα Χριστούγεννα είναι μια γιορτή για τα παιδιά, όχι μόνο εξαιτίας του χριστουγεννιάτικου δένδρου που διακοσμούμε και φωτίζουμε, αλλά μ’ έναν πολύ βαθύτερο τρόπο, και μόνο τα παιδιά δεν ξαφνιάζονται για το ότι, όταν ο Θεός κατέρχεται στη γη, έρχεται ως παιδί.
Αυτή η εικόνα του Θεού ως παιδιού συνεχίζει να λάμπει μέσα από τις εικόνες και τα αναρίθμητα έργα τέχνης, φανερώνοντας πως ό,τι είναι ουσιαστικότερο και πλέον χαρμόσυνο στο Χριστιανισμό βρίσκεται ακριβώς εδώ, σ’ αυτήν την αιώνια παιδικότητα του Θεού. Οι ενήλικες, ακόμη και αυτοί που «συμπαθούν περισσότερο τα θρησκευτικά θέματα», περιμένουν και προσδοκούν από τη θρησκεία να δώσει εξηγήσεις και αναλύσεις· τη θέλουν έξυπνη και σοβαρή. Οι αντίπαλοί της είναι εξίσου σοβαροί, και, τελικά, τόσο βαρετοί, καθώς αντιμετωπίζουν τη θρησκεία μ’ ένα χαλάζι από «ορθολογικές» σφαίρες. Στην κοινωνία μας δεν υπάρχει καμιά φράση που να μεταφέρει καλύτερα την περιφρόνησή μας από το να χαρακτηρίσουμε κάτι λέγοντας πως «είναι παιδιάστικο». Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι για τους ενήλικες, τους έξυπνους και σοβαρούς. Έτσι τα παιδιά μεγαλώνουν και γίνονται εξίσου σοβαρά και βαρετά. Ο Χριστός όμως είπε, «γένησθε ως τα παιδία» (Ματθ. 18,3). Τι σημαίνει αυτό; Τι λείπει από τους ενήλικες, ή καλύτερα, τι έχει στραγγαλισθεί, καταπνιγεί, εκμηδενισθεί από ένα παχύ στρώμα ενηλικιότητας; Δεν είναι πάνω απ’ όλα αυτή η ικανότητα, η τόσο χαρακτηριστική των παιδιών, να θαυμάζουν, να αγαλλιούν και το πιο σπουδαίο να είναι γνήσια στη χαρά και στη λύπη; Η ενηλικίωση στραγγαλίζει επίσης την ικανότητα να εμπιστεύεσαι, να αυτοεγκαταλείπεσαι, να αφήνεσαι τελείως στην αγάπη και να πιστεύεις με όλη σου την ύπαρξη. Τελικά τα παιδιά παίρνουν στα σοβαρά ό,τι οι ενήλικες δεν μπορούν πλέον να αποδεχθούν: τα όνειρα, αυτά που διασπούν την καθημερινή μας εμπειρία και την κυνική μας καχυποψία, αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και κάθετι που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές.
Έτσι μόνο όταν εισχωρήσουμε στο παιδί που ζει κρυμμένο μέσα μας, μπορούμε να κάνουμε δικό μας το χαρμόσυνο μυστήριο του Θεού που έρχεται προς εμάς «ως παιδίον». Το παιδί δε διαθέτει ούτε κύρος ούτε εξουσία· όμως η απουσία ακριβώς κύρους το αναδεικνύει σε βασιλιά· πηγή της βαθιάς του δύναμης είναι η ανικανότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του και η τρωτότητά του. Το παιδί σ’ αυτή τη μακρινή σπηλιά της Βηθλεέμ δεν έχει επιθυμία ώστε να το φοβόμαστε· εισέρχεται στις καρδιές μας χωρίς να μας εκφοβίζει, χωρίς να επιδεικνύει το κύρος και τη δύναμή του, αλλά μόνο με την αγάπη. Μας δίνεται ως παιδί, και μόνο ως παιδιά μπορούμε με τη σειρά μας να το αγαπήσουμε και να δοθούμε σ’ αυτό. Ο κόσμος κυβερνάται από τη δύναμη και την εξουσία, από το φόβο και την κυριαρχία. Το «παιδίον Θεός» μάς απελευθερώνει απ’ όλα αυτά. Το μόνο που επιθυμεί από μας είναι η αγάπη μας, που προσφέρεται με ελευθερία και χαρά· το μόνο που επιθυμεί από μας είναι να του δώσουμε την καρδιά μας. Και τη δίνουμε σ’ ένα ανυπεράσπιστο παιδί, που εμπνέει όμως τεράστια εμπιστοσύνη.
Με τη γιορτή των Χριστουγέννων η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει ένα μυστήριο χαράς: το μυστήριο μιας ελεύθερα προσφερόμενης αγάπης που δεν επιβάλλεται σε κανέναν. Μιας αγάπης ικανής να δει, να αναγνωρίσει και να αγαπήσει το Θεό στο πρόσωπο του θείου Παιδιού, και να γίνει έτσι δώρο μιας νέας ζωής.

Από το: Εορτολόγιο. Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος, τόμ. Β΄, εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1997, σ. 61-64.
πηγή

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2012/12/blog-post_1380.html#ixzz2G3Q1x9as

Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτη φιλανθρωπία



Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας
Ἐπειδὴ ὅμως αὐτά, καὶ μύρια ἄλλα καὶ δυσδιήγητα εἴδη τῆς θείας οἰκονομίας λίγους εὐεργέτησαν, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι ἔμειναν ἀθεράπευτοι, τότε λοιπόν, τότε ἔγινε τὸ μεγάλο καὶ ἀπερίγραπτο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς κτίσεως, ὁ ἄπειρος, ὁ ἀπερίγραπτος, ὁ ἀναλλοίωτος, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, τὸ φῶς ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸ φῶς, ἡ ζωντανὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀκτινοβολία τῆς δόξας, ἡ σφραγίδα τῆς ὑποστάσεώς του, προσλαμβάνει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ ἀνακαινίζει τὴν εἰκόνα του ποὺ εἶχε καταστραφεῖ μὲ τὴν ἁμαρτία, καὶ ἀνανεώνει τὸν ἀνδριάντα ποὺ εἶχε παλιώσει ἀπὸ τὸν υἱὸ τῆς πονηρίας, καὶ τὸν κάνει πιὸ χαριτωμένο ἀπὸ τὸν πρῶτο, ὄχι δημιουργώντας τον πάλι ἀπὸ χῶμα, ὅπως παλιά, ἀλλὰ δεχόμενός τον ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ μεταβάλει τὴ θεϊκὴ φύση σὲ ἀνθρώπινη, ἀλλὰ ἑνώνοντας τὴν ἀνθρώπινη μὲ τὴ θεϊκή. Γιατί, μένοντας αὐτὸ ποὺ ἦταν, ἔλαβε αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν. Καὶ αὐτό μας τὸ διδάσκει ὁ μακάριος Παῦλος φωνάζοντας· «Ἂς ἐπικρατεῖ μεταξὺ σας τὸ ἴδιο φρόνημα, ποὺ ὑπῆρχε καὶ στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε θεϊκὴ ὕπαρξη, δὲν θεώρησε κάτι σὰν ἁρπαγὴ τὸ ὅτι ἦταν ἴσος μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του, παίρνοντας μορφὴ δούλου». Ἀπὸ αὐτὰ εἶναι φανερὸ ὅτι...ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ, μένοντας αὐτὸ ποὺ ἦταν, ἔλαβε τὴ μορφὴ δούλου. Καὶ μορφὴ δούλου δὲν ὀνομάζει αὐτὸ ποὺ φαίνεται μόνο στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ὅλη τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί, ὅπως ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ σημαίνει τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, γιατί τὸ Θεῖο εἶναι χωρὶς μορφὴ καὶ σχῆμα, καὶ κανεὶς ποὺ ἔχει τὰ λογικά του δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι ὁ ἀσώματος καὶ ἀσύνθετος ἔχει μορφὴ καὶ διαίρεση μελῶν, ἔτσι ἡ μορφὴ τοῦ δούλου φανερώνει ὄχι μόνο αὐτὸ ποὺ φαίνεται, ἀλλὰ ὅλη τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ χάρη τίνος ὁ Θεὸς Λόγος προσέλαβε τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ἐπειδὴ ὁ Δημιουργὸς λυπήθηκε τὴ δική μας φύση, ποὺ δεχόταν πόλεμο ἀπὸ τὸν Πονηρὸ καὶ βαλλόταν μὲ τὰ δηλητηριασμένα βέλη τῆς ἁμαρτίας καὶ στελνόταν στὸ θάνατο, ἦρθε σὲ βοήθεια τῆς εἰκόνας καὶ κατανίκησε ἐκείνους ποὺ τὴν πολεμοῦσαν, ὄχι χρησιμοποιώντας ἁπλῶς τὴ θεϊκὴ δύναμη, οὔτε χτυπώντας τοὺς ἀντιπάλους μὲ τὴ βασιλικὴ ἐξουσία, οὔτε ἐπιστρατεύοντας ἀγγέλους, οὔτε παίρνοντας ὡς συμμάχους τοῦ τοὺς ἀρχαγγέλους, οὔτε ὁπλίζοντας ἐναντίον τῶν ἔχθρων κεραυνοὺς ἢ ἀστραπές, οὔτε ἐμφανιζόμενος στὴ γῆ μὲ Χερουβὶμ καὶ καταδικάζοντας τοὺς ἀντιδίκους μας, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἔνοχους καὶ πολέμουμενους, καὶ κρύβοντας ἐπιμελῶς τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς θεότητας μὲ τὴν εὐτέλεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, καὶ προαλείφοντας τὸν ἄνθρωπο ποὺ φαινόταν σὲ πάλη, καὶ στεφανώνοντας τὸν μετὰ τὴ νίκη. Καὶ ἀπὸ παιδὶ διδάσκοντας τὴν ἀρετὴ καὶ ὁδηγώντας τὸν στὸ ψηλότερο σημεῖο τῆς δικαιοσύνης, καὶ διαφυλάσσοντας τὸν ἀήττητο καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὰ βέλη τῆς ἁμαρτίας, ἐπιτρέποντας τὸν ὅμως νὰ ὑποστεῖ θάνατο, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὴν ἀδικία τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ καταργήσει τὴ δύναμη τοῦ θανάτου.
Γιατί, ἐὰν ἐπιτίμιο ἐκείνων ποὺ ἦταν κάτω ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἦταν ὁ θάνατος, ἐκεῖνος ποὺ εἶναι γιὰ πάντα ἀπαλλαγμένος ἀπὸ αὐτήν, εἶναι δίκαιο νὰ ἀπολαμβάνει τὴ ζωὴ καὶ ὄχι τὸν θάνατο. Ὅμως ἡ ἁμαρτία, ἂν καὶ ἡττημένη, καταδικάζοντας σὲ θάνατο τὸν νικητὴ καὶ ἐκδίδοντας ἐναντίον τοῦ τὴν ἴδια ἀπόφαση ποὺ ἐξέδιδε πάντοτε ἐναντίον τῶν ἡττημένων, συνελήφθη νὰ ἀδικεῖ. Γιατί, στέλνοντας τὸν μέχρι τοὺς δέσμιούς του θανάτου, ἐπειδὴ τὸ ἔκανε σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, τῆς ἐπιτρεπόταν νὰ τὸ κάνει. Ὅταν ὅμως ἐπέβαλε τὰ ἴδια ἐπιτίμια καὶ στὸν ἀθῶο καὶ ἀνεύθυνο, ποὺ ἦταν ἄξιος γιὰ τιμὲς καὶ ἀναδείξεις σὲ ὑψηλὰ ἀξιώματα, κατ’ ἀνάγκη ὡς ἄδικη ἐκδιώκεται ἀπὸ τὴν ἐξουσία. Καὶ αὐτὸ διδάσκοντας τὸ ὁ μακάριος Παῦλος, ἔλεγε·«Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ κάνει ὁ νόμος, ἐπειδὴ τοῦ ἔλειπε ἡ δύναμη λόγω τῆς σάρκας, τὸ ἔκανε ὁ Θεὸς στέλνοντας τὸν Υἱό του μὲ σῶμα ποὺ ἐμοίαζε μὲ τὸ δικό μας ἁμαρτωλὸ σῶμα, ὡς θυσία γιὰ τὴν ἁμαρτία, καταδικάζοντας ἔτσι τὴν ἁμαρτία στὴ σάρκα, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ ἀπαίτηση τοῦ νόμου σέ μας, οἱ ὁποῖοι δὲν ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς σάρκας, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Πνεύματος».
Αὐτὸ ποὺ λέγει σημαίνει τὸ ἑξῆς· Σκοπὸς τοῦ νόμου, λέγει, ἦταν νὰ δικαιώσει τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἀδυνατοῦσε νὰ τὸ κάνει αὐτό, ὄχι ἀπὸ δική του ἀδυναμία, ἀλλ’ ἐξαιτίας τῆς νωθρότητας τῶν ἀκροατῶν του. Γιατί, ὄντας ἐπιρρεπεῖς πρὸς τὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, ἀπέφευγαν τὶς ταλαιπωρίες τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ νόμου, καὶ ἐπιδίδονταν στὶς ἡδυπάθειες τοῦ σώματος. Γι’ αὐτό, λέγει, ὁ Θεὸς τῶν ὅλων στέλνοντας τὸν Υἱό του μὲ τὴ μορφὴ τοῦ σώματος τῆς ἁμαρτίας, δηλαδὴ μὲ ἀνθρώπινη φύση, ἀπαλλαγμένη ὅμως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὡς θυσία γιὰ τὴν ἁμαρτία, καταδίκασε τὴν ἁμαρτία στὴ σάρκα, ἐλέγχοντας τὴν ἀδικία της, ἐπειδὴ ὑπέβαλε στὰ ἐπιτίμια τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν ἀνεύθυνο καὶ ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ νὰ δικαιώσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ προσέλαβε, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ, λέγει, ἡ ἀπαίτηση τοῦ νόμου σὲ μᾶς ποὺ δὲν ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῆς σάρκας, ἀλλὰ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Πνεύματος. Καθόσον ἡ εὐεργεσία τοῦ Σωτήρα μᾶς ἐκτείνεται σ’ ὅλη τὴ φύση τῶν ἀνθρώπων, γιατί, ὅπως μὲ τὸν προπάτορα Ἀδὰμ γίναμε μέτοχοί της κατάρας καὶ βρεθήκαμε ὅλοι δέσμιοί του θανάτου ὅπως ἐκεῖνος, ἔτσι γινόμαστε μέτοχοι καὶ τῆς νίκης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ, καὶ θὰ συμμετάσχουμε στὴ δόξα καὶ θὰ ἀπολαύσουμε μαζί του καὶ τὴ βασιλεία. Καὶ αὐτῶν μάρτυρας εἶναι ὁ μακάριος Παῦλος, ὑπενθυμίζοντας καὶ τὰ παλιὰ καὶ τὰ νέα, καὶ δείχνοντας ὅτι τὰ παλιὰ καταργήθηκαν μὲ τὴ δικαίωση τοῦ Σωτήρα.
Ὅπως γίναμε μέτοχοί του θανάτου τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι θὰ γίνομε μέτοχοι καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου.
«Ἐὰν μὲ τὸ παράπτωμα τοῦ ἑνός», λέγει, «πέθαναν πολλοί, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δωρεὰ ποὺ ἦρθε μὲ τὴ χάρη τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὑπεραρκετὴ γιὰ τοὺς πολλούς». Καὶ λίγο παρακάτω· «Ἄρα λοιπόν, ὅπως μὲ τὸ παράπτωμα τοῦ ἑνὸς ἡ καταδίκη κυριάρχησε σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ ἡ δίκαια πράξη τοῦ ἑνὸς ἦταν δικαίωση καὶ ζωὴ γιὰ ὅλους τους ἀνθρώπους. Γιατί, ὅπως μὲ τὴν παρακοὴ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου ἔγιναν ἁμαρτωλοὶ οἱ πολλοί, ἔτσι καὶ μὲ τὴν ὑπακοὴ τοῦ ἑνὸς θὰ δικαιωθοῦν οἱ πολλοί». Τὰ ἴδια διδάσκει πιὸ καθαρὰ καὶ στὴν πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ λέγοντας· «Ὅπως μὲ τὸν Ἀδὰμ ὅλοι πεθαίνουν, ἔτσι καὶ μὲ τὸν Χριστὸ ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν». Ἀπὸ αὐτὰ εἶναι φανερό, ὅτι ἡ νίκη τοῦ Σωτήρα μᾶς εἶναι δική μας νίκη, ἀφοῦ ἡ ἥττα τοῦ προπάτορά μας ὑπῆρξε ἥττα ὅλων καὶ πρέπει, ὅπως γίναμε μέτοχοί της πράξεως ἐκείνου, ἔτσι ν’ ἀπολαύσουμε καὶ τὰ ἀγαθὰ μαζὶ μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔλαβε σάρκα ἀπὸ ἐμᾶς καὶ δοξάσθηκε γιά μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος ἔλεγε· «Ἐκείνους ποὺ τοὺς ἤξερε ἀπὸ πρίν, αὐτοὺς καὶ προόρισε νὰ γίνουν ὅμοιοι μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι πρωτότοκος ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἀδελφούς. Ἐκείνους ποὺ αὐτὸς προόρισε, ἐκείνους καὶ κάλεσε, καὶ ἐκείνους ποὺ κάλεσε, αὐτοὺς καὶ δικαίωσε, καὶ ἐκείνους ποὺ δικαίωσε, αὐτοὺς καὶ δόξασε». Καὶ κάπου ἀλλοῦ λέγει· «Ἐὰν εἴμαστε παιδιά του, εἴμαστε καὶ κληρονόμα του· κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ καὶ συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ἐὰν βέβαια πάσχουμε μαζί του, γιὰ νὰ δοξασθοῦμε καὶ μαζί του». Καὶ ἀλλοῦ· «Ἐὰν ὑπομένουμε, καὶ θὰ βασιλεύουμε μαζί του». Γιὰ χάρη λοιπὸν ὅλης της φύσεώς μας ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τὴ δική μας ἀπαρχή, ὥστε, ὁδηγώντας τὴν μέσα ἀπὸ κάθε ἀρετή, νὰ προκαλέσει σὲ πάλη τὸν ἀνταγωνιστή, καὶ νὰ ἀποδείξει ὅτι ὁ ἀθλητὴς εἶναι ἀνίκητος, καὶ αὐτὸν νὰ τὸν δοξάσει, ἐνῶ ἐκείνου τὴν πράξη νὰ τὴν στηλιτεύσει, καὶ νὰ κάνει ὅλους νὰ κινηθοῦν μὲ θάρρος ἐναντίον του. Γι’ αὐτὸ στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια ἔλεγε, ἄλλοτε, «Εἶδα τὸν Σατανᾶ νὰ πέφτει σὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό», καὶ ἄλλοτε πάλι, «Ἐὰν κάποιος δὲν μπεῖ μέσα στὸ σπίτι τοῦ ἰσχυροῦ καὶ δὲν δέσει τὸν ἰσχυρό, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἁρπάξει τὰ σκεύη του;». Λέγοντας σπίτι τοῦ ἰσχυροῦ ἐννοεῖ τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἡ ὁποία ἔχει αὐτομόλησα πρὸς ἐκεῖνον, ἀνεχόμενη νὰ ἐκτελεῖ ὅ,τι διατάσσει ἐκεῖνος καὶ ἐπισύροντας ἐπάνω της αὐθαίρετη δουλεία. Καὶ ἀλλοῦ πάλι· «Ἔχετε θάρρος, ἐγὼ νίκησα τὸν κόσμο». Καὶ κάπου ἀλλοῦ· «Τώρα γίνεται δίκη τοῦ κόσμου αὐτοῦ, τώρα ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ θὰ πεταχθεῖ ἔξω. Καὶ ἐγὼ ὅταν ὑψωθῶ ἀπὸ τὴ γῆ, θὰ σᾶς ἑλκύσω ὅλους πρὸς τὸν ἑαυτό μου». Καὶ προχωρώντας τὸ ἀναπτύσσει πιὸ καθαρά.
Ὅτι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτήρα εἶναι κοινὴ εὐεργεσία τῶν ἀνθρώπων.
«Ὅσον ἄφορα τὴν κρίση, ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ ἔχει κριθεῖ». Καὶ πάλι· «Ἔρχεται ὁ ἄρχοντας τοῦ κόσμου αὐτοῦ, καὶ ἐπάνω μου δὲν ἔχει καμμιὰ δύναμη». Ὄντας δηλαδὴ ἀπαλλαγμένος ἀπὸ κάθε αἰτία, δὲν εἶχε κανένα ἀπὸ τὰ σπέρματα τοῦ διαβόλου. Γι’ αὐτὸ καὶ κατάργησε τὴν τυραννία του καὶ τὸν ἔβγαλε ἔξω, καὶ ἔκανε νὰ τὸν καταπατοῦν ἐκεῖνοι ποὺ προηγουμένως ἦταν δοῦλοι του, ἐνθαρρύνοντάς τους καὶ λέγοντας· «Νά, σᾶς δίνω τὴν ἐξουσία νὰ πατᾶτε πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς καὶ πάνω σὲ ὅλη τὴ δύναμη τοῦ ἐχθροῦ». Γιὰ νὰ δοῦμε ὅμως καὶ τὴν ἴδια τὴν πάλη πρὸς τὸν διάβολο, ἂς πᾶμε στὴν ἱστορία τῶν Εὐαγγελίων. Ὁδηγήθηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα μετὰ τὴ βάπτισή του στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ πειρασθεῖ ἀπὸ τὸν διάβολο. Ὁδηγήθηκε βέβαια ὄχι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὁ ναὸς (ἄνθρωπος) ποὺ προσλήφθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ Λόγο ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του Δαβίδ. Γιατί τὸ ἅγιο Πνεῦμα δὲν ὁδήγησε τὸν Θεὸ Λόγο γιὰ νὰ παλέψει μὲ τὸν διάβολο, ἀλλὰ τὸν ναὸ ποὺ ἔπλασε μέσα στὴν Παρθένο σὲ ναὸ τοῦ Θεοῦ Λόγου. Νήστεψε σαράντα μέρες καὶ ἄλλες τόσες νύχτες. Δὲν θέλησε νὰ ξεπεράσει τὸ μέτρο ἐκείνων ποὺ εἶχαν νηστέψει παλαιότερα, γιὰ νὰ μὴ ἀποφύγει τὴν πάλη μαζί του ὁ ἀντίπαλος, γιὰ νὰ μὴ καταλάβει ποιὸς κρύβεται, καὶ ἀποφύγει νὰ παλέψει μ’ αὐτὸν ποὺ φαινόταν. Γι’ αὐτὸ μετὰ ἀπὸ τὶς ἡμέρες ποὺ εἴπαμε, ἐμφανίζει τὸ πάθος τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἐπιτρέπει στὴν πείνα νὰ προκληθεῖ, δίνοντας λαβὴ σ’ ἐκεῖνον μέσω τῆς πείνας. Γιατί δὲν τολμοῦσε νὰ πλησιάσει, ἐπειδὴ ἔβλεπε νὰ γίνονται πολλὰ γύρω ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἦταν ταιριαστὰ σὲ Θεό. Πράγματι ὅταν γεννήθηκε ἄγγελοι ἔψαλλαν, ἀνέτειλε ἄστρο ποὺ ὁδήγησε τοὺς μάγους γιὰ νὰ τὸν προσκυνήσουν, ἔβλεπε τοὺς κορυφαίους της παρατάξεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο νὰ ἐφαρμόζει κάθε διάταξη τοῦ νόμου, νὰ ἀποστρέφεται τὴν κακία, νὰ σιχαίνεται κάθε πονηρία, καὶ αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴν πρόβλεψη ποὺ ἔγινε γι’ αὐτὸν ἀπὸ τὸν προφήτη· «Προτοῦ νὰ γνωρίσει τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό, ἀποφεύγει νὰ πειθαρχήσει στὸ κακό, καὶ προτίμα τὸ καλό». Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰωάννης φώναζε· «Νὰ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος σηκώνει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου». Ὁ Πατέρας βεβαίωσε ἀπὸ τὸν οὐρανό· «Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, στὸν ὁποῖο ἔδειξα τὴν εὐαρέσκειά μου». Ἦρθε ἀπὸ πάνω ἡ χάρη τοῦ Πνεύματος. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα τέτοια προξενοῦσαν κατάπληξη στὸν διάβολο, καὶ δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἔρθει κοντὰ στὸν ἀγωνιστὴ τῆς φύσεώς μας. Ὅταν ὅμως δέχθηκε τὴν προσβολὴ τῆς πείνας καὶ τὸν εἶδε νὰ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τροφή, καὶ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ ἀντέξει περισσότερο ἀπὸ τοὺς παλιοὺς ἄνδρες, πλησιάζει, νομίζοντας ὅτι βρῆκε πολὺ μεγάλη εὐκαιρία, καὶ πιστεύοντας ὅτι θὰ τὸν νικήσει εὔκολα.
(Ἄγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας. «Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου», Ε.Π.Ε. 10, σ.27, 39-47)
Βατοπαίδι

Η κατά σάρκα γέννησις του Κυρίου Ιησού Χριστού


Στις 25 Δεκεμβρίου η αγία Εκκλησία μας γιορτάζει το μεγάλο και ανερμήνευτο γεγονός της κατά σάρκα γεννήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού από την Υπεραγία Θεοτόκο.
Μετά τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ και ενώ πλησίαζε ο καιρός να τελειώσουν οι εννιά μήνες από την υπερφυσική σύλληψη του Χριστού στην παρθενική της μήτρα, ο Καίσαρ Αύγουστος διέταξε απογραφή του πληθυσμού του ρωμαϊκού κράτους. Τότε ο Ιωσήφ μαζί με τη Θεοτόκο, ξεκίνησαν για τη Βηθλεέμ, για να απογραφούν εκεί. Έτσι ξεκίνησαν από την Ναζαρέτ και ύστερα από κοπιαστικό ταξίδι έφτασαν στην Βηθλεέμ, όπου επειδή είχε συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου δεν κατάφεραν να βρουν κατάλυμα, παρά μόνο ένα φτωχικό σπήλαιο. Εκεί η Θεοτόκος γέννησε τον Κύριο Ιησού Χριστό και σπαργάνωσε σαν βρέφος τον Κτίστη των απάντων. Έπειτα Τον έβαλε επάνω στη φάτνη των αλόγων ζώων, διότι «ἔμελλε νὰ ἐλευθέρωση ἡμᾶς ἀπὸ τὴν ἀλογίαν», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Από τότε, όλοι οι πιστοί χριστιανοί με χαρά ψάλλουν τον ύμνο των αγγέλων εκείνης της νύκτας: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (βλ. Ευαγγέλιο Λουκά, Β' 1-20). Δόξα δηλαδή, ας είναι στο θεό, που βρίσκεται στα ύψιστα μέρη του ουρανού και στη γη ολόκληρη, που είναι ταραγμένη από την αμαρτία ας βασιλεύσει η θεία ειρήνη, διότι ο Θεός έδειξε την αγάπη Του στους ανθρώπους με την ενανθρώπηση του Υιού Του.

Να σημειώσουμε εδώ, ότι η γιορτή των Χριστουγέννων καθιερώθηκε για πρώτη φορά την 25η Δεκεμβρίου του 397 μ.Χ. επί πατριαρχείας Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Κατ' άλλους ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλιος, χώρισε τις δύο γιορτές των Φώτων και των Χριστουγέννων, οι οποίες παλιότερα γίνονταν την ίδια μέρα, δηλαδή την 6η Ιανουαρίου.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι.


Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Αὐτόμελον.
Ποίημα Ῥωμανοὺ τοῦ Μελῳδοῦ
Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι· Μάγοι δὲ, μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.
πηγή

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2012/12/blog-post_6162.html#ixzz2G3ePVFdB