IC.XC.NIKA

IC.XC.NIKA
IC.XC.NIKA

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

ΦΟΒΕΡΑ ΟΠΤΑΣΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΒΕΡΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




(Ἀπὸ Σιναΐτικο Χειρόγραφο τοῦ 15-16ου αἰῶνα)Ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Λέοντος τοῦ Σοφοῦ στὰ χρόνια 886-911 ὑπῆρχεν ὁ ὅσιος Βασίλειος ὁ Νέος, ὁ ὁποῖος εἶχεν μαθητήν του κάποιον Γρηγόριον, ὁ ὁποῖος κυριευμένος ἀπὸ λογισμούς, πίστευε ὅτι οἱ ἑβραῖοι ποὺ τηροῦν τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, θὰ εἶναι δεκτοὶ στὸν Θεὸν τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως ὅπως οἱ Προπάτορες, Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ.
Ὁ δὲ Ἅγιος Βασίλειος ἀντιφρονοῦσε σ᾿ αὐτὸ λέγοντας πρὸς τὸν νεαρόν:
«Ὁ Κύριος λέγει τέκνον μου στὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιο, ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα, δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ σωθήσεται (Ἰωάν. 10,8) καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τέκνον μου νὰ σωθοῦν οἱ ἑβραῖοι ποὺ εἶναι ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν βλασφημοῦν κάθε ἡμέραν;»
Καὶ προσευχόμενος ὁ Ἅγιος στὸν Θεὸ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν νεαρὸ αὐτοὺς τοὺς λογισμούς, ἀπέστειλεν ὁ Πανάγαθος Θεὸς θεῖον Ἄγγελον καὶ ἐξήγησεν στὸν Γρηγόριον περὶ τούτου, καὶ λέγει μιὰ νύκτα ἐνῷ κοιμόμουν, ξύπνησα γιὰ προσευχή, κατὰ συνήθεια καὶ εἶδα σὲ ὅραμα ὅτι βρέθηκα σὲ μία πεδιάδα γεμάτη ποικίλων δέντρων καὶ λουλουδιῶν, καὶ ξαφνικὰ φάνηκε ἕνας νέος ψηλὸς καὶ ὡραῖος με πύρινη στολὴ ἐξαστράπτων καὶ μοῦ λέγει:
«Γρηγόριε, οἱ εὐχὲς τοῦ Ὁσίου Πατρὸς Βασιλείου σὲ ἔφεραν ἐδῶ γιὰ νὰ μάθῃς, νὰ πεισθῇς καὶ νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐπιθυμοῦσες.»
Καὶ ἀρπάζοντάς με ὁ Νέος ἀπὸ τὸ χέρι βαδίζαμεν καὶ νεφέλη φωτεινὴ μᾶς ἀνέβασεν σὲ ἄπειρον ὕψος, καὶ ὑπερθαύμαστον κόσμον, καὶ βλέποντας ἔτρεμα ἀπὸ τὸν φόβο μου, καὶ εὐθὺς βρεθήκαμεν στὴν πεδιάδα τῆς ὁποίας τὸ ἔδαφος ἦταν ὑάλλειο, καὶ μέσα στὴν πεδιάδα ὑπῆρχεν ἄπειρον πλῆθος πυρινόμορφων νέων καὶ ἀκούονταν ὑμνωδίαις καὶ ᾄσματα μελίρρητα καὶ ὑπερθαύμαστα.
Προχωρώντας εἴδαμεν ἄλλον τόπον πύρινον, ὁ ὁποῖος φαινόταν ὅτι φλεγόταν καὶ δὲν καιγόταν, ὅπου ἀνθρώπινη γλῶσσα δὲν μπορεῖ νὰ διηγηθῇ. Καὶ ὁ τόπος αὐτὸς μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου Ἄγγελος ὅτι εἶναι ἡ Ἁγία Πόλις ἡ Ἄνω Ἱερουσαλὴμ τῆς ὁποίας Δημιουργὸς εἶναι ὁ Θεός, καὶ εἶναι ἡ πόλις τῶν Ἁγίων καὶ πάντων τῶν Δικαίων, τῶν εὐαρεστησάντων τὸν Θεόν.
Καὶ καθὼς μοῦ τὰ ἔλεγεν αὐτὰ ὁ Ἄγγελος, βλέπω ὑπεράνω τῆς Ἁγίας Πόλεως αἰωρούμενον τὸν Τίμιον Σταυρόν, ὑπεραστράπτοντα περισσότερο ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες,
καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βλέπω πλῆθος Ἀγγέλων, κρατώντας θρόνον φρικώδη, καὶ τεράστιον καὶ φωνὴ βροντώδης καὶ φοβερὴ ἐξακούετο λέγουσα:
«Ἰδοὺ ὁ Μέγας καὶ φοβερὸς Κριτὴς ἔρχεται νὰ κρίνῃ τοὺς ζωντανοὺς καὶ τοὺς νεκρούς, καὶ νὰ ἀποδώσῃ στὸν κάθε ἕνα ἄνθρωπο κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ. Καὶ αὐτὰ ὅλα γίνονται στὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφὰτ τῆς ἐπιγείου Ἱερουσαλήμ, καθὼς γράφτηκε στὶς Γραφές.»
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ βλέπω ἄλλους Ἀγγέλους κατέχοντας πύρινες σάλπιγγες, καὶ μὲ τὴν προσταγὴ τοῦ Κριτῆ σάλπισαν, καὶ ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια της γῆς, καὶ νὰ ἀνοίχτηκαν οἱ τάφοι τῶν ἀπὸ ὅλων τῶν αἰώνων νεκρῶν, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι τῆς ἐσχάτης ἡμέρας.
Καὶ εὐθὺς ὤ! φρικτὸν θέαμα ἀνέβαιναν ἀπὸ τοὺς τάφους, τὰ ὀστᾶ γυμνωμένα τῶν νεκρῶν τῶν αἰώνων, καὶ ἐνδύνονταν σάρκες, νεῦρα καὶ δέρμα, καὶ ἦταν ἄπειρο τὸ πλῆθος ὡς ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας, γυμνοὶ καὶ τρομαγμένοι, ὅλοι σε μία ἡλικία, σὰν νὰ ἦταν 33 χρονῶν καὶ φαίνονταν κάθε ἕνας μὲ διαφορετικὴ μορφή.
Καὶ στὸν κάθε ἕνα ἦταν γεγραμμένο στὸ μέτωπώ του, αὐτὸς εἶναι προφήτης, σὲ ἄλλους δὲ αὐτὸς εἶναι Ἱεράρχης, σὲ ἄλλους Ὅσιοι, καὶ σ᾿ ἄλλους ἐλεήμονες, καὶ ἁπλὰ κάθε ἑνὸς ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ζωή του στὴ γῆ ἦταν γεγραμμένη στὸ πρόσωπό του.
Ὁμοίως δὲ καὶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ ἀπίστους γραφόταν στὸ μέτωπό τους οἱ πράξεις καθ᾿ ἑνός· αὐτὸς εἶναι φονιᾶς, σὲ ἄλλον αὐτὸς εἶναι πόρνος, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι κτηνοβάτης, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι αἱμομίκτης, σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι βλάσφημος, καὶ σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι φιλοκατήγορος, καὶ σὲ ἄλλους αὐτὸς εἶναι κοιλιόδουλος κλπ.,
καὶ ὅλοι ἔκλαιγαν μὲ θρῆνο ἀπαρηγόρητοι καὶ ἔλεγαν:
«Αὐτὰ ὅλα τὰ ἀκούαμεν στὶς Γραφὲς καὶ δὲν πιστεύσαμεν»
καὶ ὅλα τὰ ἔθνη ἀγαρηνοί, ἑβραῖοι, ἐθνικοὶ καὶ ὅλοι οἱ ἄπιστοι ἔκλαιαν καὶ ὠδύρονταν τὴν ἀπώλεια τοῦ ἐαυτοῦ τους,
καὶ ἰδίως οἱ Ἰουδαῖοι ἔλεγαν:
«Ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, ὁ φοβερὸς Κριτὴς τὸν ὁποῖον ἐσταυρόσαμεν, χαθήκαμεν ὅλοι».
Τότε ὁ συνοδός μου Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Βλέπεις τοὺς Ἰουδαίους πῶς τρέμουν βλέποντας αὐτὰ ποὺ γίνονται.»
Καὶ εὐθὺς ὁ Ἄγγελος μοῦ λέγει:
«Ἰδοὺ ὁ φοβερὸς καὶ μέγας Θεὸς παραγίνεται, φόβος καὶ τρόμος λαμβάνουν τὰ πάντα.»
Καὶ ἰδοὺ πλῆθος ἀναρίθμητον οὐρανίων Ἀγγέλων κατήρχετο ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, καὶ παρασταθέντες ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ θρόνου, προσκύνησαν, καὶ πάραυτα ἀκούονταν κρότοι καὶ βροντὲς φοβερὲς μαζὶ μὲ κτύπους, καὶ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἔτρεμε, καὶ ὅλα τὰ τάγματα τῶν οὐρανῶν, παραστάθησαν σὲ κύκλον γύρω ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ φοβεροῦ Κριτοῦ μὲ πολλὴ τάξη καὶ φόβο.
Τότε ὅλοι οἱ δίκαιοι φώναξαν:
«Ἐσὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα σὲ Προσκυνοῦμεν.»
Καὶ ἀκόυγοντας αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι, αἱρετικοὶ καὶ ἄπιστοι, ἔτρεμαν καὶ ἔμειναν ἄφωνοι.
Τότε ὁ φοβερὸς Κριτὴς ἔστρεψε τὸ βλέμμα στὸν Οὐρανό, καὶ τρομάζοντας ὁ Οὐρανὸς χάθηκε. Ὁμοίως βλέποντας τὴ γῆ εὐθὺς καὶ αὐτὴ ἐξαφανίστηκε, καὶ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια χάθηκαν σὰν κερί, τὸ ἴδιο καὶ ἡ θάλασσα ξηράθηκε ὅλη καὶ μεταποιήθηκε σὲ φωτιά, καὶ ἔγινεν πύρινος ποταμός, καὶ βρίσκοταν μπροστὰ στὸν Θεϊκὸ Θρόνο.
Καὶ εὐθὺς μὲ κάλεσμα τοῦ Κριτῆ, διεχωρίσθησαν τὰ ἄπειρα ἐκεῖνα πλήθη τῶν ἀνθρώπων σὲ δυό· καὶ στάθηκε τὸ ἕνα στὰ δεξιά του Κριτῆ καὶ τὸ ἄλλο στὰ ἀριστερά.
Καὶ βλέποντας ὁ Κριτὴς τοὺς βρισκομένους στὰ δεξιά του, τοὺς εἶπε μὲ γλυκυτάτη φωνή:
«Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου νὰ κληρονομήσετε τὴν ἑτοιμασμένην γιὰ ἐσᾶς βασιλεία.» (Ματθ. 25,34)
Ἔπειτα βλέποντας καὶ αὐτοὺς στὰ ἀριστερά του, τοὺς λέγει μὲ ὀργή:
«Ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ ἐμένα οἱ καταραμένοι στὴ φωτιὰ τὴν αἰώνια, ἡ ὁποία ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του»
Ἡ Παναγία
Καὶ ὅταν αὐτὰ ἀκούστηκαν ἀπὸ τὸν Κριτή, καὶ ἀφοῦ οἱ ἁμαρτωλοὶ ὀδύρθησαν ἀνώφελα, ξαφνικὰ βλέπω τὴν ὑπερθαύμαστην ἐκείνη πόλη ἀπέναντι τοῦ Κριτῆ νὰ στέκεται, καὶ νὰ ἡ κατὰ τὴν δύση πόλη ἀνοίχθηκε βλέπω μία γυναῖκα ἀπὸ τὰ δεξιὰ τοῦ Κριτοῦ στεκόμενη ἀστράπτοντας περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιον, πρὸς τὴν ὁποία λέγει ὁ Κριτής· εἴσελθε Μητέρα μου στὴν βασιλεία μου, καὶ ἀφοῦ τὴν ὑποδέχθησαν στρατοὶ Ἀγγέλων εἰσῆλθαν στὴν Ἁγίαν Πόλιν.
Οἱ Ἅγιοι 12 Ἀπόστολοι
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ βλέπω 12 ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ 12 Ἀπόστολοι φορώντας στολὲς πυρίμορφες προσκύνησαν τὰ πόδια τοῦ Κριτοῦ καὶ εἰσῆλθαν καὶ αὐτοὶ στὴν Ἁγίαν Πόλιν.
Οἱ 70 Ἀπόστολοι
Ἔπειτα χωρίσθησαν ἄλλοι 70 ἄνδρες ἀπὸ τὸ ἄπειρο πλῆθος ποὺ βρισκόταν δεξιά του Κριτῆ καὶ αὐτοὶ ἦσαν οἱ 70 Ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι προσκυνώντας καὶ αὐτοί, εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες
Ἔπειτα διεχωρίσθησαν ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς δεξιᾶς μερίδας πλῆθος ἀνδρῶν τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα σπινθηροβολοῦσαν, καὶ ἄστραπταν οἱ στολές τους περισσότερον ἀπὸ τὸν ἥλιον, καὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγίαν Πόλιν.
Οἱ Ἱεράρχες
Μετὰ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον τῶν Ἁγίων Ἱεραρχῶν, τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα ἄστραπταν περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, καὶ οἱ στολές τους περισσότερο ἀπὸ τὸ χιόνι, καὶ προσκυνόντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ Διδάσκαλοι
Μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ τῶν θείων Διδασκάλων τῶν ὁποίων σπινθηροβολοῦσαν τὰ πρόσωπά τους καὶ ἀφοῦ προσκύνησαν τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ ἀσκητὲς Ὅσιοι Πατέρες
Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλύθος ἀναρίθμητο, οἱ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου καὶ τῶν βουνῶν Μοναχοί, καὶ εὐαρεστησάμενοι τὸν Κριτήν, καὶ ἀφοῦ ἐπαινέθηκαν ἀπὸ Αὐτόν, προσκυνῆσαν καὶ αὐτοὶ καὶ εἰσῆλθαν στὸν Πόλη.
Οἱ παρθένοι καὶ ἐλεήμονες
Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, ἀστράπτοντας σὰν τὴν ἀστραπὴ προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ εἰλικρινῶς μετανοημένοι
Ἔπειτα διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον, οἱ εἰλικρινῶς στὸν κόσμο μετανοημένοι καὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν καὶ αὐτοὶ στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ Ἅγιοι Προπάτορες
Μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθησαν ἄλλοι 15 ἄνδρες ὡραιότατοι καὶ ἀστράπτοντες σὰν τὸ φῶς, οἱ Ἅγιοι προπάτορες Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ οἱ υἱοὶ αὐτῶν, προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ ἕως τοῦ Χριστοῦ Προφῆτες
Ἔπειτα διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγὴ οἱ ἀπὸ Ἀδὰμ μέχρι τὸν Χριστὸ Δίκαιοι καὶ Προφῆτες περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ Κύριος· «Οἱ πρῶτοι θὰ γίνουν τελευταῖοι, καὶ οἱ τελευταῖοι πρῶτοι»· καὶ αὐτοὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴν εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ διὰ τὸν Χριστὸν Σαλοί
Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο διεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, οἱ διὰ τὸν Χριστὸ Σαλοί, καὶ αὐτοὶ προσκυνώντας τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη.
Οἱ τοῦ γάμου ἄμωμοι
Καὶ ἀμέσως ἀπεχωρίσθηκε ἄλλη μικρὴ συναγωγή, οἱ τοῦ γάμου ἄμωμοι καὶ ἀμόλυντοι, ντυμένοι στολὴ Βασιλικὴ καὶ τὰ πρόσωπα αὐτῶν δεδοξασμένα, προσκυνώντας καὶ αὐτοὶ τὸν Κριτὴ εἰσῆλθαν στὴν Ἁγία Πόλη,
καὶ ἔλειψαν οἱ στὰ δεξιά του Κριτῆ Δίκαιοι, καὶ ἔμειναν μόνο οἱ στὰ ἀριστερά του Κριτῆ ἁμαρτωλοί με καταντροπιασμένα τὰ πρόσωπα, ὀδυρόμενοι, βλέποντας αὐτὰ ποὺ συνέβαιναν· ἦσαν δὲ πλῆθος ἄπειρον, τρέμοντας καὶ μὲ φόβο στέκοντας ἀνάμεναν τὴν φοβερὴ ὥρα τῆς καταδίκης τους.
Καὶ γυρνώντας τὸ βλέμμα πρὸς αὐτοὺς ὁ Κριτής, διεχωρίσθηκε μεγάλη συναγωγὴ σὰν τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας, καὶ καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτής, τοὺς ἔρριψαν στὸν πύρινον ποταμὸν ὀδυρώμενους καὶ κλαίοντας.
Ὅλοι οἱ ἀβάπτιστοι καὶ Αἱρετικοί
Καὶ καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἀναρίθμητη τοὺς ἔρριψαν στὸν πύρινον ποταμόν, νὰ καίγωνται αἰωνίως.
Οἱ αὐτόκτονες
Ἔπειτα μὲ νεῦμα στοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτής, ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἀναρίθμητη, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν κοχλάζουσαν θάλασσαν τοῦ πυρός.
Οἱ φονιάδες, οἱ φαρμακοί-μάγοι
Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο μὲ νεῦμα ὁ Κριτὴς στοὺς Ἀγγέλους ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ τοὺς φονιάδες-φαρμακοὺς καὶ τοὺς μάγους καὶ τοὺς ἔβαλαν στὴν σπινθηροβολοῦσαν ἐκείνη θάλασσα.
Οἱ μοιχοὶ καὶ αἱμομῖκτες
Καὶ καλώντας τοὺς Ἀγγέλους του ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγή, τοὺς μοιχοὺς καὶ τοὺς αἱμομῖκτες, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν πυρανάπτουσαν θάλασσα.
Οἱ ἀρσενοκοίται
Καὶ πάλιν νεύοντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη μεγάλη συναγωγὴ τοὺς ἀρρενομανοῦντας καὶ βίαια τοὺς ἔσπροξαν καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴ λίμνη ἐκείνη τῆς φωτιᾶς.
Οἱ κτηνοβάτες
Καὶ πάλιν ὁ Κύριος καλώντας τοὺς Ἀγγέλους διεχώρησαν ἄλλη συναγωγή, τῶν κτηνοβατῶν τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα ὑπῆρχαν σὰν τὰ κτήνη καὶ μὲ ὀργὴ τοὺς ἔρριψαν στὸν ποταμὸ τῆς φωτιᾶς.
Ὅσοι μὲ βότανα καὶ φάρμακα σκότωσαν βρέφη
Καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους διαχώρισαν ἄλλη συναγωγή, αὐτοὺς ποὺ σκότωσαν βρέφη, καὶ μὲ βίαια ὁρμὴ τοὺς ἔρριψαν στὸν ποταμὸ τῆς φωτιᾶς.
Οἱ κλέφτες καὶ οἱ ἅρπαγες
Καὶ πάλι καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς διεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ἅρπαγες καὶ τραβώντας τους μὲ βία, τοὺς ἔρριψαν στὴν πύρινη θάλασσα.
Οἱ βλάσφημοι καὶ ἐπίορκοι
Καὶ διεχώρησαν οἱ Ἄγγελοι ἄλλη συναγωγή, πλῆθος ἄπειρον καὶ τὴν ἔρριψαν στὴν παφλάζουσαν καὶ σπινθηροβολοῦσαν θάλασσα τοῦ πυρός.
Οἱ ψεῦτες καὶ ψευδομάρτυρες
Καὶ διεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ ποὺ ἔβγαζε βρόμα ἀπὸ τὸ στόμα, τοὺς ἔρριψαν βίαια στὴ λίμνη τῆς φωτιᾶς.
Οἱ κατήγοροι-κατάλαλοι
Καὶ πάλι καλώντας τοὺς Ἀγγέλους ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ ἄπειρο πλῆθος καὶ ἔβγαινεν ἀπὸ τὸ στόμα αὐτῶν αἷμα καὶ φίδια τεράστια, κρέμονταν στὶς γλῶσσες τους, καὶ τοὺς ἔρριψαν στὴν κατώδυνη λίμνη τῆς φωτιᾶς.
Οἱ φθονεροὶ καὶ μνησίκακοι
Καὶ χωρίζοντας ἄλλη συναγωγὴ οἱ Ἄγγελοι τοὺς μνησίκακους καὶ φθονεροὺς σπρώχνοντας, καὶ φέρνοντάς τους, τοὺς ἔρριψαν βίαια στὴν λίμνη τῆς φωτιᾶς.
Ὅσοι ὀργίζονται καὶ θυμώνουν
Καὶ πάλι καλώντας ὁ Κριτὴς ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ αὐτοὺς ποὺ θυμώνουν καὶ ὀργίζωνται, καὶ τοὺς ἔρριξαν αὐτοὺς στὸν ποταμὸ ἐκεῖνο τῆς φωτιᾶς.
Οἱ ἁμαρτωλοὶ Ἱερεῖς καὶ Μοναχοί
Καὶ μὲ τὸ κάλεσμα τοῦ Κριτῆ οἱ Ἄγγελοι χώρισαν ἄλλη συναγωγή, τοὺς Ἱερεῖς καὶ Μοναχοὺς οἱ ὁποῖοι ἁμάρτησαν (καὶ δὲν μετανόησαν), πολὺ πλῆθος, καὶ ἔρριψαν ἄλλους στὸν Τάρταρο τοῦ ᾍδη, ἄλλους στὸ σκοτάδι τὸ ἐξώτερο καὶ ἄλλους στὸ τρίξιμο τῶν δοντιῶν, νὰ κολάζονται αἰώνια.
Αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἔχθρα πρὸς ἄλλους καὶ κοινωνοῦν
Ἔπειτα ξεχώρισαν ἄλλη, συναγωγή, τῶν μνησικάκων καὶ σπρώχνοντας αὐτοὺς σκληρὰ τοὺς ἔρριψαν στὴ λίμνη τῆς φωτιᾶς τὴν καιομένη.
Οἱ μέχρι θανάτου ἀμετανόητοι Χριστιανοί
Ἔπειτα ἅρπαξαν ἄλλη συναγωγὴ πλῆθος ἄπειρον· οἱ Ἄγγελοι σπρώχνοντας καὶ τραβώντας βιαίως τους ἔρριξαν σὲ διάφορες κολάσεις ἀνάλογα τῶν ἁμαρτιῶν τους.
Οἱ ἐλεήμονες Χριστιανοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν μετανόησαν
Καὶ πάλι μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτῆ διεχωρίσθηκε ἄλλη συναγωγὴ ἄπειρο πλῆθος κλαίγοντας πικρὰ καὶ στενάζοντας ὁδηγούμενοι ἀπὸ τοὺς πυρίνους Ἄγγελους, γιὰ νὰ ριφθοῦν στὴν παφλάζουσαν ἐκείνη θάλασσα τῆς φωτιᾶς.
Βλέποντας αὐτοὺς ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κριτοῦ βγαίνοντας ἀπὸ τὴν Ἁγία Πόλη, τρέχει σπουδαῖα καὶ φθάνοντας τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους Ἀγγέλους εἶπε:
«Στὸ ὄνομα τῆς Τρισηλίου Θεότητος, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Ἁγίου, νὰ μὴ κολασθεῖ αὐτὴ ἡ συναγωγή, καὶ προσελθοῦσα στὸν Κριτή, προσκύνησε τὰ ἄχραντά Του πόδια καὶ εἶπε·
Υἱέ μου καὶ Θεέ, λυπήσου αὐτὴ τὴ συναγωγή, γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ξεφώνησες ἀπὸ τὸ ἴδιό σου τὸ στόμα λέγοντας·
Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. (Ματθ. 6,7)
Καὶ ἀποκρινόμενος ὁ Κριτὴς λέγει:
Ὦ Μητέρα μου γιὰ τὴν μὲν ἐλεημοσύνη ποὺ ἐποίησαν κατακρατῶ καὶ λυτρώνω αὐτοὺς ἀπὸ τὴν κόλαση, γιὰ δὲ τοῦ ὅτι ἁμάρτησαν καὶ δὲν μετενόησαν, δὲν θὰ εἰσέλθουν στὴν πόλιν τῶν Ἁγίων μου, οὔτε θὰ δοῦν τὴν Βασιλεία μου.
Καὶ προστάζοντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους, νὰ πάρουν αὐτοὺς μακριὰ τῆς πόλεως τῶν Ἁγίων, σὲ ἕνα τόπο ἀμέτοχον κάθε θλίψεως καὶ κολάσεως.
Ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐπέστρεψε μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους στὴν Ἁγία Πόλη ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε βγεῖ.
Τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τῶν Χριστιανῶν
Καὶ ἀπεχώρισαν ἄλλη συναγωγὴ οἱ Ἄγγελοι μπροστὰ στὸν Κριτή, τὰ πρόσωπα τῶν ὁποίων ἦσαν σκοτεινὰ καὶ τυφλά, καὶ λέγουν στὸν Κριτή. Κύριε ἐμεῖς εἴμαστε τέκνα Χριστιανῶν, καὶ ἡ τομὴ τοῦ θανάτου δὲν μᾶς ἄφησε νὰ ζήσουμε νὰ βαπτισθοῦμεν καὶ νὰ σὲ εὐαρεστήσουμεν· ὁ Κριτὴς διέταξε τοὺς Ἀγγέλους νὰ τοὺς πάρουν μακριὰ τῆς πόλεως τῶν Ἁγίων, νὰ ἀπολαμβάνουν μικρὴ ἀπόλαυση· δὲν ἦσαν οὔτε νήπια, οὔτε γέροντες, οὔτε γυναῖκες ἀλλὰ ὅλοι ἄνδρες νεαροὶ μιᾶς ἡλικίας.
Ὁ Ἄρειος, Μακεδόνιος καὶ ὅλοι οἱ αἱρετικοὶ
Καὶ καλώντας ὁ Κριτὴς τοὺς Ἀγγέλους, ἔφεραν ἄλλη μικρὴ συναγωγὴ τῶν Αἱρετικῶν καὶ κρέμουνταν στὶς γλῶσσες τοὺς ἔχιδνες (φίδια),
καὶ γυρνώντας ὁ Κύριος εἶπε:
«Πῶς ἐτολμήσατε, νὰ σχίσετε τὸν χιτῶνα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησίας μου καὶ νὰ ἀπωλέσετε ἄπειρο πλῆθος ψυχῶν ἀνθρώπων;
Τότε ἀρπάζοντας τοὺς οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔρριψαν στὴν πύρινη ἐκείνη θάλασσα.
Ὁ Διοκλητιανός, Νέρων καὶ ὅλοι οἱ τύραννοι Βασιλιᾶδες
Καὶ μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτῆ ἔβγαλαν ἄλλη συναγωγή, ἀπὸ τὰ στόματα τῶν ὁποίων ἔτρεχεν αἷμα βρώμερο καὶ αὐτοὶ ἦσαν ὅλοι οἱ τύραννοι Βασιλιᾶδες, ποὺ βασάνιζαν τοὺς χριστιανούς, καὶ σπρώχνοντάς τους οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔρριψαν στὸν τάρταρον τοῦ Ἅδη.
Οἱ Ἰουδαῖοι
Καὶ πάλιν καλώντας ὁ Κριτὴς ἔβγαλαν οἱ Ἄγγελοι ἄλλη συναγωγή, ἄπειρον πλῆθος τῶν ἑβραίων καὶ ἔστησαν μπροστὰ τοῦ Κριτοῦ, καὶ ὀδυρώμενοι ἔκλαιγαν καὶ φώναξαν:
«Ἀλοίμονο σ᾿ ἐμᾶς, ὅτι πέσαμεν στὰ χέρια τοῦ Ναζωραίου ποὺ εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ τοῦ Ἰσαὰκ τοῦ Ἰακὼβ ποὺ ἐλατρεύαμεν. Ποῦ εἶναι ὁ Μωυσῆς ποὺ μᾶς εἶπεν νὰ μὴν λατρεύουμεν ἄλλο Θεόν; Νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς λυτρώσει;»
Καὶ εὐθὺς στάθηκε μπροστά τους ὁ Μωυσῆς λέγοντας:
«Δὲν εἶμαι ἐγὼ ποὺ σᾶς ἔγραψα στὸ νόμο· ὅτι θὰ ἀναστήσῃ ὁ Κύριος ὁ Θεός μας προφήτην ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μας σὰν ἐμένα, καὶ ὅποιος δὲν ἀκούσῃ αὐτοῦ τοῦ προφήτη θὰ ἐξωλοθρευθῇ. Τώρα ἀλοίμονο σ᾿ ἐσᾶς διότι δὲν πιστεύσατε σὲ Αὐτόν.»
Καὶ λέγοντας αὐτὰ ὁ Μωυσῆς τοὺς ἄφησε καὶ εἰσῆλθε στὴν Ἁγία Πόλη· οἱ Ἰουδαῖοι ὀδυρόμενοι μὲ στεναγμοὺς σπάραζαν κλαίγοντας, καὶ εὐθὺς ἀστραπὴ φαβερὴ ἄστραψε καὶ οἱ Ἄγγελοι τοὺς ἔβαζαν πολλοὺς μαζὶ στὸν ποταμὸ ἐκεῖνον τῆς φωτιᾶς, καὶ ἔλειψαν ὅλοι οἱ ἀπὸ ἀριστερὰ ἁμαρτωλοί, βαλμένοι σὲ ὅλες τὶς κολάσεις, ὁ τόπος τῆς κολάσεως ἦταν μία μέγιστη κοιλάδα μεταξὺ δυὸ ὁροσειρῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέρχετο κλάμα καὶ ἀναστεναγμοί, καὶ ἀνέβαιναν μέχρι τὸ ὕψος τῆς Πόλεως τῶν Ἁγίων· γιὰ νὰ μὴν ἀκούουν οἱ δίκαιοι καὶ ἔτσι νὰ λυποῦνται καὶ νὰ στενάζουν, μὲ προσταγὴ τοῦ φοβεροῦ Κριτῆ, ὅταν ἅπλωσε τὸ χέρι Του τὸ Δεξί, ἔπεσαν καὶ τὰ δυὸ ὄρη καὶ κατακάλυψαν τὴν κοιλάδα ἐκείνη τοῦ κλάματος, καὶ δὲν ἀκουώταν πλέον ὁ θρῆνος τῶν ἁμαρτωλῶν.
Καὶ ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα αὐτὰ συνάχθησαν ὅλα τὰ οὐράνια τάγματα ἀναπέμποντας δοξαλογίες μεγάλυναν τὴν Τρισυπόστατον Θεότητα, Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα τὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.
Καὶ εἰσρχόμενος ὁ Δίκαιος Κριτὴς καθησμένος στὸν θρόνο τῆς δόξας στὸν ἀέρα συνοδευόμενος ἀπὸ ὅλα τὰ οὐράνια τάγματα εἰσῆλθεν στὴν Πόλιν τῶν Ἁγίων, καὶ παρέστησε μπροστὰ Του τὴν Πανυπέραγνον Αὐτοῦ Μητέρα, ἀπὸ τὴν ὁποία σαρκώθηκε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, καὶ ὅλους τοὺς Δίκαιους καὶ Ἅγιους ὅλων τῶν αἰώνων οἱ ὁποῖοι Τὸν εἶχαν εὐαρεστήσει, τοὺς στεφάνωσε μὲ στεφάνια ἀμάραντα δόξης, καὶ ἐφώναξεν σ᾿ αὐτούς, τὴν μακαρία ἐκείνη φωνή:
«Ἐλᾶτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ παραδείσου τὰ ὁποῖα ἑτοίμασα πρὶν νὰ χτιστῇ ὁ κόσμος».
Καὶ εὐθὺς εἰσῆλθαν ὅλοι οἱ δίκαιοι στὸν Παράδεισον, ὁ ὁποῖος ἦταν στὴ μέση της Ἁγίας ἐκείνης Πόλης, ὅπου δὲν ὑπάρχει νύκτα, οὔτε λύπη, οὔτε στεναγμὸς πόνου, ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ αἰώνια χαρὰ καὶ εὐφροσύνη.
Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔζησαν εὐσεβῶς, χριστιανοί, καὶ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου περιέπεσαν σὲ ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετενόησαν ὅπως καὶ τὰ ἀβάπτιστα παιδιὰ τῶν χριστιανῶν, βρίσκονται στὴ γῆ τῶν πράων, καὶ στεροῦνται τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, καὶ τοῦ αἰωνίου φωτὸς καὶ τῆς συναυλίας τῶν Ἀγγέλων καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων καὶ Δικαίων.
Οἱ δὲ ἁμαρτωλοὶ αὐτοὶ ποὺ κληρωνόμησαν τὶς αἰώνιες κολάσεις, καθὼς μοῦ εἶπεν ὁ συνοδός μου Ἄγγελος, στερούμενοι κάθε ἀγαθοῦ, κληρωνόμησαν τὴν αἰώνια φωτιά, σκοτάδι ἀσταμάτητο, σκουλήκι ἀκοίμητο, στέρηση ἀπαρίθμητη, θλίψεις καὶ πόνους ἀσταμάτητους, στοὺς ἀπέραντους καὶ ἀτελείωτους αἰῶνες.
Μετὰ ποὺ εἶδα ὅλα αὐτὰ γύρισε σ᾿ ἐμένα ὁ Κύριος με ἱλαρὸ καὶ γαλήνιο πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ᾖλθα μαζὶ μὲ τὸν συνοδό μου Ἄγγελο, προσκυνήσαμεν μὲ φόβο καὶ τρόμο τὰ ἄχραντα πόδια Του καὶ ἀφοῦ σηκωθήκαμε, μοῦ λέγει μὲ ἱλαρὸ πρόσωπο:
«Νά, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ θεραπευτῆ μου Ἁγίου Βασιλείου εἶδεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον στὸ μέλλον θὰ γίνει ἡ φοβερή μου Κρίση, καὶ πληροφορήθηκες περὶ τῶν ἀχάριστων Ἰουδαίων ὅπως ζητοῦσες νὰ μάθῃς περὶ τῆς σωτηρίας τους.
Τότε μὲ προσταγὴ τοῦ Κριτοῦ μὲ παρέλαβεν ὁ θεῖος ἐκεῖνος Ἄγγελος καὶ μὲ ἔφερε στὸν τόπο ἀπὸ ὅπου μὲ εἶχεν παραλάβει. Καὶ μὲ σηκωμένη τὴ σκέψη γι᾿ αὐτὰ ποὺ εἶδα, μὲ φόβο καὶ τρόμο, διηγούμουν σὲ ὅλους αὐτὰ καὶ δόξασα τὸν Κύριον, στὸν ὁποῖον πρέπει ὅλη ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὸ ἀγαθὸ αὐτοῦ Πνεῦμα, Τὸν Θεὸ τῆς Τριάδος σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

ΠΗΓΗ: http://www.pentapostagma.gr/2012/12/blog-post_9293.html#ixzz2EhbzCvNd

Ο ΟΣΙΟΣ ΔΑΝΙΗΛ Ο ΣΤΥΛΙΤΗΣ


Γεννήθηκε τὸ 410 μ.Χ., στὸ χωριὸ Μαρουθὰ τῆς περιφερείας Σαμοσάτων.

Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς του ὀνομάζονταν Ἠλίας καὶ Μάρθα. Ὁ Δανιὴλ γεννήθηκε ἐνῶ ἡ μητέρα του ἦταν στείρα. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ γονεῖς του ὑποσχέθηκαν νὰ τὸν ἀφιερώσουν στὴν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἀνέθρεψαν μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια, καὶ οἱ κόποι τους δὲν πῆγαν χαμένοι. Ὁ Δανιὴλ ἀπέδωσε καρπούς.

Νεαρὸς ἀκόμα, πήγαινε στὶς γειτονικὲς πόλεις καὶ ἐξηγοῦσε τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔπειτα πῆγε σὲ κοινόβια Μονή, ὅπου ἐπιδόθηκε σὲ εὐσεβεῖς ἀσκήσεις, θεολογικὲς μελέτες καὶ καλλιέργεια τῆς ταπεινοφροσύνης.

Κάποτε, σ’ ἕνα ταξίδι μὲ τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς, συνάντησε τὸ Συμεὼν τὸν Στυλίτη καὶ πῆρε τὴν εὐλογία του. Ὅταν πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ Δανιὴλ ξαναπῆγε στὸν Συμεὼν καὶ ζήτησε τὴν συμβουλή του ποῦ νὰ πάει. Ὁ Συμεὼν τὸν συμβούλευσε νὰ πάει στὴν Κωνσταντινούπολη, πράγμα ποὺ ὁ Δανιὴλ ἔπραξε. Ἐκεῖ ἐγκαταστάθηκε στὸν περίβολο τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀρχιστρατήγου Μιχαὴλ στὴν Προποντίδα.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, εἶδε ὅραμα τὸν Συμεὼν νὰ τὸν καλεῖ. Ὁ Δανιήλ, ἐρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ ὅραμα, ἔκτισε ὑψηλὸ στύλο καὶ ἐγκαταστάθηκε πάνω σ’ αὐτόν. Σκοπὸς τῆς ἐγκατάστασής του πάνω στὸν στύλο, ἦταν ὁ ἀγῶνας γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῶν παθῶν καὶ ἡ ἀπόκτηση περισσότερων ἀρετῶν.
Ἔλαβε τὸ προορατικὸ χάρισμα, ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ἦταν σημαντικὴ ἡ συμμετοχή του στὴν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνας. Πέθανε 80 χρονῶν, πλήρης «καρπῶν δικαιοσύνης τῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ». Δηλαδὴ γεμάτος ἀπὸ καρπούς, ποὺ παράγει ἡ ἀρετὴ καὶ ποὺ κατορθώνονται διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

synaxarion
πηγή: http://atheatignosi.blogspot.gr/2012/12/11_11.html

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΗΝΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΚΕΛΑΔΟΥ, ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΕΥΓΡΑΦΟΥ


Γιορτάζουμε σήμερα 10 Δεκεμβρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Μηνά του Καλλικέλαδου, Ερμογένους και Ευγράφου, ας πούμε λίγα λόγια:

Ο Μηνάς ήταν Αθηναίος και από την οικογένεια του ειδωλολάτρης. Όταν όμως εκπαιδεύτηκε και μορφώθηκε αρκετά, διαπίστωσε ότι η πολυθεΐα ήταν μάλλον ψέμα και πλάνη. Στη μελέτη των φιλοσόφων επίσης, δεν μπόρεσε να βρει κάτι το αληθινό. Τότε προχώρησε στη μελέτη χριστιανικών συγγραμμάτων. Έπειτα του Ευαγγελίου, όπου και βρήκε αυτό πού τον γέμιζε ψυχικά, δηλαδή το φως και την αλήθεια. Έτσι, ο Μήνας έγινε χριστιανός.

Αργότερα, ο βασιλιάς Μαξιμίνος (311 - 313 μ.Χ.) (κατ' άλλους ο Μαξιμιανός [286 - 305 μ.Χ]) , μη γνωρίζοντας ότι είναι χριστιανός, τον έκανε έπαρχο Αλεξανδρείας. Αλλά όταν ο βασιλιάς αυτός διέταξε διωγμούς στην πόλη αυτή, ο Μηνάς όχι μόνο δεν εξετέλεσε τη διαταγή, αλλά και συνετέλεσε να πληθυνθούν οι χριστιανικές τάξεις.

Τότε ο Μαξιμίνος έστειλε νέο έπαρχο, τον Αθηναίο λόγιο Ερμογένη. Αυτός, τηρώντας το γράμμα του νόμου, βασάνισε σκληρά το Μηνά και τον έκλεισε στη φυλακή, για να πεθάνει εκεί μέσα από τις πληγές του. Μετά από καιρό, όταν ο Ερμογένης έστειλε να διαπιστώσουν αν και πότε πέθανε ο Μηνάς, διαπίστωσαν ότι όχι μόνο δεν είχε πεθάνει, αλλά και οι πληγές του θεραπεύθηκαν. Τότε δημόσια τον ρώτησε πως έγινε αυτό.

Ο Μηνάς απάντησε ότι θεραπεύθηκε την ώρα πού πεσμένος στο έδαφος έψαλλε: «Εάν πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι σύ μετ᾿ εμού εί Κύριε» (Ψαλμός κβ' 4). Εάν δηλαδή αντικρίσω το θάνατο, δε θα φοβηθώ μήπως πάθω κακό, διότι συ είσαι μαζί μου, Κύριε. Η απάντηση είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει χριστιανός ο Ερμογένης και ο Εύγραφος που ήταν γραμματικός του Μηνά. Αργότερα, όλους μαζί τους αποκεφάλισαν.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Η καλλικέλαδος, θεόφρον γλώσσα σου, λαμπρώς κηρύξασα, Χριστού την σάρκωσιν, συναθλητάς σοι ευκλεείς, ειλκύσατο εν σταδίω, Μηνά παμμακάριστε, Ερμογένην τον ένδοξον, και τον θείον Εύγραφον, μεθ' ων χαίρων ηγώνισαι. Καί νυν την Παναγίαν Τριάδα, υπέρ ημών εκδυσωπείτε.

Το συναξάρι επιμελείται ο συνεργάτης του agioritikovima.gr Κυριάκος Διαμαντόπουλος

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή

ΠΗΓΗ

Η Θεολογία των μνημοσύνων


του Κωνσταντίνου Ν. Φιλιππακόπουλου Φοιτητή Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Γεν. Γραμματέα Ένωσης Επιστημόνων Αθηνών


Όλοι σχεδόν έχουμε πάει σε μνημόσυνο συγγενικού ή προσφιλούς μας προσώπου. Πόσοι όμως γνωρίζουν ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός του; Οι περισσότεροι τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καθαρά από λόγους παράδοσης. Τα μνημόσυνα είναι άρρηκτα δεμένα με τη Θεολογία της Ορθοδοξίας για τη ζωή μετά το θάνατο. Στην Ορθόδοξη Παράδοση έχουμε τέσσερα μνημόσυνα. Το τριήμερο, το εννιαήμερο, το σαρανταήμερο και το ετήσιο μνημόσυνο. Όλα δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν στο ταξίδι της ψυχής από τη γη στον ουρανό.


Ποιό είναι όμως αυτό το ταξίδι; Αρχίζει λίγο πριν πεθάνει ο άνθρωπος όταν βλέπει άτομα που γνωρίζει, αλλά έχουν φύγει από τον κόσμο αυτό, γύρω του. Αυτό γίνεται κατά Θεία Οικονομία για να καταλάβει ο ψυχοραγών ότι έφτασε η ώρα που θα συναντήσει τον Δημιουργό του Κόσμου. Όταν τελικά ο άνθρωπος πεθαίνει χωρίζεται η ψυχή από το σώμα. « Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη εκ του σώματος » λέει ένα ιδιόμελο της Νεκρώσιμης Ακολουθίας για να δείξει ότι ο πραγματικός αγώνας τώρα αρχίζει για την ψυχή. Εκείνη τη στιγμή τη ψυχή παραλαμβάνει ο Φύλακας Αγγελός της. Όταν χωρίζεται από το σώμα και καταλάβει ότι φεύγει από τα άτομα που αγαπά πλημμυρίζει από θλίψη.


Τις δυο πρώτες ημέρες η ψυχή μαζί με τους αγγέλους γυρίζει στους τόπους όπου έζησε και ειδικά εκεί όπου έπραξε καλά έργα. Εκείνη θα μας βλέπει, θα μας μιλάει αλλά εμείς ούτε θα μπορούμε να τη δούμε, ούτε να της μιλήσουμε. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει στη Νεκρώσιμη Ακολουθία έξοχα την κατάσταση της ψυχής εκείνη την ώρα « Πρός τους ανθρώπους τα χέρια απλώνει, και κανείς δεν τη βοηθά. ».


Την τρίτη ημέρα από το θάνατο η ψυχή αρχίζει τη πορεία προς τον ουρανό για να κριθεί από το Θεό. Την ημέρα αυτή οι συγγενείς τελούν το τριήμερο μνημόσυνο για δύο λόγους. Πρώτος λόγος είναι, επειδή όπως αναφέραμε νοιώθει η ψυχή λύπη που αφήνει τα εγκόσμια, αυτή τη μέρα οι άγγελοι την ανακουφίζουν από αυτήν. Δεύτερος λόγος και σημαντικότερος είναι ότι η ψυχή στην πορεία της προς τις ουράνιες μονές θα συναντήσει τα φοβερά τελώνια. Τα τελώνια είναι « εξειδικευμένοι » δαίμονες θα τους ονομάζαμε που έχουν ως στόχο τους να εμποδίσουν την ψυχή να φτάσει στον ουρανό. Οι τρόποι με τους οποίους θα σταθούν εμπόδιο στην ψυχή είναι να την κατηγορούν για τις αμαρτίες που έπραξε, παρόλο που αυτά την είχαν παρασύρει. Οι άγγελοι όμως θα τους απαντούν με τις καλές πράξεις αυτού του ανθρώπου και έτσι θα περνούν ένα ένα τα τελώνια και θα ανεβαίνουν προς τον ουρανό. Αν όμως, λόγω της έλλειψης καλών πράξεων της ψυχής, οι άγγελοι δεν μπορούν να τους απαντήσουν τότε εκείνα θα πέρνουν την ψυχή στην Κόλαση. Δύσκολη και φοβερή η τρίτη ημέρα για την ψυχή και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να προσευχόμαστε να τη βοηθήσει ο Θεός στην πορεία αυτή. Το πόσο τρομερή είναι αυτή η άνοδος και η συνάντηση με τα τελώνια φαίνεται από το γεγονός ότι η ίδια η Παναγία όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, προσευχήθηκε στο Υιό και Θεό Της να Την βοηθήσει να αντιμετωπίσει τους δαίμονες. Απαντώντας στη προσευχή Της ήρθε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρέλαβε την ψυχή Της και την οδήγησε στον ουρανό.


Περνώντας επιτυχώς από τα τελώνια η ψυχή συνοδευόμενη πάντα από τους αγγέλους φτάνει στον ουρανό που μέχρι την ένατη ημέρα θα περιηγηθεί στον Παράδεισο. Μετά από αυτή και μέχρι την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατο θα περιηγηθεί στην Κόλαση μη ξέροντας ακόμη που θα κριθεί να μείνει. Οι συγγενείς τελούν το εννιαήμερο μνημόσυνο για να ζητήσουν από το Θεό να βοηθήσει την ψυχή τώρα που ξεκινάει την περιήγηση της στη Κόλαση.


Την τεσσαρακοστή ημέρα η ψυχή θα κριθεί από το Θεό που θα παραμείνει. Το σαρανταήμερο μνημόσυνο έχει σκοπό να παρακαλέσουν οι συγγενείς και οι φίλοι του αποθανόντος το Θεό να κρίνει την ψυχή να μείνει στον Παράδεισο. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε τι μας διδάσκει η Θεολογία για το τι ακριβώς συμβαίνει στη ψυχή μέχρι την Τελική Κρίση. Την τεσσαρακοστή ημέρα γίνεται η Μερική Κρίση της ψυχής. Ονομάζεται Μερική διότι η Τελική θα έρθει με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Μετά από τη Μερική Κρίση η ψυχή προγεύεται, θα λέγαμε, είτε τον Παράδεισο είτε την Κόλαση ανάλογα που θα κριθεί. Μέσα στον Παράδεισο βρίσκεται μόνο ο Χριστός και ο Ληστής που σταυρώθηκε εκ δεξιών του Κυρίου.


Εμείς που μένουμε πίσω τί μπορούμε να κάνουμε για εκείνους που έφυγαν; Όπως είδαμε τα μνημόσυνα που έχει θεσπίσει η Εκκλησία μας έχουν ως σκοπό να βοηθήσουν τη ψυχή στο ταξίδι της. Άρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσευχόμαστε για εκείνη να της χαρίζει το έλεός Του ο Θεός. Στο τελευταίο τροπάριο που ακούμε στη Νεκρώσιμη Ακολουθία τονίζει τι πρέπει να κάνουμε ακριβώς : « Αλλ’ αιτώ πάντας και δυσωπώ, αδιαλείπτως υπέρ εμού προσεύξασθαι Χριστώ τώ Θεώ, ίνα μή καταταγώ δια τάς αμαρτίας μου, είς τόν τόπον της βασάνου, αλλ’ ίνα με κατατάξη όπου το φώς της ζωής. »

Άρθρο Αναγνώστη: Κωνσταντίνος Ν. Φιλιππακόπουλος

Τα άρθρα αναγνωστών δεν εκπροσωπούν κατ' ανάγκη και το enoriaka.gr
πηγή: http://www.enoriaka.gr/index.php?option=content&task=view&id=600&Itemid=58





Τα μνημόσυνα και η ωφέλειά τους





ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
ΚΑΙ
Η ΩΦΕΛΕΙΑ ΤΟΥΣ

Μία αρχαία και σταθερή παράδοσις της Εκκλησίας μας είναι η δέησης για τους νεκρούς. Η διήγησης τού Ιερού Ευαγγελίου για την Θεία και φρικτή Μεταμόρφωση του Κυρίου παρουσιάζοντας μας τον Μωυσή και τον Ηλία, καθώς και η παραβολή του Λαζάρου και του πλουσίου, μας δείχνουν καθαρά ότι οι νεκροί διαθέτουν τέλεια συνείδηση.

Η ζωή περνώντας από τον θάνατο συνεχίζεται. Αυτοί πού φεύγουν διατηρούν την πνευματική τους επικοινωνία με τα μέλη της Εκκλησίας πού βρίσκονται στη διά μέσου της κοινής αγάπης στο Χριστό. Αυτή η αγάπη συνδέει σε ένα σύνολο τούς πιστούς. Τούς συνδέει διότι η Εκκλησία είναι μία και έχει κεφαλή της το Χριστό. Σώμα της Εκκλησίας είμαστε εμείς πού πιστεύουμε και ξεχωριστά κάθε ένα μέλος του σώματος αυτού.

Ο Θάνατος μόνον αισθητά αλλάζει τις σχέσεις μεταξύ εκείνων πού πέθαναν και ζουν. «Είτε ζούμε, είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο». Η Εκκλησία διαιρείται σε Θριαμβεύουσα και Στρατευομένη (Ρωμ. 14,7-8)

Στην Θριαμβεύουσα ανήκουν εκείνοι που τελείωσαν νικηφόρα τον αγώνα τους στην επίγεια ζωή και αναμένουν τον στέφανο της δικαιοσύνης «εν εκείνη τη ημέρα».

Στην Στρατευομένη ανήκουν εκείνοι που ακόμη αγωνίζονται εναντίον της αμαρτίας για να φθάσουν στην τελείωση. Τα μέλη της Θριαμβεύουσας και της Στρατευομένης Εκκλησίας έχουν μία άρρηκτη σχέση μεταξύ τους.

Όσοι βρίσκονται στον ουρανό δεν αδιαφορούν για εκείνους που βρίσκονται ακόμη στην παρούσα ζωή. «Ο επίγειος Θάνατος, ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα, δεν καταστρέφει την σχέση του πιστού με την Εκκλησία. Δεν τον ξεχωρίζει από τα άλλα εν Χριστώ. συμμέλη του».

Άλλωστε η αγάπη είναι αιωνία όπως και οι ψυχές. Από τις πολλές μαρτυρίες πού υπάρχουν στην Αγία Γραφή, αλλά και προ πάντως στην Εκκλησιαστική μας Ιστορία και Παράδοση, πληροφορούμαστε ότι υπάρχει αμοιβαία πνευματική επικοινωνία και συμπαράστασης με την αγάπη και την προσευχή υπέρ αλλήλων μεταξύ των μελών της ουράνιας και επίγειας Εκκλησίας, διότι όλοι μαζί αποτελούμε «μία κοινωνία αγίων». Όσοι εξέδυσαν και όσοι ζούμε στον Κόσμο αυτό βρισκόμαστε σε μυστική και υπερφυσική κοινωνία ζωής, προσευχής και αδελφικής αγάπης μεταξύ μας. Με τον δεσμό αυτό οι μεν βοηθούν τούς δε. Έτσι όρισε ή αγάπη τού Θεού, θέλοντας ο ένας να σωθεί με την βοήθεια τού άλλου.

Πάνω στη σχέση αυτή βασίζονται τα μνημόσυνα της Εκκλησιάς μας, η οποία ανέκαθεν τα επιτελούσε και προσευχόταν για τους κεκοιμημένους. Αν δεν ωφελούσαν, δεν θα τα επιτελούσε και δεν θα εδέετο για τούς κεκοιμημένους.


Μαρτυρίες περί των ιερών Μνημοσύνων

Από την Αγία Γραφή


1. Από την Παλαιά Διαθήκη

Την πρώτη αναφορά την έχουμε στο βιβλίο τού Νεεμία, όπου οι Ισραηλίτες παρακάλεσαν τον Θεό να συγχώρεση τις αμαρτίες των προκεκοιμημένων Πατέρων τους. «Την εικοστή τέταρτη μέρα τού ιδίου μήνα, άρχισαν οι Ισραηλίτες νηστεία. Φορούσαν πένθιμα ρούχα και έριχναν χώμα στο κεφάλι Τους. Αυτοί είχαν χωρισθεί από όλους τούς μη Ιουδαίους πού υπήρχαν στην περιοχή τους και είχαν συγκεντρωθεί γιά νά εξομολογηθούν τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Επί τρεις ωρες στέκονταν όρθιοι και ακούγαν την ανάγνωση από το βιβλίο τού νόμου τού Κυρίου τού Θεού τους για να τού ζητήσουν συγχώρεση» (Νεεμίας 9,1-5)

Στο βιβλίο Β' Μακκαβαίων 12,36-45 αναφέρεται το εξής περιστατικό: Σε μια μάχη του Ιούδα με το Γοργία φάνηκε νικητής ο Ιούδας, πλην όμως είχε και νεκρούς. Μετά την μάχη «την επόμενη μέρα ήρθαν επειγόντως οι άνδρες του Ιούδα να μεταφέρουν τα πτώματα των σκοτωμένων και να τα θάψουν μαζί μέ τούς συγγενεις τους στους ταφους των προγονών τους. Κάτω όμως από τα ρούχα τού κάθε νεκρού βρέθηκαν μικρά ειδώλια των Θεών τής Ίάμνειας, πράγμα που απαγορεύεται αυστηρά από τον Ιουδαϊκό νόμο. Έτσι έγινε σε όλους φανερό ότι αυτοί σκοτώθηκαν εξ αιτίας αυτών των αντικειμένων... Ο γενναίος Ιούδας κάλεσε τον λαό να μην αμαρτήσουν πλέον... κατόπιν συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άνδρα και έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτήσει μία θυσία για την εξιλέωση τής αμαρτίας αυτής. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε ότι υπάρχει ανάστασης νεκρών. Διότι αν δέν πίστευε ότι πρόκειται να αναστηθούν και αυτοί, θα ήταν περιττό και ανόητο να προσεύχεται γι' αυτούς. Έτσι έκαναν την θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι να απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει».


2. Από την Καινή Διαθήκη

Στην Καινή Διαθήκη αναφέρει ο Απόστολος Παύλος για τον Ονήσιμο πού είναι •ήδη νεκρός, στην Β' προς Τιμόθεον επιστολή: «Είθε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να δώση να βρή έλεος από τον Κύριο και Πατέρα την ημέρα εκείνη τις Δευτέρας Παρουσίας» (Β' Τιμ. 1,18).

Υπάρχουν λοιπόν σαφή χωρία τής Αγίας Γραφής που αναφέρονται στην προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων.

Γι' αυτό και τα μνημόσυνα συναντώνται από τούς πρώτους αιώνες στη ζωή τής Εκκλησίας μας. Και τούτο, διότι, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, ζωντανοί και νεκροί είμαστε «σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους» (Α' Κορ. 12,27). Αυτά από το χώρο της αγ. Γραφής.


Μαρτυρίες από την Ιερά Παράδοση


Ι. Ο Πατέρες της Εκκλησίας


Πλούσιες όμως είναι οι πληροφορίες πού έχουμε από την Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας.
1. 0ι Αποστολικές Διαταγές, ένα από τα αρχαιότερα βιβλία τής Εκκλησίας μας, διδάσκουν ότι πρέπει να τελούνται για τούς νεκρούς τρίτα, ένατα, τεσσαρακοστά και ενιαύσια μνημόσυνα.

2. Ο Τερτυλλιανός, το 200 μ.Χ., ένας από τούς αρχαιότερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, μνημονεύει συνέχεια των Λειτουργιών πού εγένοντο υπέρ των κεκοιμημένων και ιδιαιτέρως στο βιβλίο του "Περί στεφάνου".

3. Ο ιερομάρτυς Κυπριανός, το 250 μ.Χ., σε μία του επιστολή μας πληροφορεί ότι οι χριστιανοί θεωρούσαν βασικό τους καθήκον να προσφέρουν για τους κεκοιμημένους θυσίες και προσευχές.

4. Ο Ιστορικός Ευσέβιος περιγράφοντας την μεγαλοπρεπή κηδεία τού Μ. Κωνσταντίνου στο ναό των αγ. Αποστόλων, αναφέρει ότι το σκήνος τής μακαρίας ψυχής ήτο «συναγελαζόμενον τω τού Θεού λαώ, θεσμών τε θείων και μυστικής λειτουργίας αξιούμενον».

5. Ο αγ. Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων (330-337), τελούσε καθημερινά Θεία Λειτουργία για τον Ουλεντιανό, τον Θεοδόσιο και τον Σατύρο.

6. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430) αφού εκθέτει την κηδεία τής μητέρας του, αναφέρει ότι ενώ το σώμα της ευρίσκετο ακόμη στον τάφο προσφερόταν «κατά το ειωθός ή θυσία τής ημετέρας απολυτρώσεως». Διότι, καθώς σημειώνει ο ίδιος παρακάτω, η ίδια η μητέρα του δεν θεωρούσε τίποτε άλλο τόσο σπουδαίο πράγμα, όσο το να αναφέρεται το όνομα της την ώρα τής Θείας Λειτουργίας. Επίσης έγραψε ολόκληρο βιβλίο υπέρ των κεκοιμημένων με τον τίτλο «De curra pro mortuis».

7. Ο αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων στις Κατηχήσεις του αναφέρει ότι μετά τον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων «μνημονεύομεν και των κεκοιμημένων, πρώτον Πατριαρχών, Αποστόλων, Προφητών, Μαρτύρων, όπως ο Θεός ευχαίς αυτών και πρεσβείαις προσδέξηται ημών την δέησιν».

8. Ο άγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός έχει κάνει ολόκληρη πραγματεία με τίτλο « Υπέρ των εν πιστει κεκοιμημένων».

9. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει σχετικά: «Δεν νομοθετηθήκαν αυτά τυχαία από τούς θείους Αποστόλους, το να θυμούμαστε δηλαδή αυτούς πού έφυγαν από τη ζωή αυτή κατά την διάρκεια των φρικτών μυστηρίων, γνωρίζουν ότι από αυτό προκύπτει πολύ κέρδος, μεγάλη ωφέλεια» (ΕΠΕ 21,440).

10. Ο άγιος Νεομάρτυς Ιάκωβος, το 1520, όταν τον οδηγούσαν στο μαρτύριο, παρήγγειλε στους μαθητές του, να τού κάνουν τα μνημόσυνα κατά την τάξη της Εκκλησίας.

11. Και για να αναφερθούμε στον άγιο του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, έχει γράψει ολόκληρη πραγματεία με θέμα: «Περί αθανασίας τής ψυχής και περί Ιερών μνημοσύνων», όπου με πλήθος πατερικών χωρίων και περιστατικών από τούς βίους των αγίων τής Εκκλησίας μας, αποδεικνύει την ωφέλεια πού προέρχεται από τα μνημόσυνα.


2. Μαρτυρίες από τις Θείες Λειτουργίες


Σε όλες τις θείες Λειτουργίες αναφέρονται ευχές για τους κεκοιμημενους.

Στην αγία Λειτουργία τού Αποστόλου Μάρκου αναφέρεται για τούς κεκοιμημένους η εξής ευχή: «Και τούτων (για τούς όποιους πρόσφερε ό ιερεύς την Θεία Λειτουργία κι προσευχήθηκε) και πάντων τας ψυχάς ανάπαυσον, Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, εν ταις των αγίων σου σκηναίς... Αυτάς μεν ουν τας ψυχάς ανάπαυσον, Κύριε, και βασιλείας ουρανών αξίωσον».

Στην Θεία Λειτουργία τού αγίου Ιακώβου τού Άδελφοθέου μετά την ανάμνηση των Αποστολών, Προφητών, κ.λ.π. αναφέρονται τα εξής: «Μνήσθητι Κύριε, ο Θεός τών πνευμάτων και πάσης σαρκός, ων εμνήσθημεν και ων ουκ εμνήσθημεν ορθοδόξων, εκεί αυτούς ανάπαυσον... Δος γενέσθαι την προσφοράν ημων ευπρόσδεκτον, ηγιασμένην έν Πνεύματι άγίω, εις έξιλασμόν των ημετέρων πλημμελημάτων και' των του λαού άγνοημάτων και εις ανάπαυσιν των προκεκοιμημένων ψυχών».

Στην Θεία Λειτουργία τού αγίου Κλήμεντος, μαθητού του αποστόλου Πέτρου αναφέρεται: «Ετι δεόμεθά σου Κύριε, και υπέρ της αγίας σου Εκκλησίας της από περάτων έως Περάτων... και πάντων, Ων αυτός επίστασαι τα ονόματα» (ο Διάκονος προτρέπει τον λαό να δεηθή μαζί με τους ιερείς «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων»).

Επίσης στις Θείες Λειτουργίες τού άγ. Βασιλείου και τού αγίου Ιωάννου τού Χρυσοστόμου γίνεται λόγος για τούς κεκοιμημένους: «... μνήσθητι πάντων των κεκοιμημένων έπ' έλπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου, και άνάπαυσον αυτούς όπου επισκοπεί το φως τού προσώπου Σου».



3. Τα Δίπτυχα τις Εκκλησίας

ΟΙ προσευχές για τούς κεκοιμημένους είναι Αποστολική Παράδοσις και φαίνεται από τα Δίπτυχα της Εκκλησίας.

Τι είναι τα Δίπτυχα;

Είναι δύο σανίδια ενωμένα μεταξύ τους, όπως οι πλάκες πού είχε ο Μωυσής στις οποίες ήταν γραμμένος ο Δεκάλογος. Στα Δίπτυχα ήταν γραμμένα τα ονόματα των Ορθοδόξων. Σύμφωνα με την απόφαση τής Ε' Οικουμενικής Συνόδου μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων και δη μετά το «Άξιων έστιν», ή το «Επί σοί χαίρει Κεχαριτωμένη...» ο Διάκονος μνημόνευε τα ονόματα τα οποία ήταν γραμμένα στα Δίπτυχα. Αυτή η τάξις και σήμερα τηρείται στο Άγιο Όρος.

Τα Δίπτυχα ήσαν τριών ειδών: Δίπτυχα αγίων, Δίπτυχα των ζώντων και Δίπτυχα των κεκοιμημένων.

Τα δίπτυχα των αγίων υπάρχουν από την εποχή του Αγ. Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Τα Δίπτυχα των κεκοιμημένων είναι και αυτά αρχαιότατα και αναφέρονται στην Θ. Λειτουργία τού ευαγγελιστού Μάρκου.

Στα Δίπτυχα των ζώντων ήσαν γραμμένοι οι Αρχιερείς και οι αυτοκράτορες και όσοι ήταν στα αξιώματα και στις εξουσίες, και προ πάντων όσοι βοήθησαν στην Εκκλησία εκείνη, και γενικά όλος ο λαός. Αυτά τα δίπτυχα έφυλάσσοντο με μεγάλη ακρίβεια στο Ιερό από τούς ιερουργούντες. Ή ακρίβεια αυτή τής διαφυλάξεως των Διπτύχων οφείλετο στο ότι από εδώ φαίνεται ότι έπρεπε οι Άγιοι τής Εκκλησίας να δοξάζονται ως Άγιοι, να μακαρίζονται οι Ορθόδοξοι ως Ορθόδοξοι, να καταδικάζονται οι αιρετικοί ως αποστάται, και να μνημονεύωνται «οι έν πίστει τελειωθέντες, ών ο Κύριος γινώσκει τά ονόματα».

Τις ευχές υπέρ των κεκοιμημένων και τις δεήσεις και συνεπώς τα μνημόσυνα, τα υποστηρίζει ή αδιαφιλονίκητη Αποστολική παράδοσις, από την οποία παραλάβαμε να ευχόμαστε στην Προσκομιδή των Τιμίων Δώρων υπέρ των κεκοιμημενων και να τοποθετούμε τις μερίδες τους ενώπιον τού Αγίου Άρτου, κοντά στις μερίδες των ζώντων και κατόπιν μερίδες ζώντων και κεκοιμημένων να τοποθετούνται στο Άγιο Ποτήριο, όπου το Πανάγιο Σώμα και Αίμα τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού θα επισπάση τον αγιασμό και την απολύτρωση, ενώ ό ιερεύς λέγει«Απόπλυνον Κύριε τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου τω Αιματι σου τω αγίω• πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων. Αμήν».



4. Ο Ομολογίες τις Εκκλησίας

Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου

Στην Ομολογία Μητροφάνους Κριτοπούλου Πατριάρχου Αλεξανδρείας αναφέρονται τα εξής πού αφορούν κυρίως το θέμα μας:

«Επενόησε η Εκκλησία τού Χριστού να προσφέρει ευχές και ικεσίες για τους κεκοιμημενους, ώστε με τις προσευχές αυτές πού αναπέμπει στον Θεό ή να απαλλάξουν τελείως από τα δεινά που τους κατέχουν, η να βρουν κάποια άνεση και παρηγοριά στην φυλακή πού βρίσκονται οι ψυχές τους. «Εύχόμεθα, λέγει, ονομαστικά για εκείνους πού έκοιμήθησαν, την πρώτη ημέρα, την τρίτη, την ενάτη, την εικοστή, την τεσσαρακοστή, κατόπιν μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά να χρόνο• και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς κείνου που έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου τού χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τούς νεκρούς πού κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τούς ναούς. Και κάθε φορά πού προσφέρεται η θεία Λειτουργία, πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

Ομολογία Πέτρου Μογίλα

Αναφέρονται τα εξής στην Ομολογία αυτή: «Μεταμελείας και ευεργεσίας καιρός ουκ εστί μετά την ενθένδε αποβιώσαν• από τα οποία λόγια γίνεται φανερών, πώς υστέρα από τον θάνατον •ή ψυχή δεν μπορεί να ελευθερωθεί ή να μετανοήσει και να κάμει τίποτες έργων οπού να λυτρωθεί από των δεσμών τού Άδου• μόνον αι Θείε Λειτουγίαι, αι προσευχαί και έλεημοσύναι όπου γίνονται δι' αυτήν από τούς ζώντας, εκείνα την ώφελούσι πολλότατα και από τα δεσμά τού Άδου την ελευθερούσιν».

Ερμηνεύοντας το χωρίο Λουκά. 12,5• «Φοβήθητε τόν έξουσίαν έχοντα βαλείν εις την γεννάν» γράφει• «Ούκ είπε τον μετά το αποκτείναι βάλλοντα εις την γεενναν, αλλά εξουσιαν έχοντα βαλείν (δηλαδή, δεν είπε μετά τον θάνατο να την βάλη στη γέεννα, αλλά ότι μπορεί να την βάλη)• διότι δεν βιάζονται στη γέεννα οπωσδήποτε οι αμαρτωλοί πού πεθαίνουν, αλλά αυτό βρίσκεται στην εξουσία του Θεού• ώστε και ή συγχώρεσης βρίσκεται και αυτή στην εξουσία τού Θεού. Και αυτό το λέω για τις προσφορές και τις ελεημοσύνες πού γίνονται για τους κεκοιμημενους, οι οποίες ωφελούν πολύ και αυτούς ακόμη πού πέθαναν μέσα σε βαρεία αμαρτήματα. Διότι μετά τον Θάνατο δεν τις βάζει στην γέεννα τις ψυχές, αλλά έχει την εξουσία να τις βάλλει στη γέεννα. Ας μη σταματήσουμε λοιπόν εμείς να παρακαλούμε αυτόν που έχει την εξουσία να βάλη τις ψυχές στη γέεννα, αλλά δε χρησιμοποιεί αυτή την εξουσία, αλλά και μπορεί να συγχωρήσει».

Ομολογία Δοσθέον Πατριάρχου Iεροσολύμων

Το έτος 1672 έγινε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος όπου συζητήθηκε και το Θέμα των μνημοσυνών. ‘Από εδώ μπορούμε να αντιληφθούμε και το μέγεθος τού ζητήματος, ότι δηλαδή δεν είναι μία απλή παρένθεσης μέσα στα Θέματα τής πίστεως, όταν μία Τοπική Σύνοδος αναγκάζεται να λαβή θέση έπ' αυτού. Στην Ομολογία λοιπόν του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, στο 18ο όρο αναφέρονται τα εξής: «Πιστεύουμε ότι οι ψυχές των κεκοιμημένων ευρίσκονται ή σε άνεση ή σε οδύνη, ανάλογα με τα έργα τα οποία ‘έκανε καθένας....» ... « Ελευθερούσθαι δε δια της ακρας αγαθότατος διά τής δεήσεως των Ιερέων, αϊ ευποιών, α των απηχουμένων ένεκα οι έκαστου συγγενείς επιτελούσι, μεγάλα μάλιστα δυναμένης της αναίμακτου Θυσίας, ιδίως υπέρ των κεκοιμημένων συγγενών έκαστος και κοινώς υπέρ πάντων ‘ή Καθολική και Αποστολική οσημέραι ποιεί Εκκλησία». Εννοείται βεβαία ότι δεν γνωρίζουμε τον χρόνο τής απαλλαγής. Και συμπληρώνει: «‘Ότι γάρ γίνεται ελευθερία των τούτων από των δεινών και προ τής κοινής αναστάσεώς τε και κρίσεως έδαμεν και πιστεύομεν, πότε δε αγνοούμεν». Με απλά λόγια• «Το ότι αυτοί - ελευθερώνονται από τα δεσμά τους και πριν από την κοινή ανάσταση και κρίσι, το γνωρίζουμε και το Πιστεύουμε, πότε όμως το αγνοούμε.


5. Οι βίοι των αγίων

Από τούς βίους των αγίων πληροφορούμαστε την ωφελεία πού προκύπτει από τα μνημόσυνα.

Στον βίο τού άγ. Μακαρίου τού Αιγυπτίου αναφέρεται το εξής περιστατικό:Περπατώντας κάποια μέρα στην έρημο συνάντησε να κρανίο. Το σκούντησε με το ραβδί του και ρώτησε. Ποιος είσαι εσύ; Και απάντησε το κρανίο λέγοντας ότι εγώ ήμουν αρχιερέας των ειδώλων και των ειδωλολατρών πού έμεναν στον τόπο αυτό. Εσύ είσαι ο Μακάριος ο πνευματικός; Να γνωρίζεις ότι την ώρα πού θα σπλαχνισθείς αυτούς πού βρίσκονται στην κόλαση και προσευχηθείς γι' αυτούς, ελευθερώνονται λίγο και βρίσκουν κάποια ανακούφιση.

Αναφέρεται και στον βίο τής αγίας Θέκλας το εξής: Όταν την συνέλαβε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος για να μαρτυρήσει, πριν από το μαρτύριο την παρέδωσε στην πλούσια και ευμενέστατη Τρύφαινα για να την φυλάει μέχρις ότου έλθη ή ώρα τής θηριομαχίας. Ή θυγατέρα της Τρύφαινας είχε αποθανει πριν από λίγες μέρες.
Παρουσιάσθηκε στην μητέρα της και τής είπε: «Μήτερ μου, αγάπα αυτήν την ξένην Θέκλαν, και έχε την άντ' έμού θυγατέρα σου, διότι είναι δούλη τού Θεού, και δύναται να κάνη δέησιν και να με βάλη ο Κύριος στον τόπο των Δικαίων». Μόλις ξύπνησε η Τρύφαινα, είπε στην αγία: «Τέκνον μου, δεύτερον σε παρακαλώ, κάμε μου την καλωσύνην αυτήν, και δεήσου τού Χριστού σου, να αναπαύση την θυγατέρα μου εις ζωήν την αιώνιων, ότι μού εζήτησε δι' οράματος».
Τότε ή Αγία αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό και προσευχήθηκε είπε: «Κύριέ μου, Ιησού Χριστέ, Υιέ τού αληθούς και ζώντος Θεού, επάκουσόν μου, τής δούλης σου, και ανάπαυσον την Φαλκονίλλαν εις ζωήν τήν αιώνιον, κατά το θέλημά Σου το αγιον» (βλ. Συναξ. 24ης Σεπτεμβρίου).

Αναφέρεται για τον άγιο Γρηγόριο τον Διάλογο ότι με την προσευχή του έσωσε τον αυτοκράτορα Τραϊανό, πλην όμως άκουσε φωνή από τον Θεό πού έλεγε: «Τής ευχής σου ήκουσα και συγγνώμην Τραϊανώ δίδωμι». Εσύ όμως στο εξής να μην προσεύχεσαι για τους ασεβείς.

Η βασίλισσα Θεοδώρα πάλι με τις ευχές των Ιερέων ελευθέρωσε τον σύζυγό της αυτοκράτορα Θεόφιλο από τα δεσμά τής κολάσεως.

Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται στους βίους των οσίων και θεοφόρων Πατέρων πού με τις προσευχές και τις δεήσεις βοήθησαν πολλούς. Και ακόμη περισσότερα μπορούν να λεχθούν και να γραφούν από τους σημερινούς λειτουργούς τού Υψίστου, πού με τις Λειτουργίες μπορούν και βοηθούν ψυχές κεκοιμημένων χριστιανών.



Χρόνος τελέσεως των μνημοσύνων


Πότε όμως πρέπει να τελούνται;

Οι Αποστολικές Διαταγές μας αναφέρουν ότι πρέπει να τελούμε μνημόσυνα την 3η μέρα, την 9η, την 40ή, και στο χρόνο.

Ο αγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης αναφέρει ότι τελούνται την τρίτη ημέρα εις ανάμνηση της τριημέρου Αναστάσεως του Κυρίου. Την 9η ημέρα εις τύπων των αγγελικών δυνάμεων. Την 40ήν σύμφωνα με τον παλαιών τύπων, διότι και οι Ιουδαίοι όταν απέθανεν ό Μωυσής τον πένθησαν για σαράντα μέρες.

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης στα τριήμερα και στα εννιάμερα βλέπει άλλο συμβολισμό: «Τα τρίτα τελούνται υπέρ του κεκοιμημένου, διότι ο άνθρωπος δια της αγίας Τριάδος έλαβε το είναι και διότι μεταστάς θέλει αλλοιωθεί και θέλει φανεί εις το αρχαίων καλλώπισμα, εις το οποίον ητο προ της παραβάσεως ή και εις καλλίτερων ίσως. Τα ένατα διά να συνταχθεί το πνεύμα του ως αυλον, και τής ιδίας φύσεως μετά των αγγέλων... Τα δε τεσσαράκοντα δια την του Σωτήρος Άνάληψιν, ήτις έγινε μετά την Ανάστασιν μετά τον αριθμών αυτόν των ημερών, διά να αναληφθεί και αυτός τότε, όταν αναστηθεί... και διά να προϋπάντηση τον Κριτήν...»

Στην Ομολογία Μητροφάνους του Κριτοπούλου αναφέρεται, όπως είπαμε παραπάνω:

«Ευχόμεθα ονομαστικά για εκείνους που εκοιμήθησαν, την Πρώτη ημέρα, την Τρίτη, την ενάτη, την εικοστή, την τεσσαρακοστή, κατόπι μετά τρεις μήνες, μετά έξι μήνες, και τέλος μετά να χρόνο και όσες φορές θέλουν να το κάνουν αυτό οι συγγενείς εκείνου πού έφυγε, δεν εμποδίζονται. Κάθε Σάββατο όμως όλου του χρόνου αναφέρονται προσευχές από την Εκκλησία για όλους τούς νεκρούς πού κοιμήθηκαν με ευσέβεια. Και αυτό γίνεται σε όλους τους ναούς. Και κάθε φορά πού προσφέρεται ή Θεία Λειτουργία, Πάντοτε μνημονεύονται και αυτοί».

Εκτός από αυτά όμως η Εκκλησία μας έχει και δυο Ψυχοσάββατα στα οποία μνημονεύονται όλοι οι χριστιανοί από αρχής του κόσμου μέχρις εσχάτων.

Το πρώτο Ψυχοσάββατο το όρισαν οι Πατέρες την Κυριακή προ της Κρίσεως (Απόκρεω). Αυτή τη μέρα ή Εκκλησία τελεί μνημόσυνα για τα παιδιά της πού πέθαναν σε ξένη γη, είτε στη Θάλασσα, είτε στην έρημο γη αυτούς δεν έχουν γίνει κανονικά μνημόσυνα και έχουν στερηθεί την ωφελεία τους. 0ι Θείοι Πατέρες κινούμενοι από φιλανθρωπία όρισαν να τελούνται μνημόσυνα όπερα όλων «των κεκοιμημένων», για να συμπεριλαμβάνονται και εκείνοι πού δεν τούς έγιναν ειδικά μνημόσυνα.

Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση πού τις υποσχέθηκε.

Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη τού Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ τής Πεντηκοστής.

Στο μνημόσυνο αυτό ή ‘Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τούς ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα. Προσεύχεται γι' αυτούς και ζητά από το Χριστό πού αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός να τους αξίωση την ώρα τής Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ' Αυτόν πού Θα κρίνη όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι τής Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τούς Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη της Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.


Τα υλικά

Τα πιο αναγκαία για την τέλεση ενός μνημόσυνου είναι:

Η προσφορά άρτου (το πρόσφορον), ο οίνος, το Θυμίαμα, το έλαιον (λάδι) και το κερί, τα οποία πάντοτε προσέφεραν οι πιστοί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.

Και όλα αυτά διότι η υπόθεσης τού μνημόσυνου είναι στενά συνδεδεμένη με τη Θεία Λειτουργία. Η υπόθεσης του μνημόσυνου δεν είναι μόνον υπόθεσης ανθρώπων, αλλά κυρίως τού Χριστού. Από εκεί θα ζητήσουμε βοήθεια, και αυτή την βοήθεια μπορεί να την προσφέρει μόνον η Θεία Λειτουργία. Τα άλλα πρέπει να γίνονται, αλλά δεν είναι μνημόσυνα, είναι απλώς ένα Τρισάγιο, μία προσευχή υπέρ αναπαύσεως τής ψυχής τού προσφιλούς μας νεκρού.

Γι' αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία την προσφορά, τον οίνων και κατάλογο των ονομάτων για τα οποία προσφέρονται τα δώρα αυτά.

Στη μνημόνευση αυτή ιδιαίτερα επιμένει ο Συμεών Θεσσαλονίκης τονίζοντας την μεγάλη ωφελεία πού αποκομίζει ή ψυχή από την τέλεση τις Θείας Λειτουργίας.

«Την τρίτη ημέρα», σημειώνει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, από την κοίμηση τού ανθρώπου «γίνονται τα λεγόμενα τρίτα, προσφέρομε εις τον Θεών εκ σπερμάτων σίτου και εκ διαφόρων άλλων καρπών. Τι δε δηλουσών οι καρποί; δηλουσών ότι και ο άνθρωπος σπέρμα είναι και ως καρπός εκ της γης και ότι καταβαλλόμενος εις την ζην τώρα, ως σίτος παλιών με την δύναμιν τού Θεού θέλει έξαναστηθή, και αφού τρόπον τινά αναβλαστήσει εν τω μέλλοντι, τότε τέλειος και ζων θέλει προσεχθεί εις τον Χριστόν, επειδή, καθώς ο παρών καρπός θάπτεται μεν εις την ζην, βλαστάνει δε μετά ταύτα και τελεσφορεί, και αναδίδει πλούσιον τον καρπόν, με τον αυτόν τρόπον και ό άνθρωπος, διδόμενος τώρα εις την γήν ένεκα τού θανάτου, θέλει άναστηθή πάλιν. Λέγει τούτο και ο Παύλος δηλών με το παράδειγμα των σπερμάτων την Ανάσταση».

Αυτά αναφέρει σχετικά με τα κόλλυβα καιτο υλικό πού χρησιμοποιείται, αλλά και το συμβολισμό του ο Συμεών Θεσσαλονίκης.

Ή παράδοσις αυτή των κολύβων συναντάτε από τα μέσα του 4ου αιώνος. Μέχρι τότε προσέφερε, κατά τα ιερά μνημόσυνα, ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι. Εκείνοι πού εδέχοντο αυτή την προσφορά ηύχοντο το «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι' αυτό και ελέγοντο «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά άρτίδια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τούς συγγενείς τού κοιμηθέντος.


«Αντί μνημοσύνου»

Υπάρχουν μερικοί πού αντί μνημοσύνου κάνουν κάποια δωρεά εις μνήμην τού αποθανόντος, «αντί μνημοσύνου». Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη πού μπορεί να κάνη κάποιος. Τίποτε, καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία , οπού προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν τού κόσμου». Γι' αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία το πρόσφορο και το νάμα, πού μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.

Από αυτό το πρόσφορο θα βγει και ή μερίδα τού κεκοιμημένου, πού τοποθετείται πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των αγίων και των Δικαίων τής Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται και όλη ή Εκκλησία, ή Στρατευομένη και ή Θριαμβεύουσα.


«Είναι μεγάλη τιμή, τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, να αναφερθεί και το όνομα τού δικού μας εκεί πού βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη ή Εκκλησία. Διότι πρόσεχε. Αναγγέλλεται τότε το φρικτό Μυστήριο, ότι ο Θεός έδωσε τον Εαυτό του για τη σωτηρία τής οικουμένης...»


Επομένως η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη βοήθεια πού μπορεί να δοθεί σε έναν πού έχει αναχωρήσει από τη ζωή αυτή, είναι αυτή που προσφέρεται με την μνημόνευση τού ονόματος του στη Θεία Λειτουργία.
Αυτό πού δεν μπορούν να το κάνουν τα αγαθά που δίνονται στους φτωχούς, αυτό μπορεί να το κάνη η προσευχή ενός δικαίου. Πόσο περισσότερο ή Θεία Λειτουργία!


Ωφελούν τα μνημόσυνα;

Κοινή είναι η μαρτυρία των Πατέρων τής Εκκλησιάς αλλά και της ιδίας της Εκκλησίας από την πείρα των λειτουργών της ότι μεγάλη είναι ή ωφελεία πού προκύπτει από αυτά.

Ας δούμε όμως τι λένε οι μεγάλοι Πατέρες για την ωφέλεια πού προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Αναφέρει ο Ιερός Δαμασκηνός ότι ό Θεός θέλει πολύ να ευεργετούμεθα όλοι από όλους και ζώντες και μετά Θάνατον.

Τούς λόγους τού Κυρίου και την φιλάνθρωπη βουλή Του έχουν υπ'οψιν τους οι θειοι Πατέρες όταν ομιλούν για τα μνημόσυνα και την ωφέλεια που προέρχεται από αυτά. Και όπως δεν γνωρίζουμε και δεν μπορούμε να θέσουμε όρια στην αγάπη του Θεού, στην αγάπη αυτή του Θεού βασιζόμαστε και στην ωφέλεια πού προέρχεται από τα μνημόσυνα.

Μεγάλη σημασία δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στην προσφορά της αναίμακτης Θυσίας που γίνεται υπέρ των κεκοιμημένων.

Αναφέρει σχετικά: «Δεν γίνονται άσκοπα οι προσφορές για τούς απελθόντες, ούτε οι ελεημοσύνες. Όλα αυτά έχει προστάζει το Άγιο Πνεύμα, διότι θέλει να ωφελούμαστε ό ένας από τον άλλον. Ωφελείται εκείνος από εσένα και εσύ από εκείνον... Να μην αμφιβάλλεις ότι ό νεκρός θα κερδίσει κάποια ωφέλεια...».

Στη συνέχεια παρουσιάζει μεγάλη τιμή τη μνημόνευση τού ονόματος κατά την Θεία Λειτουργία.

«Διότι όπως όταν εορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων, τότε εγκωμιάζονται όσοι βοήθησαν στη νίκη, και όσοι βρίσκονται στις φυλακές απελευθερώνονται για την περίσταση αυτή. Όταν όμως περάσει ο καιρός αυτός, όποιος δεν πήρε χάρη, δεν την παίρνει πλέον. Έτσι και εδώ, κατά την προσφορά της Θυσίας αυτός είναι ο Καιρός για τα επινίκια».

«Δεν νομοθετήθηκαν από τούς αγίους Αποστόλους χωρίς λόγω οι ευχές για τούς απελθόντες κατά την διάρκεια τής προσφοράς του φρικτού μυστηρίου της Θείας Λειτουργίας. Γνώριζαν ότι προκύπτει μεγάλο κέρδος και πολύ ωφέλεια γι' αυτούς. Όταν ένας ολόκληρος λαός υψώνει τα χέρια του σε προσευχή και μαζί με όλο το Ιερατείο προσφέρουν τη φρικτή θυσία, πως να μην πετύχουμε με τις ικεσίες μας την θεϊκή ευσπλαχνία; Αλλά αυτό αφορά τούς απελθόντας πιστούς».

Ο Συμεών Θεσσαλονίκης ακολουθώντας την αποστολική παράδοση γράφει:

«Κανένα άλλον δεν είναι τόσον ωφελίμων εις τον κεκοιμημενον, μήτε τόσης ευφροσύνης αίτιον και φωτισμού και ενώσεως προς τον Θεόν, καθώς αυτό διότι αυτό το ίδιον Αίμα τού Κυρίου είναι εκείνο το οποίον χύνεται υπέρ ημών των αχρείων εις αυτήν την θυσίαν, και αυτό το ίδιον θείον Σώμα είναι εκείνο το οποίον θυσιάζεται επάνω εις το άγιον θυσιαστήριον».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης «επωφελές καί θεάρεστον» χαρακτηρίζει το να μνημονεύεται κάποιος την ώρα τής τελέσεως τής θείας Λειτουργίας.

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων χαρακτηρίζει «μεγίστην την όνησιν», πάρα πολλή μεγάλη την ωφέλεια πού Προέρχεται από την προσευχή αυτή.

Και ο άγιος Αθανάσιος αναφωνεί: «Και αν ακόμη στον αέρα πεθανη ο ευσεβής, μη διστάσης να προσφέρης γι' αυτόν λάδι και κερί. Διότι αυτή την Προσφορά την δέχεται ο Θεός και ανταποδίδει την ωφέλεια».

Και όπως όταν κάποιος πατέρας έχει άρρωστο παιδί και αυτό δεν μπορεί να προσφέρη για τον εαυτό του στο ναό λάδι και κερί και θυμίαμα, και αντί γι' αυτό τα προσφέρει ό πατέρας του, και την προσφορά αυτή την δέχεται ό Θεός το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση των νεκρών: Επειδή αυτοί δεν έχουν πλέον το σώμα για να μπορέσουν να βοηθήσουν τον εαυτό τους, τους βοηθούν με τις προσφορές που κάνουν για χάρη τους οι φίλοι και συγγενείς τους.

Γι' αυτό δεν πρέπει να παραλείπουμε τα ιερά μνημόσυνα. Ιδιαιτέρως όμως πρέπει να μνημονεύονται τα ονόματα κατά την χωράν της φρικωδέστατης θυσίας, διότι αυτή μας δόθηκε για τον σκοπό αυτό.


Πώς ωφελούν;

Πώς όμως ωφελούν; Το πράγμα είναι μυστήριο. Δεν μπορεί να το ερμηνεύσει ο ανθρώπινος νους. Το 1652, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συγκροτήθηκε στα Ιεροσόλυμα Τοπική Σύνοδος Πατριαρχών, όπου μελετήθηκε και το θέμα αυτό. Αυτό δείχνει ότι το θέμα των μνημοσύνων δεν είναι μία παροννυχίδα. Κατέχει κάποια θέση σημαντική μέσα στην Εκκλησία μας.

Το συμπέρασμα ήτο:

Το ότι ωφελούνται το πιστεύουμε και το γνωρίζουμε. Το πώς όμως και πότε, αυτό ανήκει στην κρίσι τού Δίκαιου Θεού.

Σημειώνει χαρακτηριστικά και ο πολύς Ανδρούτσος στη Δογματική του:

«Ως δεν δυνάμεθα να καθορίσωμεν πώς ο Θεός, ο διέπων τον κόσμων καθ ορισμένους νόμους, προσδιορίζεται υπό τίνος ευχής και επεμβαίνει τής πορείας των φυσικών και των ανθρωπίνων πραγμάτων, ούτως αδύνατον να κατανοήσομε πώς αι ευχαί ώφελούσι τούς κεκοιμημένους».

Ποιους ωφελούν και ποιους δεν ωφελούν

Ωφελούν

Όταν γίνονται εν πίστη και εύσεβεία.
Όταν οι νεκροί είναι δεκτικοί τού Θείου ελέους.
Όταν η πλήρωσης των δεήσεων δεν αντιβαίνει στην Θεία δικαιοσύνη και αγαθότητα.

Δεν ωφελούν

Όταν ο άνθρωπος απωθεί την Θεία χάρη και γίνεται σατανικός και αμετανόητος.
Για εκείνον πού έφυγε τελείως αμετανόητος δεν υπάρχει κάποια μεγάλη ωφελεία από τα μνημόσυνα. Το ότι όμως και εκείνος μπορεί να βρει κάποια αναψυχή είναι ομολογημένο αυτό από τούς Πατέρες τής Εκκλησίας.

Για αυτόχειρες, μη ψυχασθενείς βέβαια, δεν μπορούμε να κάνουμε μνημόσυνα.

Καθώς και για τούς αιρετικούς πού βρίσκονται εκτός Εκκλησίας.

Εκείνοι πού έζησαν εδώ χριστιανικά και δεν μπόρεσαν να τελειωθούν έχουν πολύ μεγάλη ωφέλεια από τα μνημόσυνα. Πόση δε γνωρίζουμε. «Μη αμφέβαλλε ότι καρπώσηται τι χρηστόν», τονίζει ο Ι. Χρυσόστομος.

Πόση όμως είναι ή ωφέλεια αυτή και μέχρι ποίου σημείου φθάνει δε μπορούμε να το γνωρίζουμε. Εκείνο πού γνωρίζουμε και πού τονίζεται από τούς Πατέρες τής Εκκλησίας είναι μεγάλη ωφελεία πού προκύπτει από τα μνημόσυνα για εκείνους πού δεν έφυγαν τελείως αμετανόητοι.

Γράφει ένας σύγχρονος εκκλησιαστικός συγγραφέας: «Γνωρίζω ότι υπάρχουν ηθικά πτώματα στα οποία ενέσεις δεν ισχύουν. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι υπάρχουν αμαρτωλοί, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, πού μωλωπιστήκαν, αλλά δεν απέθαναν, έπεσαν μεν, αλλά κρατώντας στα χέρια το ξίφος, πού είδαν τις τελευταίες ώρες την ασχήμια τους και ανέμιξαν κάποιο υπόκωφο «μνήσθητι μου, Κύριε» με τα τελευταία τους παραληρήματα. Και ποιος είναι εκείνος που θα υποστήριξη με πείσμα ότι δεν ωφελούν οι δεήσεις των πιστών; Ή μέση κατάστασης των ψυχών είναι κατάστασης εισαγωγική. Κατά την έξοδο της ψυχής από τη ζωή αυτή, έχει γίνει κάποια κρίσις, αλλά ή τελική κρίσις πού θα λαβή η ψυχή την τελική της θέση για την αιωνιότητα, δεν έχει γίνει ακόμη».

- Και προσθέτει: «Εφ' όσον η τελευταία απόφασης του κρίτου δεν βγήκε ακόμη, εφ' όσον το κράτος τού Χριστού φθάνει από τα επουράνια και τα επίγεια μέχρι και τα καταχθόνια, εφ' όσον το "πορεύεσθε απ' έμου" δεν ακούστηκε, καλλίτερη στάσης της Εκκλησιάς είναι η στάσης τής δεήσεως, τής προσευχής υπέρ των νεκρών αυτής».



Η περίπτωσης των βαρέως αμαρτανόντων

Τι όμως με τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν τελείως αμετανόητοι δεν πρόλαβαν να ετοιμασθούν καθόλου;

Η απάντησης του λόγου του Θεού είναι σαφής. Το ίδιο και ή διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι τονίζουν καθαρά ότι η παρούσα ζωή αποτελεί το στάδιο του αγώνος, η μέλλουσα τής ανταποδόσεως.

Τονίζει χαρακτηριστικά ο ιερός Χρυσόστομος:

«Ας μη κλαίμε γι' αυτούς πού πέθαναν αλλά γι' αυτούς πού πέθαναν στην αμαρτία. Αυτοί είναι άξιοι για θρήνους και κοπετούς και δάκρυα... Όσο ζούσαν εδώ μπορούσε κανείς να ελπίζει σε αλλαγή και βελτίωση... Δεν μπορεί κανείς να μετανοήσει όταν φύγει από τη ζωή αυτή.
Κανένας αθλητής δεν μπορεί να παλαίψη όταν τελειώσουν οι αγώνες και βγει από το στίβο και έχουν σκορπισθή οι θεατές... Όσο είμαστε εδώ μπορούμε σίγουρα να ελπίζουμε. Όταν όμως πάμε εκεί, δεν είμαστε πλέον κύριοι μετανοίας, δεν είναι πια στο χέρι μας ή μετάνοια, ούτε μπορούμε να ξεπλύνουμε τα αμαρτήματα μας. Γι' αυτό πρέπει αδιάκοπα να ετοιμαζόμαστε για την έξοδο μας...».

Πλην όμως και σε αυτές τις πιο δύσκολες περιπτώσεις οι Πατέρες τής Εκκλησίας μας δεν μας αφήνουν απαρηγόρητους.

Αναφέρει σχετικά για το θέμα αυτό ο Μ. Αθανάσιος ότι οι ψυχές των αμαρτωλών λαμβάνουν κάποια ευεργεσία, «μετέχουν ευεργεσίας τίνος» από την αναίμακτη Θυσία αυτό όμως συμβαίνει «ως μόνος εφίσταται και κελεύει ό ζώντων και νεκρών εξουσιαστής Θεός ημών». Το ζήτημα δηλαδή το αφήνει στη Θεία φιλανθρωπία.

Ο Ιερός Χρυσόστομος, μολονότι στο προηγούμενο τεμάχιο ήταν αυστηρός, όταν ασχολήται ειδικά με το θέμα αυτό αποκλειστικά, είναι πιο παρηγορητικός. Τονίζει:

« Ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε «βοηθήσωμεν αυτοίς κατά δύναμιν», έπινοήσωμεν δι' αυτούς τινά βοήθειαν (κάποια βοήθεια), μικράν μεν, βοηθείν όμως δυναμένην». Πώς και με ποιο τρόπο; Και απαντά: Ευχόμενοι και εμείς οι ίδιοι και παρακαλούντες και άλλους να προσεύχονται γι' αυτούς. Με ελεημοσύνες και προσευχές πού θα κάνουμε γι' αυτούς πού έφυγαν στην αμαρτία. Αυτά γίνονται για να λάβουν οι κεκοιμημένοι κάποια παρηγοριά, «παραμυθιών τινά». Διότι, αν τα παιδιά του Ιώβ τα καθάριζε ή θυσία του πατέρα τους, γιατί αμφιβάλλεις ότι κερδίζουν κάποια ωφέλεια οι νεκροί μας από τις προσευχές και τις ελεημοσύνες πού κάνουμε γι' αυτούς;

Μάλιστα ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων είναι ακόμη πιο εντυπωσιακός και πιο παρηγορητικός, Θα λέγαμε, στο θέμα μας ακόμη και από τον άγιο Ιωαννη τον Χρυσόστομο.

Σε μία ερώτηση πού του υποβλήθηκε στο «Τι ωφελείται ή ψυχή πού έφυγε με τα αμαρτήματά της από τον παρόντα κόσμο;» απαντά με ένα παράδειγμα. Φαντάζεται βασιλιά ο οποίος εξόρισε υπηκόους που επαναστάτησαν εναντίον του. Στον βασιλιά αυτόν παρεμβαίνουν ενδιαφερόμενοι, φίλοι των εξόριστων, οι οποίοι αφού πλέξουν τον στέφανο τον προσφέρουν στο βασιλιά «υπέρ των εν εξοριαις».

Και ερωτά 0 άγιος: Ο βασιλιάς, δεν θα υποχώρηση στις επιμονές αυτές παρακλήσεις ώστε να δόση στους εξόριστους του «άνεσιν των κολάσεων;»

Κατά παρόμοιο τρόπο, συνεχίζει, όταν και μείς προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων, και αν ακόμη αυτοί είναι αμαρτωλοί, δεν πλέκουμε και δεν προσφέρουμε στέφανων αλλά «Χριστον εσφαγιασμενον υπέρ των αμαρτημάτων προσφέρομεν, ζητούντες και λαμβάνοντες συγγνώμην» από τον φιλάνθρωπο Θεό γι' αυτούς και για μας. Ποιος όμως μπορεί να γνωρίζει από εμάς ποιος έφυγε εν μετανοία και ποιος όχι; Ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι είναι καρδιογνώστης και να προδικάσει κάποιον από τούς συνανθρώπους μας; Πού γνωρίζουμε τι. έγινε από το διάστημα τής γέφυρας μέχρι το ποτάμι, να διάστημα αρκετό για να πει κάποιος ένα "μνήσθητί μου Κύριε;". Το σχέδιο τού Θεού μας απαγορεύει να κρίνουμε οποιονδήποτε άνθρωπο. Εμείς ας κάνουμε ότι μπορούμε, ας βοηθήσουμε τούς ανθρώπους μας κατά δύναμιν, και τα αλλά ας τα αφήσουμε στην αγάπη και την φιλανθρωπία του Θεού, ή οποία όρια δεν έχει. Γι' αυτό και ή ‘Εκκλησία μας δεν προδικάζει κανένα, αλλά προσφέρει την αγάπη της σε όλα της τα μέλη της.

Ως απόδειξη τής ωφελείας από τα μνημόσυνα αυτών πού έχουν πεθάνει με βαριά αμαρτήματα ή έχουν κάποιο δεσμό, αναφέρει ό άγιος Νεκτάριος


Ωφέλειες για τούς ζωντανούς

Αλλά από τα μνημόσυνα έχουμε και άλλες ωφέλειες, που αναφέρονται σε αυτούς που παραμένουν στη ζωή.

Αναπτύσσεται η αγάπη μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.

Η ωφέλεια συνδέεται άμεσα με τη χριστιανική αρετή. Ενισχύεται πίστις στην πέραν τού τάφου ζωή. Ενισχύεται ελπίδα στο έλεος τού Θεού. Κηρύττει την διαρκή παρουσία του Χριστού στον κόσμο. Διδάσκει πώς ό άνθρωπος είναι ούρανοπολίτης. Μεταβαίνει από τη στρατευομένη Εκκλησία της γης, στη Θριαμβευουσα Εκκλησία τού ουρανού. Ώ Χριστός εισακούει τις δεήσεις όλων και λυγίζει στις πρεσβείες των Αγίων και τής Θεοτόκου.

Η ελπίδα τής σωτηρίας των χριστιανών δεν χάνεται και μετά τον θάνατο. Παρέχεται συγχώρεση των αμαρτημάτων σε αυτούς πού γίνονται μνημόσυνα εισακούοντας ο φιλάνθρωπος Θεός τις δεήσεις της Εκκλησίας μας. Ή οριστική απόφασης τού Θεού για την μέλλουσα αμοιβή η τιμωρία δεν εκδόθηκε ακόμη αυτή επιφυλάσσεται για την Δευτέρα και Φρικτή Παρουσία. Μέχρι τότε η Εκκλησιά μπορεί να αναπέμπει δεήσεις και ικεσίες για τα μέλη της. Όπως στη στρατευομένη ‘Εκκλησία αυτοί που βρίσκονται σε εκκλησιαστική τιμωρία για τις αμαρτίες πού διέπραξαν, στερούνται τα Θεία μυστήρια, έτσι και στην Θριαμβεύουσα, αυτοί πού πέθαναν με τις αμαρτίες είναι μακριά από τούς αγίους και τούς δικαίους.
Αναπτύσσεται η φιλαδελφία. Ανακουφίζονται οι ζώντες και θλιβόμενοι για τον θάνατο τού προσφιλούς
των προσώπου. Διότι ο θάνατος είναι πικρός, δημιουργεί θλίψι αφόρητη. Χωρίζει απότομα προσφιλείς. Ή προσευχή και το μνημόσυνο είναι ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί τους. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος επικοινωνίας με τα προσφιλή μας πρόσωπα. Γίνεται ανάμνηση τού θανάτου. Ενθύμηση τής ματαιότητας τού κόσμου και των πραγμάτων αυτού. Παρακίνησι προς την αρετή και την ενάρετη Πολιτεία. Ενθάρρυνση για ευεργεσίες και αγαθοεργίες.

Έτσι, τονίζει ο ιερός Δαμασκηνός, «ο Θεός βούλεται ίνα υπ' αλλήλων οι πάντες ευεργετούμεθακαι ζώντες και μετά θάνατον», αφού προσφέρουμε Χριστόν «έσφαγιασμένον υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων έξιλεούμενοι υπέρ αυτών και ημών τον φιλάνθρωπον Θεόν», όπως τονίζει και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Αλλά αντί να περιμένουμε μετά θάνατον τις ευχές και τα μνημόσυνα άλλων για μάς, δεν θα ήταν καλλίτερα να φροντίζουμε από τώρα για την αθάνατη ψυχή μας, έχοντας στην διάθεση μας όλα τα σωστικά μέσα της αγίας μας Εκκλησίας; Επειδή λοιπόν είναι τόσο αβέβαιη ή ημέρα του θανάτου ας είμαστε πάντοτε έτοιμοι μήπως σήμερα "είμεθα εν τω βίω και αύριον εν τω μνημείω». ότι «πολλοί αυτό το μαρτυρούσι και μάλιστα οι λυόμενοι και μετά θάνατον από τον δεσμόν τής ‚τιμωρίας του άφορισμού, ωσάν όπού βλέπομεν διά τών δεήσεων λύονται τα σώματα των».

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΣ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:
http://clubs.pathfinder.gr/Ag_George_Xilopoli

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Γέροντα, πέστε μας γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἁγία Ἄννα, τοὺς Θεοπάτορες


- Γέροντα, πέστε μας γιὰ τὸν Ἅγιο Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἁγία Ἄννα,τοὺς Θεοπάτορες. Κάποτε κάτι ἀρχίσατε νὰ μᾶς λέτε.

- Ἀπὸ μικρὸς εἶχα σὲ μεγάλη εὐλάβεια τοὺς Ἁγίους Θεοπάτορες.Μάλιστα εἶχα πεῖ σὲ κάποιον ὅτι, ὅταν μὲ κάνουν καλόγερο, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ δώσουν τὸ ὄνομα Ἰωακείμ. Πόσα ὀφείλουμε σ’ αὐτούς! Οἱ Ἅγιοι Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα εἶναι τὸ ἀπαθέστερο (δηλαδὴ χωρὶς διαβλητὰ πάθη) ἀνδρόγυνο ποὺ ὑπῆρξε ποτέ. Δὲν εἶχαν καθόλου σαρκικὸ φρόνημα.

Ὁ Θεὸς ἔτσι ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔτσι ἤθελε νὰ γεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι, ἀπαθῶς. Ἄλλα μετὰ τὴν πτώση μπῆκε τὸ πάθος στὴν σχέση ἀνάμεσα στὸν ἄνδρα καὶ στὴν γυναίκα. Μόλις βρέθηκε ἕνα ἀπαθὲς ἀνδρόγυνο, ὅπως ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ ὅπως ἤθελε νὰ γεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι, γεννήθηκε ἡ Παναγία,αὐτὸ τὸ ἁγνὸ πλάσμα, καὶ στὴν συνέχεια σαρκώθηκε ὁ Χριστός. Μοῦ λέει ὁ λογισμὸς ὅτι θὰ κατέβαινε καὶ νωρίτερα ὁ Χριστὸς στὴν γῆ, ἂν ὑπῆρχε ἕνα ἁγνὸ ζευγάρι,ὅπως ἦταν οἱ Ἅγιοι Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα.

Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ φθάνουν στὴν πλάνη καὶ πιστεύουν, δῆθεν ἀπὸ εὐλάβεια, ὅτι ἡ Παναγία γεννήθηκε χωρὶς.... νὰ ἔχει τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα. Ἐνῶ ἡ Παναγία δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένη ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, ἀλλὰ γεννήθηκε ὅπως ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ γεννιοῦνται οἱ ἄνθρωποι μετὰ τὴν δημιουργία. Ἦταν παναγνὴ, γιατί ἡ σύλληψη Τῆς ἔγινε χωρὶς ἡδονή. Οἱ Ἅγιοι Θεοπάτορες, μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ στὸν Θεὸ νὰ τοὺς χαρίσει παιδί, συνῆλθαν ὄχι ἀπὸ σαρκικὴ ἐπιθυμία, ἀλλὰ ἀπὸ ὑπακοὴ στὸν Θεό. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ εἶχα ζήσει στὸ Σινὰ.

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ-9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ (ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ)

Πηγές:synaxarion.gr,enoriaka.gr


Στις 9 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας εορτάζει τη σύλληψη της Αγίας Άννης, μητέρας της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Κύριος μας, προετοιμάζοντας την επίγεια κατοικία Του, έστειλε άγγελο στο ταπεινό ζεύγος Ιωακείμ και Άννα για να προμηνύσει τη γέννηση της Αγίας Παρθένου. Η Παρθένος Μαρία γεννήθηκε με θαυματουργό τρόπο, σύμφωνα με τις χριστιανικές παραδόσεις.και με τον τρόπο αυτό ο Θεός χάρισε στον Ιωακείμ και στην Άννα την Υπεραγία Θεοτόκο, μέσω της οποίας έμελλε να αποκτήσει σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός.

Η Άννα ήταν στείρα και τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγός της ήταν προχωρημένης ηλικίας. Για το λόγο αυτό ένιωθαν ντροπή και λύπη(όνειδος) και ποτέ δεν έπαψαν να προσεύχονται στο Θεό να τους χαρίσει τέκνο με την υπόσχεση ότι, αν γίνει αυτό, το παιδί που θα γεννηθεί θα το προσφέρουν δώρο στο Θεό.Επίσης εκείνη την εποχή αυτοί που δεν είχαν παιδί, θεωρούνταν οτι ήταν τιμωρημένοι απο τον Θεό,και αυτό έκανε την στεναχώρια τους ακόμα μεγαλύτερη.

Το α' στιχηρό του εσπερινού μάς δίνει και το περιεχόμενο της προσευχής της Άννας, που τη σκέπαζε η θεία χάρη
«Άννα, η θεία χάρις ποτέ, προσευχομένη υπέρ τέκνου εβόησε τω πάντων Θεώ και κτίστη, Αδωναϊ Σαβαώθ (=Κύριε των δυνάμεων), το της απαιδίας οίδας όνειδος, αυτός την οδύνην μου της καρδίας διάλυσον και τους της μήτρας καταρράκτας διάνοιξον και την άκαρπον καρποφόρον ανάδειξον, όπως το γεννησόμενον δοτόν σοι προσάξωμεν (=θα το προσφέρουμε ως δώρο σε σένα), επευλογούντες, υμνούντες και ομοφρόνως δοξάζοντες την σην ευσπλαχνίαν, δι' ης δίδοται τω κόσμω το μέγα έλεος».

Ο Θεός άκουσε την προσευχή τους και έστειλε μήνυμα με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, την ημέρα που ο Ιωακείμ ανέβηκε στο βουνό και η Άννα ήταν στο περιβόλι. Σύμφωνα με το Πρωτευαγγέλιο ενώ κάποτε προσευχόταν και παρακαλούσε το Θεό η συνετή και φρόνιμη Άννα άκουσε τη φωνή ενός αγγέλου, που τη διαβεβαίωνε πως το αίτημά της ικανοποιήθηκε από το Θεό. Της έλεγε δηλαδή καθαρά ο ασώματος άγγελος: η παράκλησή σου έφτασε στον Κύριο, γι'αυτό να μην είσαι σκυθρωπή μήτε να χύνεις δάκρυα. Θα γίνεις γόνιμη και καρπερή σαν την ελιά και θα βλαστήσεις ένα ωραίο κλαδί, την Παρθένο, κι αυτή θα ανθήσει ένα πανέμορφο άνθος, το σαρκωμένο Χριστό, που δωρίζει στον κόσμο το άπειρο του έλεος.

Την άλλη μέρα ο Ιωακείμ και η Άννα πρόσφεραν ευχαριστήρια δώρα στο Θεό. Έτσι με τους νόμους της φύσεως και με το μήνυμα και την υπόσχεση του Θεού αξιώθηκε η Άννα να συλλάβει και να γεννήσει ύστερα από εννέα μήνες τη Θεοτόκο Μαρία.

Απολυτίκιο. Ήχος δ'.

Σήμερον της ατεκνίας δεσμά διαλύονται του Ιωακείμ γαρ και της Άννας, εισακούων Θεός, παρ' ελπίδα τεκείν αυτούς, σαφώς υπισχνείται Θεόπαιδα, εξ ης αυτός ετέχθη ο απερίγραπτος, βροτός γεγονώς, δι' Αγγέλου κελεύσας βοήσαι αυτή, χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου.

Κοντάκιον. Ήχος δ'. Επεφάνης σήμερον.

Εορτάζει σήμερον, η οικουμένη, την της Άννης σύλληψιν, γεγενημένην εν Θεώ, και γάρ αυτή απεκύησε, την υπέρ λόγον, τον Λόγον κυήσασαν.

πηγή: http://orthodox-world.pblogs.gr/


Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Άγιος Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων Λυκίας. Βίος και Θαύματα


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

[1] Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ.
[2] Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΕΙ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
[3] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΑ ΜΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ.
[4] Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΚΑΪΚΙ
[5] ΤΟ ΛΑΔΙΚΟ
[6] ΟΙ ΤΑΪΦΑΛΟΙ. Ο ΑΓΙΟΣ ΣΏΖΕΙ ΤΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΕΣ
[7] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΣ
[8] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (ΠΝΙΓΜΟ) ΕΥΣΕΒΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ.
[9] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΣΤΡΕΙΔΑΣ
[10] Α΄. ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.
[11] Β΄ ΘΑΥΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
[12] ΠΩΣ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΛΙΑΣ
[13] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΝΕΩΚΟΡΟ.
[14] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΥΣΕΒΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ
[15] ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΗΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ
[16] ΘΑΥΜΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Άγιος Νικόλαος είναι από τους πιο γνωστούς αγίους της χριστιανοσύνης. Το όνομά του βρίσκεται στο στόμα αναρίθμητων πιστών που ζητούν τη βοήθειά του. Το όνομά του το φέρουν εκατομμύρια Χριστιανοί και πολλοί είναι οι Ναοί που είναι αφιερωμένοι σ΄αυτόν. Είναι μετά την Παναγία και τον Άγιο Γεώργιο, ο περισσότερο γνωστός σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Σ΄ όλη δε την Κύπρο υπάρχουν ενενήντα (90) και πλέον Ναοί αφιερωμένοι στο μεγάλο αυτό Ιεράρχη. Είναι αυτός που προστατεύει τους θαλασσινούς και όλους εκείνους που συναντούν τρικυμίες στη ζωή τους. Γι΄αυτό έχουν κτιστεί πολλές Εκκλησίες προς τιμή του. Όλη του η ζωή ήταν μια θαυμαστή ενσάρκωση της αγάπης και της φιλανθωπίας.
Το φωτινό του παράδειγμα ας προσπαθήσουμε να το μιμηθούμε. Ό Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας της Μικράς Ασίας γύρω στα 230 με 250 μ.Χ. Πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Πάντως κατά το έτος 300 μ.Χ. την εποχή των ασεβών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού ήταν Αρχιερέας των Μυραίων. Έζησε δε και μέχρι τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί και η οικονομική τους κατάσταση ήταν πολύ καλή. Γι΄αυτό οι φωτισμένοι γονείς του, μόρφωσαν πρώτα την απαλή ψυχή του παιδιού τους με τη θρησκεία του Χριστού μας και ύστερα τον έστειλαν στο σχολείο για να μάθει γράμματα. Από μικρός ο Άγιος Νικόλαος έδειχνε την αφοσίωσή του και την αγάπη του στο Θεό, περνώντας την ημέρα του με προσευχές και νήστευε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ακόμα και όταν ήταν βρέφος σύμφωνα με μια παράδοση δεν ήθελε να θηλάσει Τετάρτη και Παρασκευή, παραμόνο μετά τη δύση του ηλίου.
Όταν μεγάλωσε μισούσε τις απρεπείς και τις κακές συνομιλίες και συναναστροφές των νέων. Άγαπούσε να πηγαίνει τακτικά στην Εκκλησία και να συναναστρέφεται με ήσυχους, ήρεμους και καλούς ανθρώπους. Άκουε τις συμβουλές των μεγαλυτέρων του και προσπαθούσε να τις εφαρμόζει, όπου ήταν αναγκαίες.
Έμεινε ορφανός στο άνθος της ηλικίας του και απροστάτευτος μέσα στους πολλούς κινδύνους του ειδωλολατρικού περιβάλλοντός του. Εδώ έιναι η πρώτη του νίκη. Τίποτε δεν τον παρασύρει. Την περιουσία του τη χρησιμοποιεί για έργα αγάπης και φιλανθρωπίας. Τον θαυμάζουν οι Χριστιανοί για τη σταθερότητά του και προσεύχονται στο Θεό να τον αξιώσει να υπηρετήσει την Εκκλησία.
Εκείνο τον καιρό Αρχιεπίσκοπος της Λυκίας ήταν ο θείος του. Αφού εκτίμησε τις αρετές και τη μεγάλη του πίστη τον κάλεσε στην υπηρεσία του Κυρίου και τον χειροτόνησε ιερέα της Επισκοπής.
Όταν έγινε ιερέας μοίρασε όλη την περιουσία του, που του άφησαν οι γονείς του, στους φτωχούς. Έντυσε γυμνούς και δυστυχισμένους. Δεν σπατάλησε την περιουσία στος διασκεδάσεις, ούτε σο πολυτελή ενδύματα, όπως κάνουν πολλοί νέοι της σημερινής εποχής, γιατί άκουε τον Προφιτάνακτα Δαβίδ, ο οποίος οποίος λέγει. "Πλούτος εάν ρέει, μη προστίθεσθε καρδίαν" (ψαλμός ξα΄ΙΙ). Έτσι έκανε και ο Άγιος. Δεν έδωσε προσοχή στον ρέοντα και φθαρτό πλούτο, αλλά σκόρπισε αυτό, όπως έπρεπε, για να κερδίσει άφθαρτο και αιώνια ζωή. Η απλοχεριά του έσωσε πολλούς χριστιανούς από τον κατήφορο της αμαρτίας. Ο ΄Αγιος Νικόλαος ήταν άνθρωπος των έργων και όχι των λόγων.
Οι μέρες του Αγίου περνούσαν με νηστεία, προσευχή και πολλές ελεημοσύνες. Άγρυπνα γονάτιζε και παρακαλούσε τον Χριστό να του δίνει δύναμη, υπομονή και θάρρος για να μη λυγίσει στους πειρασμούς του σατανά.
Από τις πολλές ελεημοσύνες που έκαμε ο Άγιος ακούστε μια θαυμαστή και παράδοξη.
Τον καιρό εκείνο ζούσε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος είχε τρείς πολύ όμορφες θυγατέρες. Από φθόνο των εχθρών του ο πλούσιος έχασε όλη του την περιουσία και έφτασε σε μεγάλη φτώχεια. Βρέθηκε σε τέτοια θλιβερή και δύσκολη κατάσταση που δεν μπορούσε να ζήσει μαζί με τις τρείς του θυγατέρες . Αποφάσισε να βάλει τις θυγατέρες του σε πορνείο, για να έχουν κάποιο εισόδημα και να μπορούν να ζήσουν. Ο δε Πανάγαθος Θεός, ο γινώσκων τα κρύφια των καρδιών, θέλησε να ελευθερώσει τις τρείς εκείνες ψυχές από την κόλαση και την αμαρτία. Κατά την ίδια εκείνη μέρα, κατά την οποία φανέρωσε ο πατέρας των κοριτσιών τη βούλησή του, το έμαθε και ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως έβαλε σ΄ενα μανδύλι τριακόσια φλωριά, πήγε κρυφά και το έρριξε στο σπίτι του πτωχεύσαντος πλουσίου από μια θυρίδα και έφυγε αμέσως χωρίς να γίνει αντιληπτός. Δεν ήθελε να φανερωθεί σε κανένα, γιατί απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και μόνον επιθυμούσε να αρέσει στο Θεό. Άκουε το Ιερό Ευαγγέλιο που έλεγε. "Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην, μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου" (Ματθ. ΣΤ. Στίχ. 3) δηλαδή όταν κάμνεις την ελεημοσύνη, να μη το γνωρίζει κανένας.
Ο πατέρας των τριών κοριτσιών ξύπνησε το πρωϊ και είδε στο σπίτι ένα μανδήλι δεμένο και το άνοιξε αμέσως. Μόλις είδε τόσα πολλά φλωριά έμεινε εκστατικός και έτριβε τα μάτια του από χαρά, μη πιστέυοντας το γεγονός. Μέτρησε αμέσως τα φλωριά και τα βρήκε ακριβώς τριακόσια. Μεγάλη περιουσία είχε στα χέρια του, γι΄αυτό ήταν πολύ ενθουσιασμένος και χαρούμενος, αλλά ήθελε να μάθει ποίος έκαμε αυτή την καλή πράξη. Αφού δεν γνώριζε τον ευεργέτη του ευχαριστούσε και δοξολογούσε συνέχεια τον Θεό. Αμέσως φρόντησε και ενύμφευσε την μεγαλύτερη του θυγατέρα με κάποιο πλούσιο της πόλης εκείνης και της έδωσε και τα τρακόσια φλωριά σαν προίκα. Ήλπιζε δε ότι εκείνος που τον βοήθησε θα φρόντιζε να τον βοηθήσει για την προίκα και των άλλων δυο κοριτσιών.
Αφού ο Άγιος Νικόλαος είδε ότι ο πατέρας χρησιμοποίησε τα χρήματα για καλό σκοπό, αμέσως τη δεύτερη νύκτα δένει σε άλλο μανδήλι άλλα τριακόσια φλωριά και το βράδυ πήγε και τα έρριξε πάλι από τη θυρίδα. Όταν ξύπνησε το πρωϊ ο πατέρας των κοριτσιών, βλέπει ένα άλλο μανδήλι με άλλα τριακόσια φλωριά. Θαύμασε για το γεγονός και παρακαλούσε τον Θεό να του φανερώσει τον άνθρωπο που του έκαμε αυτό το μεγάλο καλό και σώθηκαν τα κορίτσια του από την αμαρτία. Ήθελε να του φανερώσει τον ευεργέτη του που με την ελεημοσύνη του άρπαξε από τα χέρια του διαβόλου τις τρείς θυγατέρες του και τις έσωσε. Έτσι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα δίνοντάς της σαν προίκα τα τριακόσια φλωριά, ελπίζοντας στον Θεό, ότι ο ευεργέτης θα βοηθήσει και την τρίτη του θυγατέρα.
Την τρίτη φορά όμως ήταν πολύ προσεχτικός και ήθελε να τρέξει και να δεί τον ευεργέτη του. Ο δε Άγιος Νικόλαος βλέποντας ότι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα αποφάσισε να τελειώσει το καλό. Οπότε έδεσε πάλο σε άλλο μανδήλι άλλα τρακόσια φλωριά και πήγε να τα ρίξει κρυφά τη νύχτα από τη θυρίδα. Μόλις τα έρριξε ο Άγιος, ο πατέρας των κοριτσιών ήταν ξύπνιος δεν κοιμήθηκε, άνοιξε την πόρτα, έτρεξε και είδε κάποιο να φεύγει τρέχοντας. Ύστερα για λίγη ώρα έτρεχε ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας των κοριτσιών τον έφασε και είδε ότι ήταν ο Άγιος Νικόλαος, ο πασίγνωστος και δημοφιλέστατος άγιος, ο μεγάλος ευεργέτης των φτωχών και των δυστυχισμένων. Αμέσως έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια του έλεγε. "Σε ευχαριστώ, δούλε του Θεού, που με λυπήθηκες εμένα τον ταλαίπωρο και άθλιο και μου έκαμες τέτοια μεγάλη ελεημοσύνη. Ευτυχώς που με πρόλαβες γιατί διαφορετικά θα χανόμουν ψυχικά και σωματικά". Όταν είδε ο Άγιος Νικόλαος ότι φανερώθηκε η αρετή του, είπε σ΄αυτόν. "Δεν θέλω να πείς σε κανένα τίποτε, ενόσω ζω, για την καλωσύνη που σου ένανα".
Την επόμενη μέρα ο πατέρας νύμφευσε και την Τρίτη θυγατέρα του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ειρηνικά και δοξάζοντας το όνομα του Θεού.
Ύστερα από καιρό θέλησε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δεί τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Έτσι μπήκε σ΄ένα πλοίο μαζί με άλλους χριστιανούς για να πάει στην Παλαιστίνη.
Αφού προσκύνησε τον Άγιο Τάφο του Κυρίου, τον Γολγοθά, τον Τίμιο Σταυρό και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός θέλησε να μείνει εκεί να ησυχάσει. Άγγελος Κυρίου τον διέταξε τη νύχτα να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Την άλλη μέρα ο Άγιος πιστός στην προσταγή του Αγγέλου κατέβηκε στο λιμάνι και ρωτούσε αν κανένα πλοίο θα ξεκινούσε για τα Πάταρα. Κανένα όμως πλοίο δεν ξεκινούσε. Τότε μερικοί ναύτες του είπαν. "Όπου βρούμε ναύλο, εκεί θα πάμε". Αμέσως ο Άγιος τους είπε. "Να σας δώσω το ναύλο και να με παρετε στα Πάταρα της Λυκίας". Ο πλοίαρχος και οι ναύτες βλέποντας ότι ο άνεμος ήταν ούριος ύψωσαν τα πανιά και αναχώρησαν. Θέλοντας να περάσουν πρώτα από την πατρίδα τους έστρεψαν το πλοίο προς την κατεύθυνση της, αλλά ο Θεός για να μην λυπήσει τον Άγιο, σήκωσε μεγάλη τρικυμία, ώστε έσπασε το πηδάλιο-τιμόνι του πλοίου και οι ναύτες απελπισθέντες ανέμεναν το θάνατο. Ο Άγιος όμως δια της προσευχής του καταπράϋνε τη θάλασσα. Ο πλοίαρχος μαζί με τους ναύτες του είδαν ότι έφθασαν στα Πάταρα και αφού έπεσαν στα πόδια του Αγίου του ζητούσαν συγχώρεση. Ο Άγιος τους φανέρωσε τη σκέψη τους και τους συμβούλευσε να μην επαναλάβουν τέτοιο πράγμα στη ζωή τους, τους ευχήθηκε και τους κετευώδωσε.
Επιτέλους ύστερα από μιά μεγάλη θαλασσοταραχή ο Άγιος επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα στα Πάταρα. Ο κόσμος του επεφύλαξε μεγάλη υποδοχή, γιατί τον αγαπούσε πάρα πολύ. Νέοι και γέροντες, άνδρες και γυναίκες, ακόμα και οι Μοναχοί του Μοναστηριού στο οποίο τον είχε αφήσει ο θείος του επίτροπο, όλοι εξήλθαν να τον καλωσορίσουν και να τον υποδεκτούν. Κοντά στα Παταρα, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων, ήταν μια μικρή πόλη που την έλεγαν Μύρα. Η πόλη Μύρα έιναι στην Μικρά Ασία, αργότερα έγινε πρωτεύουσα της Λυκίας. Σήμερα τη λένε Ντεμπρέ. Εκεί πέθανε ο Μητροπολίτης της πόλης και ήθελαν να βρούν κάποιο άξιο για να τον αντικαταστήσει.
Τότε μαζεύτηκαν οι Επίσκοποι και οι κληρικοί της επαρχίας των Μύρων για να εκλέξουν Αρχιερέα. Εκεί που συνεδρίαζαν, σνκώθηκε ένας από τους επισκόπους και είπε στους άλλους, να παρακαλέσουν τον Θεό να τους φωτίσει, για να κάνουν καλή επιλογή. Τη νύκτα, όλοι οι επίσκοποι είδαν τον ύπνο τους ένα άγγελο, που τους είπε να πάνε το πρωϊ στην Εκκλησία και όποιος μπεί πρώτος μέσα, συτόν να κάμουν επίσκοπο. Πράγματι έτσι έγινε. Ο πρώτος που μπήκε στο Ναό ήταν ο Νικόλαος. Έτσι χειροτονήθηκε ο Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων.
Η φιλανθρωπική του δράση μεγάλωσε πολύ όταν έγινε Αρχιερέας. Ίδρυσε φτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα ιδρύματα.
Την εποχή εκείνη, γύρω στο 300μ.Χ., ο Αυτοκράτορας της Ρώμης Διοκλητιανός (230-313μ.Χ.) πίστευε πως η αρχαία θρησκεία ήταν απαραίτητη για την ενότητα του κράτους, γι΄αυτό καταδίωξε σκληρά τους χριστιανούς. Ευτυχώς παραιτήθηκε από την εξουσία του το 305 και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του με μεγάλη απλότητα στα κτήματα του στη Δαλματία.
Επίσης ένας άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας ο Μαξιμιανός (245-310μ.Χ) έκανε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Αυτός είχε στην κυριαρχία του την Ισπανία, την Αφρική και την Ιταλία με έδρα το Μεδιόλανο, το σημερινό Μιλάνο. Συγρούστηκε με τον Μ. Κωνσταντίνο που τον σκότωσε ή τον ανάγκασε να αυτοκτονήσει.
Ο Διοκλητιανός και ο Μάξιμος έστειλαν αγγελιαφόρους σ΄όλους τους επάρχους και τους διέταξαν να τιμωρούν τους εχθρούς των αρχαίων Θεών, τους χριστιανούς, άν όμως αρνηθούν το Χριστό, τότε να τους τιμούν. Πολλοί χριστιανοί από το φόβο των σκληρών βασανιστηρίων προσκύνησαν τα είδωλα και πήραν λεφτά, κτήματα ή και κάτι άλλο.
Άλλοι πάλι ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί και πέθαναν με φρικτά βασανιστήρια. Σ΄ αυτό τον διωγμό, ο έπαρχος της Λυκίας, έπιασε πολλούς χριστιανούς και μαζί μ΄αυτούς και τον Άγιο Νικόλαο, τους έδιωξε από τα Μύρα και τους έρριξε στη φυλακή για έξι ολόκληρα χρόνια.
Ο Άγιος Νικόλαος ακόμα και μέσα στη φυλακή δίδασκε τους χριστιανούς και τους ενθάρρυνε. Από τους πολλούς ραβδισμούς που του έδωσαν, το σώμα του έγινε κατάμαυρο και έτρεχε αίμα από τις πολλές πληγές του. Δεμένος με βαρειές αλυσίδες τον έρριξαν στη φυλακή για να συνεχίσει τα μαρτύριά του, είδε τότε με τα μάτια του το Χριστό, να του γιατρεύει τις πληγές, να τον ενθαρρύνει και να τον πλυμμυρίζει με ανέκφραστη αγαλλίαση. Και να πως. Κόντευε να ξημερώσει. Ο Άγιος φορτωμένος με αλυσίδες, διάβαζε την ορθινή προσευχή του. Ευχαριστούσε τον Πανάγαθο που τον αξίωνε να φέρει τα "στίγματα του Κυρίου" στο σώμα του, σαν τον Παύλο. Η χαρά του κορυφώθηκε, όταν σε λίγο άκουσε μέσα στη σκοτεινιά της φυλακής του αγγελικές φωνές να ψάλλουν μαζί του και μυρίστηκε την ευωδία ουράνιου μοσχολίβανου.
Μόλις πρόβαλε η αυγή, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου απλώνονταν στη γή, όταν έξω ακούστηκαν πολλές φωνές, σωστός αλαλαγμός. Σείεται η φυλακή και άγριοι κτύποι συνταράζουν τη σιδερένεια πόρτα της ζητώντας να την εκβιάσουν. Ο Άγιος σκέπτεται. "Φαίνεται ότι ήρθε η ευλογημένη ώρα! Ή ήλθαν για να συνεχίσουν πιο άγρια τα μαρτύρια! Ένίσχησέ με Κύριε, να τ΄αντικρύσω με το ίδιο χαμόγελο αι δέξε το πνεύμα μου στους κόλπους σου!". Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη σκέψη του και η σιδερένεια πόρτα κλονίζεται, υποχωρεί, ανοίγει διάπλατα, τρελλός από χαρά ο δεσμοφύλακας ορμά μέσα, αρπάζει τον Άγιο στα χέρια του κλαίοντας και προσκυνώντας τα δεσμά του, που δέκτηκε για την αγάπη του Χριστού, τον βγάζει έξω απ΄την φυλακή και τον φέρνει θριαμβευτικά στη Μητρόπολή του. Οι θερμές προσευχές του λαού για τον ποιμενάρχη τους εισακούστηκαν.
Όταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός πέθαναν ανέβηκε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος, ο γιός του Κωνσταντίνου του Χλωρού και της Αγίας Ελένης, ο οποίος ονομάστηκε μετά Μέγας Κωνσταντίνος, από τα μεγάλα έργα που έκανε και τον τρόπο που αναδιοργάνωσε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Ο Κωνσταντίνος διέταξε όλους τους επέρχους, να λευτερώσουν όλους τους χριστιανούς από τις φυλακές και να γκρεμίσουν τους βωμούς των ειδωλολατρών. Ποιός μπορεί να περιγράψει τι έγινε τότε; Η γλώσσα του ανθρώπου είναι αδύνατη να εκφράσει τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το λαό και η πέννα ακόμα πιό πολύ αδύνατη να παραστήσει το παραλήρημα, που κατέλαβε τους χριστιανούς. Ο Άγιος Νικόλαος αδύνατος στο σώμα από τα πολλά βάσανα, ακμαίος όμως στη ψυχή, συνεχίζει τα υψηλά του καθήκοντα. Πέρασε πια η τρυκυμία και ήρθε η γαλήνη. Ο Άγιος είναι πάλι στο θρόνο του ελεύθερος να φωτίζει το δρόμο των χριστιανών του, ελεύθερος να σπογγέσειτα δάκρυά τους, να λατρεύει τον Θεό, ν΄ανυψώνει το ποίμνιό του στα ύψη του ιερού και μεγάλου προορισμού του. Δεν φοβάται πια τους εχθρούς της πίστης.
Στά άγιά του χέρια ο Πανάγαθος εμπιστεύτηκε θεϊκή δύναμη κι' εκείνος τη χρησιμοποιούσε με αγαθότητα, με πραότητα, μα και με ορμή συνταρακτική, όταν αντίκρυζε τους αγώνες εναντίον του Σατανά και των οργάνων του. Έτσι πέρασε όλη του η ζωή. Έφτασε παντού, κι΄όταν δεν μπορούσε να φτάσει με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας της εποχής εκείνης, έφτανε με το πνεύμα του. Παρηγορούσε τους πονεμένους και συμβούλευε τους πλανημένους, ενίσχυε τους φτωχούς.
Φρόντιζε ιδιαίτερα για τα νειάτα. Ήταν ένας φωτεινός οδηγός, που με τα λόγια του και το παράδειγμα του φώτιζε, καθοδηγούσε, ενέπνεε.
Τις ελεημοσύνες, τις αγρυπνίες και τις νηστείες του μόνο ο Θεός τις ξέρει. Απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και ζητούσε μόνο τη δόξα του Θεού. Αλλ' όσο κρυβόταν ο Άγιος, τόσο ο Πανάγαθος τον τιμούσε, γιατί ο Άγιος τιμούσε με τα έργα του τον Θεό.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου παρουσιάστηκε πάλι ο σατανάς, με μορφή ανθρώπου, κι΄αυτός ήταν ο Άρειος. Ο Άρειος ήταν διάκος και αρκετά μορφωμένος. Έλεγε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά τον έφτιαξε ο Θεός, δηλαδή ήταν δημιούργημα του Θεού. Ο Αρχιερέας Αλεξανδρείας Πέτρος, τον έδιωξε από την Επισκοπή.
Ο Άρειος κατώρθωσε να πάρει με το μέρος του τον Μητοροπολίτη Νικομήδειας και πολλούς άλλους αρχιερείς. Τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος για να σταματήσει η σύγχυση μέσα στη χριστιανοσύνη, έδωσε εντολή, να μαζευτούν όλοι οι Μητροπολίτες και οι κληρικοί στην πόλη Νίκαια της Βιθυνίας το 325μ.Χ., και να βρουν τη λύση, να λάμψει η αλήθεια.
Στην Α΄αυτή Οικουμενική Σύνοδο, πήραν μέρος 318 Πατέρες και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Άγιος Σπυρίδωνας, ο Μέγας Αθανάσιος και άλλοι. Όταν σε κάποια στιγμή ο Αρειος έφερε σε αδιέξοδο τους Άγίοις Πατέρες, ο Άγιος Σπυδίδωνας έκανε το θαύμα με το κεραμίδι. Δηλαδή έβαλε ένα κομμάτι κεραμίδι στη χούφτα του, το έσφιγξε και αυτό χωρίστηκε στα τρία: σε χώμα, νερό και φωτιά. Με αυτό τον θαύμα απέδειξε τον Τριαδικό Θεό (Πατέρας - Υιός - Άγιο Πνεύμα). Ο Άρειος όμως λόγω του εγωισμού του δεν πείστηκε και με την ρητορική του ικανότητα, γιατί ήταν πολύ μορφωμέμος και μιλούσε με θάρρος και παρρησία, είπε ότι το θαύμα αυτό είναι δαιμονικό. Τότε, ο Άγιος Νικόλαος αγανακτισμένος, δεν κρατήθηκε, σηκώθηκε από τη θέση του και έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στον Άρειο.
-Βασιλιά, είπε ο Άρειος, είναι σωστό μπροστά σου, ένας από τους Πατέρες να με κτυπήσει; Άν είναι αμαθής, ας μη μιλάει, όπως κάνουν και οι άλλοι, αν πάλι ξέρει, ας πει τη γνώμη του.
-Σωστά μιλάς, Άρειε, του λέει ο Βασιλιάς. Ο Νικόλαος θα φυλακιστεί μέχρι να τελειώσει η Σύνοδος.
Φυλακίστηκε γιατί δεν επιτρεπόταν κανείς να κτυπήσει κάποιο, μπροστά στα μάτια του Αυτοκράτορα και η ποινή ήταν ο θάνατος. Ο Αυτοκράτορας αμέσως έδωσε εντολή να πιάσουν τον επίσκοπο Πατάρων Νικόλαο. Τον έδεσαν και τον έβαλαν φυλακή, γιατί τον σεβόταν και δεν ήθελε τον θάνατό του.
Την νύκτα παρουσιάστηκε μέσα σε άσπρο σύννεφο ο Χριστός και η Παναγία και τον ρώτησαν γιατί τον έβαλαν φυλακή.
-Για τη δικιά σας αγάπη και πίστη μου απάντησε ο Νικόλαος.
Τότε ο Χριστός τον ελευθέρωσε από τα δεσμά και του έδωσε ένα Ευαγγέλιο και η Παναγία μας το ωμοφόριο του Αρχιερέα. Από τότε καθιερώθηκε όλοι οι Αρχιερείς να φορούν ωμοφόριο. Την άλλη μέρα όταν του πήγαν φαγητό και νερό στη φυλακή, τον είδαν να διαβάζει το Ευαγγέλιο και τους είπε την οπτασία που είδε και τι του συνέβηκε. Όλοι δόξασαν τον Θεό.
Η Σύνοδος, καταδίκασε τον Άρειο σαν αιρετικό κι οι Πατέρες γύρισαν στις επαρχίες τους. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος επέστρεψε στα Μύρα.
Σε ηλικία 100 χρόνων περίπου, αρρρώστησε και σε λίγο κοιμήθηκε περί το έτος 333 μ.Χ. για να πάει να βρει τον Κύριο που τόσο πολύ αγάπησε. Προτού πεθάνει, την ώρα που προσευχόταν, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είδε αγγέλους που έρχονταν, για να παραλάβουν την αγιασμένη ψυχή του.
Το ιερό λείψανό του τάφηκε στην αυλή της Επισκοπής Λυκίας. Ύστερα από πολλά χρόνια, στην πρώτη Σταυροφορία των Φράγκων κι΄όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος ο Α΄, το μετέφερε στο Μπάρι της Ιταλίας. Η μνήμη αυτή της μεταφοράς γιοράζεται στις 20 Μαϊου.
Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου στις 6 Δεκεμβρίου, ημέρα που πέθανε, και τον κατέταξε μεταξύ των μεγαλυτέρων και επισημοτέρων Αγίων. Η Πέμπτη μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη σ΄αυτόν.
Επίσης χαρακτηρίζει τον Άγιο και ως ισαπόστολο, για το μεγάλο του έργο.
Θεωρείται και σαν ένας από τους μεγάλους προστάτες του Ελληνικού Έθνους, γιατί ο μεγάλος αυτός ιεράρχης, με τα άπειρα θαύματά του, αναδείχθηκε ο προστάτης άγιος των θαλασσινών και των ναυτιλλομένων. Επειδή η Ελλάδα είναι κατ΄εξοχήν ναυτική χώρα, τόσο στο Εμπορικό, όσο και στο Πολεμικό Ναυτικό γιορτάζει πανηγυρικά τον Άγιο, και στους Ναυστάθμους, και όπου υπάρχει ναυτική μονάδα, τελούνται λειτουργίες και δοξολογίες στη μνήμη του.
Τον Άγιο Νικόλαο δεν τον τιμούν μόνο οι άνθρωποι της θάλασσας, αλλά και το σύνολο του Ορθόδοξου Χριστιανικού κόσμου.


ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Άγιος Νικόλαος έκανε πολλά θαύματα, τα πιο πολλά σε πλοία που κινδύνευαν, γι΄αυτό και οι χριστιανοί ναυτικοί τον έχουν προστάτη τους. Σε κάθε καράβι, σε κάθε βάρκα και γενικά σε κάθε πλεούμενο υπάρχει η εικόνα του Α γίου Νικολάου.
Μερικά από τα θαύματα του Αγίου είναι τα πιο κάτω:


[1] Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ.


Κάποτε ο Άγιος Νικόλαος αναχώρησε με ένα Αιγυπτιακό καράβι να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δει τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Ήθελε να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου.
Το βράδυ, είδε στον ύπνο του, ότι είχε πιάσει μεγάλη τρικυμία και ο σατανάς έκοψε τα σχοινιά από το καράβι κι ΄εσπασε το τιμόνι. Το πρωϊ, λέει στον καπετάνιο ότι αν πιάσει τρικυμία να μη φοβηθεί, γιατί θα είναι έργο του σατανά, κι ο Θεός θα τους βοηθήσει.
Στο καράβι ήταν πολλοί χριστιανοί που πήγαιναν και αυτοί για να προσκυνήσουν. Στη μέση του ταξιδιού τους, ξέσπασε πολύ μεγάλη φουρτούνα και περίμεναν όλοι τους να βουλιάξουν από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως όλοι πήγαν κοντά στον Άγιο και από το βέβαιο πνιγμό. Πράγματι ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο παρακαλώντας τον να καταπαύσει η μεγάλη θαλασσοταραχή και ο πολύ δυνατός άνεμος. Πράγματι ο άνεμος σταμάτησε και η θάλασσα γαλήνεψε.
Όμως κάποιος ναύτης την ώρα της φουρτούνας ανέβηκε στο κατάρτι για να φτιάξει το πανί γλύστρισε κι έπεσε στο κατάστρωμα και σκοτώθηκε. Τότε ο Άγιος Νικόλαος πήγε κοντά του, παρακάλεσε το Θεό να τον αναστήσει και το θαύμα έγινε. Ο ναύτης αναστήθηκε, σηκώθηκε σαν να ξύπνησε από τον ύπνο. Μετά από αυτό το γεγονός, πολλοί έτρεξαν κοντά στον Άγιο και βρήκαν τη θεραπεία τους.

[2] Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΕΙ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Αφού ο Άγιος προσκύνησε τον Πανάγαθο Τάφο του Κυρίου και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός, ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα του, μα κανένα πλοίο δεν πήγαινε αν δεν εύρισκε "ναύλο".
Τότε ο Άγιος είπε στον καπετάνιο ότι ο ίδιος θα του πληρώσει όλο τον ναύλο για να τον πάρει στα Πάταρα.
Όταν ανοίχτηκαν στο πέλαγος, ο αέρας ήταν καλός και αντί να πάνε στα Πάταρα, πήγαιναν πρώτα στη δικιά τους πατρίδα. Τότε ξαφνικά άρχισε μια φοβερή τρικυμία, που τους έσπασε το τιμόνι και το πλοίο ακυβέρνητο θα τσακιζόταν στους βράχους. Ο Άγιος τότε πραγματικά παρακάλεσε το Θεό και η θάλασσα γαλήνεψε και με ένα χοντρό ξύλο που ματαχειριστηκανε για τιμόνι έφτασαν στα Πάταρα. Όλοι τους χάρηκαν και δόξασαν τον Πανάγαθο.


[3] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΑ ΜΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ.

Κάποτε ήρθε πολύ μεγάλη πείνα στην περιοχή της Λυκίας. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ουδέποτε θυμούνται τέτοια μεγάλη πείνα. Τα δε Μύρα η επαρχία του Αγίου Νικολάου κινδύνεψε να καταστραφεί. Αλλά ο Άγιος λυπήθηκε το ποίμνιό του και ενήργησε ως ακολούθως:
Κάποιος πλοίαρχος φόρτωσε το πλοίο του με σιτάρι με προορισμό τη Γαλλία. Τη νύχτα στον ύπνο του βλέπει τον Άγιο Νικόλαο να του λέει: "το σιτάρι να το πάρεις στα Μύρα της Λυκίας και όχι στη Γαλλία, γιατί εκεί είναι μεγάλη πείνα και θα το πωλήσεις πολύ άκριβά και γρήγορα. Πάρε δε και τρία φλωριά και όταν φθάσεις στα Μύρα θα πάρεις και τα υπόλοιπα χρήματα. Το πρωϊ αφού ξύπνησε ο πλοίαρχος βρήκε στα χέρια του τα νομίσματα, διηγήθηκε στους ναύτες του τα όσα του συνέβησαν τη νύχτα και τους έδειξε και τα νομίσματα. Όλοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να οδηγήσουν το πλοίο στα Μύρα γιατί ήτανε θέλημα Θεού. Πράγματι, αφού έφθασαν στα Μύρα πώλησαν αμέσως όλο το σιτάρι σε πολύ καλή τιμή, οι δε κάτοικοι των Μύρων δόξασαν τον Θεό, ο οποίος τους φρόντησε για να μην πεθάνουν από την πείνα, αλλά πάντοτε φροντίζει αυτούς που στηρίζουν την ελπίδα τους στο πλούσιό του έλεος.


[4] Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΚΑΪΚΙ

Κάποτε ένα καϊκι κινδύνεψε να βουλιάξει. Οι νάυτες του κάλεσαν τότε τον Άγιο Νικόλαο να τους σώσει, γιατί άκουσαν ότι ο Άγιος είναι ο προστάτης των θαλασσινών και ότι τους βοηθά. Επεκαλέσθησαν τον Άγιο με τούτα τα λόγια: " Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ μας την ώρα αυτή, γιατί πνιγόμαστε". Πράγματι ξαφνικά παρουσιάστηκε στην πρύμνη του καϊκιού ένας καλόγερος, που κρατούσε το τιμόνι και είπε τους ναύτες: "Μη φοβάστε, με φωνάξατε να σας βοηθήσω και αμέσως ήρθα να σας βοηθήσω".
Όταν η θάλασσα γαλήνεψε, ο Άγιος χάθηκε, οι ναύτες βγήκαν στο λιμάνι των Μύρων και ζήτησαν να δούν τον Άγιο Νικόλαο. Μόλις μπήκαν στην Μητρόπολη είδαν τον ίδιο καλόγερο που ήταν στο τιμόνι και τους έσωσε. Τον έβλεπαν για πρώτη φορά και τον γνώρισαν. Ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως πέσανε και τον προσκυνήσανε λέγοντες: "Ευχαριστούμεν σε, δούλε του Θεού, γιατί αν δεν πρόφτανες να έρθεις, θα πνιγόμασταν στη θάλασσα".


[5] ΤΟ ΛΑΔΙΚΟ

Άλλο θαύμα που έκανε ο Άγιος Νικόλαος, είναι όταν μια μέρα παρουσιάστηκε μια γριά γυναίκα, που δεν ήταν άλλος από τον σατανά, στον πολίαρχο ενός καϊκιού, που θα πήγαινε με πολλούς χριστιανούς στα Μύρα για να ποσδκυνήσουν στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου το ιερό του λείψανο. Αυτή, λοιπόν η γριά, του λέει ότι θα ήθελε να πάσε και αυτή να προσκυνήσει μα δεν αντέχει τη θάλασσα γιατί είναι γριούλα και τον παρακάλεσε να πάρει ένα δοχείο λάδι για ν' ανάψουν τα καντήλια.
Ο πλοίαρχος το πήρε. Όλη την ημέρα ταξίδευαν καλά, αλλά τα μεσάνυκτα φάνηκε ο Άγιος Νικόλαος στον πλοίαρχο και του είπε να πετάξει το δοχείο με το λάδι που του είχε δώσει η γριά, γιατί εκεί μέσα είναι κρυμμένος ο σατανάς. Την άλλη μέρα ο πλοίαρχος το πέταξε στη θάλασσα, αμέσως μια φοβερή φλόγα βγήκε από μέσα, που μύριζε θειάφι και σηκώθηκε τόσο μεγάλο κύμα, που κόντεψε να βουλίαξει το καϊκι.


[6] ΟΙ ΤΑΪΦΑΛΟΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΏΖΕΙ ΤΟΥΣ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΕΣ

Κάποτε στην Μικρά Ασία μια μεγάλη περιοχή ονομαζόταν Μεγάλη Φρυγία και μια άλλη περιοχή κοντά στον Ελλήσποντο, την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν Τροία ήταν η Μικρά Φρυγία.
Στην Μεγάλη Φρυγία κατοικούσαν άνθρωποι αλλόφυλοι, και ξένοι, οι οποίοι ονομάζοντο Ταϊφάλοι. Αυτοί, λοιπόν, μια μέρα επαναστάτησαν εναντίον του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν το έμαθε αυτό ο Αυτοκράτορας έστειλε τρείς σπουδαίους στρατηγούς με πολύ στρατό και πλοία για να τους ειρηνεύσει και να τους καθησυχάσει. Οι στρατηγοί ήταν: ο Νεπωτιανός, ο Ούρσος και ο Ερπυλίων.
Επειδή έκανε τρικυμία μεγάλη, οι τρείς στρατηγοί οδήγησαν τα πλοία και το στρατό στο λιμάνι των Μύρων που λεγόταν Ανδριάκη και έμειναν εκεί ώσπου να καλυτερέψει ο καιρός. Οι στρατιώτες επειδή ήταν συνηθισμένοι στος αρπαγές βγήκαν αμέσως στη πόλη Μύρα και άρπαζαν από τους κατοίκους ότι εύρισκαν.
Μόλις το έμαθε αυτό ο Άγιος Νικόλαος, πήγε στο λιμάνι και βρήκε τους στρατηγούς και τους λέγει: "Ποίοι είσθε;"
Εκείνοι μόλις είδαν Αρχιερέα και γέροντα απάντησαν ταπεινά. "Είμαστε δούλοι του Βασιλιά και της αγιοσύνης σου και πηγαίνουμε με τη διαταγή του Βασιλιά και της αγιοσύνης σου και πηγαίνουμε με τη διαταγή του Βασιλιά να ειρηνεύσουμε τους Ταϊφάλους, οι οποίοι επαναστάτησαν και επειδή δεν κάμνει καλό καιρό για να αναχωρήσουμε αναγκαστήκαμε να μείνουμε εδώ, ώσπου να καλυτερεύσει ο καιρός". Τότε ο Άγιος Νικόλαος τους είπε: " Αφού ήλθετε να ειρηνεύσετε κόσμο επαναστητημένο, όπως σας διέταξε ο Βασιλιάς σας, γιατί ήλθετε σε ειρηνικό κόσμο και προκαλείτε τόση μεγάλη σύγχυση και ταραχή, αρπάζοντας ότι βρίσκετε "; Μόλις άκουσαν οι χιλίαρχοι εφοβήθηκαν πολύ, γιατί ήταν καλοί χριστιανοί και αγαθοί άνθρωποι είπαν προς τον Άγιο: " Ποίος είναι αυτός που προκαλεί σύγχυση, Δέσποτα Άγιε "; Ο δε Άγιος απάντησε:
" Εσείς είστε γιατί αφήνετε τους στρατιώτες σας αρπάζουν από την αγορά ότι θέλουν; Εσείς φταίτε ". Αμέσως οι στρατηγοί έτρεξαν στην αγορά κτυπήσανε μερικούς στρατιώτες και άλλους συμβούλευσαν να ησυχάσουν, τα δε πράγματα που είχαν κλέψει τα μοίρασαν στον κόσμο.
Ο Άγιος Νικόλαος τότε εφιλοξένησε τους τρείς στρατηγούς στη Μητρόπολη και ως καλός Πατέρας και Αρχιερέας συμβούλευσε και ευχήθηκε σ' αυτούς συνοδεύοντάς τους μέχρι το λιμάνι Ανδριάκη των Μυραίων.
Ενώ οι στρατηγοί και οι στρατιώτες ετοιμάζονταν να μπούνε στα πλοία για να αναχωρήσουν, ο δε Άγιος Νικόλαος ξεκίνησε από το λιμάνι επιστρέφοντας στα Μύρα, ξαφνικά βλέπει μια ομάδα από άνδρες και γυναίκες να κλαίουν και να τον παρακαλούν όπως προφτάσει και ελευθερώσει τρείς συγγενείς τους, τους οποίους άδικα ο διοικητής του τόπου Ευστάθιος καταδίκασε σε θάνατο δωροδοκηθείς από τους εχθρούς τους.
Αφού ο Άγιος γνώρισε το άδικο της απόφασης παρακάλεσε τους στρατηγούς να τον ακολουθήσουν και να σπεύσουν γρήγορα για να προλάβουν τους καταδικασθέντες σε θάνατο και να τους γλυτώσουν. Πράγματι μόλις πρόλαβαν και έφτασαν στον τόπο της εκτέλεσης την τελευτάια στιγμή πήρε από τα χέρια του δήμιου το σπαθί, με το οποίο επρόκειτο να απικεφαλίσει τους μελλοθάνατους και αφού έλυσε τα δεσμά και δοξάζοντες τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο.
Όταν το γογονός διαδόθηκε στην πόλη, άνδρες και γυναίκες έτρεχαν για να δούν το γεγονός. Το ίδιο έπραξε και ο Ευστάθιος καβαλλάρης στο άλογό του έτρεξε για να δεί τι συνέβει. Μόλις τον είδε ο Άγιος Νικόλαος του ανέφερε για την δωροδοκία και την άδικη κρίση πού επέβαλε σ'αυτούς τους αθώους ανθρώπους. Ο Ευστάθιος τότε ομολόγησε ότι ο Σιμωνίδης και ο Ευδόξιος ήταν οι πρώτοι που μαρτύρησαν εναντίον τους.
Τότε ο Άγιος διαμαρτυρήθηκε ενώπιον των τριών στρατηγών ότι θα καταγγείλει την πράξη αυτή στον Βασιλέα, για να μάθει ότι ο Ευστάθιος είναι άδικος κριτής. Μόλις άκουσε αυτά ο Ευστάθιος, φοβήθηκε πάρα πολύ και αμέσως έπεσε στα πόδια του Αγίου ζητώντας του συγχώρεση. Ό Άγιος Νικόλαος τον συγχώρεσε και επήλθε αγάπη μεταξύ τους.

[7] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΣ

Αφού είδαν όλα αυτά που συνέβησαν οι τρείς στρατηγοί μπήκαν στα πλοία τους και αναχώρησαν για τη Φρυγία, για ειρήνευση τους Ταϊφάλους. Πράγματι αφού νίκησαν τους Ταϊφάλους και τους ειρήνευσαν γύρισαν στην Κωνσταντινούπολη. Τότε ο Αυτοκράτορας τους τίμησε δίνοντάς τους πολλά δώρα και τους έβαλε σε ψηλώτερη θέση.
Μα ο σατανάς, που δεν θέλει το καλό κανενός, παρακίνησε μερικούς κακούς ανθρώπους να πλησιάσουν τον επίτροπο του Βασιλιά Αβλάβιο και να κατηγορήσουν τους στρατηγούς ότι τάχα δεν κτύπησαν τους επαναστάτες, παραμόνο έκαναν μυστική συμφωνία μαζί τους να κάνουν ξεχωριστό κράτος με βασιλιάδες τους τρείς στρατηγούς τον Νεπωτιανό, τον Ούρσο και τον Ερπύλιο. Οι συκοφάντες έδωσαν πολλά χρήματα στον Άβλάβιο και αυτός τους φυλάκισε χωρίς οι στρατηγοί να γνωρίζουν την αιτία. Οι κακοί εκείνοι άνθρωποι, φοβούμενοι μήπως φανερωθούν μια μέρα στο βασιλιά σαν ψεύτες, έδωσαν ακόμα περισσότερα χρήματα στον Αβλάβιο για να διατάξει να σκοτώσουν τους στρατηγούς. Αμέσως αυτός πήγε στον Αυτοκράτορα και του λέγει: " Πολυχρονεμένε μου Βασιλιά, οι τρείς στρατηγοί Νεπωτιανός, Ούρσος και Ερπυλίων τους οποίους έστειλες να ειρηνεύσουν τους Ταϊφάλους, αντί να εκτελέσουν την προσταγή σου, τους παρέσυραν με το μέρος τους και σκέπτονται να επαναστατήσουν κατά της βασιλείας σου. Εγώ τους φυλάκισα και τώρα η βασιλεία σου πρέπει να τους σκοτώσει για να γλυτώσεις από αυτούς και να παραδειγματιστούν και οι άλλοι".
Όταν ο αυτοκράτορας άκουσε τον Αβλάβιο τον πίστεψε και διάταξε να απικεφαλιστουν την επομένη μέρα. Τότε ο Αβλάβιος έγραψε την καταδίκη καί έστειλε είδηση στη φυλακή να δοθεί η αγγελία στους στρατηγούς. Όταν ο δεσμοφύλακας πήρε την είδηση και τη διάβασε, άρχισε να κλαίει και πήγε αμέσως στους στρατηγούς και τους είπε: " Αύριο αποκεφαλίζεσθε. Εάν έχετε κάτι να γράψετε στις οικογένειές σας να το πράξετε τό συντομότερο". Μόλις άκουσαν τη διαταγή του Βασιλιά παράλυσαν τα μέλη τους μη γνωρίζοντες την αιτία της καταδίκης και φώναζαν και έλεγαν: "Σε ποιό πράγμα φραίξαμε ενώπιον του Θεού και του Βασιλιά μας και καταδικαστήκαμε σε θάνατο; Ποιά είναι η αμαρτία μας και θέλουν να μας σκοτώσουν";
Οι τρείς στρατηγοί έγραψαν στην φυλακή την διαθήκη τους και τις τελευταίες θελήσεις και επιθυμίες τους. Ο ένας από τους τρείς ο Νεπωτιανός είπε ότι στο σημείο που φτάσαμε τώρα, μόνο ο Επίσκοπος Λυκίας μπορεί να μας βοηθήσει και να μας σώσει από το θάνατο. Κανένας άλλος δεν μπορεί να μας ελευθερώσει και να μας σώσει. Θυμάστε, τους λέει, τι συνέβει στα Μύρα της Λυκίας με τον μέγα Νικόλαο, ο οποίος ελευρέρωσε από τον άδικο θάνατο τους τρείς άνδρες. Αυτός γνωρίζει για μας και πρέπει να προσευχηθούμε και να τον παρακαλέσουμε να μας απελευθερώσει. Πράγματι και οι τρείς με δάκρυα στα μάτια εβόησαν λέγοντες: " Κύριε, ο Θεός του Πατρός ημών Νιλολάου, ο οποίος ελευθέρωσε από τον άδικο θάνατο τους τρείς άνδρες στα Μύρα, πρόφθασε, Κύριε, και μη παρίδεις την αδικία αυτή και ούτε δε να μας λησμονήσεις απότον κίνδυνο θανάτου που βρισκόμαστε. Ελευθέρωσέ μας από τα χέρια των εχθρών μας και πρόφθασε σε βοήθειά μας, γιατί αύριο θα θανατωθούμε". Όλη τη νύχτα προσεύχονταν γονατιστοί μέσα στη φυλακή. Και πραγματικά, το ίδιο βράδυ, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βλέπει οπτασία τον Άγιο Νικόλαο που του λέει: "Βασιλιά, ξύπνα και λευτέρωσε τους τρείς στρατηγούς σου, γιατί όσα σου είπαν είναι ψέμα. Άν δεν το κάνεις, γρήγορα θα πεθάνεις". "Ποίος είσαι σύ"; Ρώτησε ο βασιλιάς. "Είμαι ο Επίσκοπος Λυκίας, κι' εγώ τους φιλοξένησα και τους γνωρίζω καλά".
Ο Άγιος πήγε μετά στον Έπαρχο Αβλάβιο και του είπε: "Αβλάβιε, ανόητε, γιατί πήρες χρήματα και αδίκησες τους τρείς άνδρες, οι οποίοι δεν έπταισαν σε τίποτε; Γρήγορα να τους ελευθερώσεις, ειδάλλως θα πεθάνεις". "Ποίος είσαι συ", ρώτησε Αβλάβιος.
Ο Άγιος απάντησε ότι είναι ο Νικόλαος ο δούλος του Θεού και ο Αρχιερέας των Μυραίων. Μόλις είπε αυτά ο Άγιος, ο Αβλάβιος αμέσως ξύπνησε και σκεφτόταν τι σήμαινε το όραμά του.
Ενώ λοιπόν ο Αβλάβιος σκεφτόταν τα οραθέντα, έφθασαν οι υπηρέτες του βασιλιά Κωνσταντίνου και του λέγουν: "Πήγαινε γρήγορα και σε ζητά ο Βασιλιάς". Αμέσως πήγε και παρουσιάστηκε στο Βασιλιά, ο δε Βασιλιάς μόλιε τον είδε άρχισε να του διηγείταιο όραμα που είδε. Ο Αβλάβιος απάντησε αμέσως ότι είδε το ίδιο όνειρο και απορούσε πολύ. Τότε ο Βασιλιάς ζήτησε συγγνώμη από τους τρείς στρατηγούς και τους διηγήθηκε την οπτασία που είδε.
Οι τρείς στρατηγοί ελευθερώθηκαν και έγιναν μοναχοί. Τις δε περιουσίες τους τις μοίρασαν στους φτωχούς και στους δυστυχισμένους.
Ο Βασιλιάς τους έδωσε ένα χρυσό Ευαγγέλιο, ένα χρυσό θυμιατήρι στολισμένο με πολύτιμους λίθους και δυο μεγάλες επίχρυσες λαμπάδες δώρα για την Εκκλησία στην οποία ήταν Αρχιερέας ο Άγιος Νικόλαος.


[8] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (ΠΝΙΓΜΟ) ΕΥΣΕΒΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ.

Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη ζούσε κάποιος χριστιανός ευλαβής και πιστός, ο οποίος υπεραγαπούσε τον Άγιο Νικόλαο, όπως και ο Άγιος τον αγαπούσε πολύ. Θέλησε κάποτε να ταξιδέψει με καράβι για ατομική του υπόθεση. Πήγε πρώτα στο ναό του Αγίου Νικολάου στην Κωνσταντινούπολη που τον είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, για να προσκυνήσει προτού ξεκινήσει για το ταξείδι του. Έπειτα, αφού αποχαιρέτησε τους συγγενείς και τους φίλους του, μπήκε στο καράβι. Κατά τη νύχτα οι νάυτες ξύπνησαν για να διορθώσουν τα παννιά γιατί είχε αλλάξει η διεύθυνση του ανέμου. Την ίδια στιγμή ξύπνησε και ο καλός αυτός χριστιανός και πήγαινε για φυσική του ανάγκη. Πέρασε απ' εκεί που κατεγίνοντο οι ναύτες με τα σύνεργά τους και περιπλεχθείς με τα παννιά έπεσε στη θάλασσα. Οι ναύτες πρόσεξαν τον άνθρωπο που έπεσε στη θάλασσα, αλλά δεν μπόρεσαν να τον σώσουν, γιατί ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός. Το μόνο που έκαναν ήταν να τον κλαίνε συνέχεια για τον τραγικό θάνατό του.
Ο άνθρωπος αυτός, καθώς ήταν ντυμένος, καταποντίστηκε στο βυθό της θάλασσας, θυμήθηκε και έλεγε νοερά: " Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ με ".
Οι συγγενείς του, που κοιμούνταν εκείνη την ώρα στο σπίτι, ξύπνησαν έντομοι ακούοντας τις φωνές του. Επίσης ξύπνησαν και οι γείτονες του από το θόρυβο και έτρεξαν στο σπίτι του και είδαν και αυτοί τη σκηνή και πρόσεξαν που έτρεχε τον νερό της θάλασσας από τα ρούχα του. Όλοι όσοι ήταν παρόντες και είδαν τα συμβάντα έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί και δεν ήξεραν τιν να πουν. Τότε ο χριστιανός άρχισε να διηγήται αυτό που του σνηνέβξκε και να τους παρακαλεί να του πουν πως βρέθηκε στο σπίτι του σε τέτοιες συνθήκες. Όλοι τότε έκλαιγαν και φώναζαν. "Κύριε, ελέησόν".
Αφού ο χριστιανός άλλαξε τα ρούχα του και φόρεσε στεγνά ξεκίνησε για να πάει στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου να προσκυνήσει και να ευχαριστήσει τον Άγιο για το θαύμα που έκανε. Ο ναός έγινε κατάφωτος και είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος ρωτώντας ο ένας τον άλλο τι είχε γίνει και αμέσως το θαύμα έγινε γνωστό. Μάλιστα δε όταν πλησίασαν τον διασωθέντα πρόσεξαν ότι ευωδίαζε το σώμα του από διάφορα αρώματα, εξέστησαν όλοι και δόξασαν το Θεό ευχαριστούντες τον μέγα Ιεράρχη Νικόλαο.
Αυτό το θαύμα του Αγίου έγινε σε λίγες μέρες γνωστό σε όλη την Κωνσταντινούπολη. Έφτασε δε και στα αφτιά του Βασιλιά και του Πατριάρχη. Αμέσως κάλεσαν Ιερά Σύνοδο, καθώς και τον διασωθέντα χριστιανό, ο οποίος στάθηκε μπροστά σε όλους τους συναθροισθέντες Συνοδικούς, που φώναζαν: "Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου!" Όλοι οι χριστιανοί έκαμαν λιτανεία και αγρυπνία, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεό, απονέμοντες δε και την πρέπουσα ευχαριστία στον Άγιο Νικόλαο.



[9] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΣΤΡΕΙΔΑΣ

Στο Άγιο Όρος είναι ένα μοναστήρι, που το λάνε,του Σταυρονικήτα. Είναι ένα μικρό και φτωχό μοναστηράκι τιμημένο στο όνομα του Αγίου Νικολάου. Το μοναστήρι αυτό στην αρχή κτίστηκε εις μνήμη του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Κατά την εποχή των εικονομάχων οι καλόγεροι ρίξανε πολλές εικόνες στη θάλασσα για να μην τις μολύνουν τα χέρια των εικονομάχων. Μια από τις εικόνες εκείνες, ήταν του Αγίου Νικολάου, που βρίσκεται σήμερα στο μοναστήρι του Σταυρονικήτα και που είναι μια από τις θαυματουργές εικόνες του Αγίου Όρους.
Κάποτε το μοναστήρι αυτό το κάψανε οι κουρσάροι. Ο Πατριάρχης, ο Ιερεμίας ο Παλαιός, θέλησε να το ξανακτίσει στο όνομα του Άγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Κι ενώ οι μαστόροι άρχισαν το κτίσιμο, οι καλόγεροι έρριψαν τα δίχτυα στη θάλασσα για να πιάσουνε κανένα ψάρι. Όταν τραβήξανε τα δίχτυα βρήκαν μέσα σ΄αυτά το θαυματουργό εικόνισμα του Αγίου Νικολάου.
Στο μέτωπό του ήταν κολλημένο ένα στρείδι. Όταν το τραβήξανε για να το ξεκολλήσουν συνέβηκε κάτι το συγκλονιστικό. Έτρεξε αίμα από την πληγή που άνοιξε το στρείδι! Απ' αυτό το θαύμα, ονομάστηκε, Άγιος Νικόλαος Στρειδάς. Και η ονομασία αυτή παραμένει μάχρι σήμερα.
Η εικόνα εκείνη είναι πολύ παλαιά. Είναι φτιαγμένη όχι με ζωγραφική. Είναι ψηφιδωτή. Τέτοιες εικόνες μωσαϊκές, όπως τις λέμε, έχουν φιλοτεχνηθεί σε τοίχους αρκετών ναών. Τέτοιες υπάρχουν στο Δαφνί, στην Αγία Σοφία, στον Άγιο Δημήτριο Θεσσαλονίκης και αλλού. Φιλοτεχνημένες όμως σε ξύλινα, μικρά εικονίσματα υπάρχουν πολύ λίγες...
Το παλιό προσκυνητάρι του Αγίου Όρους αναφέρει το εξής για την εικόνα αυτή του Αγίου:
"Αύτη η εικών εβγήκε από την θάλασσαν, επειδή και την έρριψαν εις αυτήν κατά τον καιρόν της εικονομαχίας τινές και από την πολυκαιρίαν όπου έκαμεν εις την θάλασσαν, εφύτρωσεν ένα οστρείδιον εις το μέτωπόν της δια τούτο και οστρειδάς καλείται είναι δε μετά μωσίου ψηφίδων χρυσών η ιεροϊστορία εγκεκοσμημένη εις κάλλος".Μόλις λοιπόν είδε ο Πατριάρχης το θαύμα αυτό του εικονίσματος, αφιέρωσε το καινούργιο μοναστήρι που κτιζόταν, στ' όνομα του Αγίου Νικολάου και όχι του Προδρόμου. Και το μεν κέλυφος του στρειδιού το έκανε ο Πατριάρχης δισκάκι για το ύψωμα της Παναγίας, στην Αγία Τράπεζα, το δε άλλο το έκανε εγκόλπιο και βρίσκεται τώρα στο σκευοφυλάκιο του Πατριαρχείου της Μόσχας.... Το θαύμα αυτό συνέβει στα 1553.


[10] ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ ΜΟΝΑΧΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

* Στη Βέρροια της Μακεδονίας έχει Μετόχι η Μονή. Μια δυο φορές τον χρόνο, πάντοτε το καλοκαίρι, επικοινωνούσαμε δια θαλάσσης με μικρό πλοιάριο της Μονής.
Κάποτε ταξίδευα με δυο αδελφούς προς τον Μετόχι. Αλλά ανάμεσα στην Κασσάνδρα και στο Πήλιο επικρατούσε μια ασυνήθιστη άπνοια, ενώ κωπηλατούσε κανονικά. Η εκνευριστική θάλεγε αυτή νηνεμία μ΄ έβαλε σε σκέψη ότι προμηνύεται μεγάλο κακό. Ζωηρή η ανησυχία μου, δίχως συγκεκριμένο λόγο. Κάτι σαν προαίσθημα. Κι ενώ οι αδελφοί με παρακαλούσαν να κόψουμε για λίγο την κωπηλασία για να ξεκουραστούμε, εγώ τους προέτρεπα να επιταχύνουν, σαν να με παρότρυνε κάτι πως επίκειται κίνδυνος. Έπρεπε να φτάσουμε το συντομότερο στην ακτή μεταξύ Πηλίου και Ολύμπου. Μια ελαφρή θαλασσινή αύρα μας βοήθησε αρκετά. Φτάσαμε στην ακτή, αποβιβαστήκαμε, τραβήξαμε το πλοιάριο. Εν τω μεταξύ μικρό νεφύδριο φάνηκε πάνω από το Πήλιο, που ολοένα μεγάλωνε και μαύριζε. Προάγγελος του φοβερού κακού. Τι τρομερό ξέσπασμα ήταν εκείνο που ακολούθησε! Μιά σπανιοτάτη θυελλώδης καταιγίδα, μπουρίνα που λένε.
Οι κάτοικοι, σαν φτάσαμε, συνέτρεξαν όλοι, κατάπληκτοι, απορημένοι, μας κοίταζαν και σταυροκοπιούντο, ομολογώντας πως μας γλύτωσε ο άγιος Νικόλαος.
Μείναμε λίγες μέρες, εφοδιαστήκαμε, παραλάβαμε τα τρόφιμα και αναχωρήσαμε. Μα τι θέαμα ήταν εκείνο, όταν επιστρέφαμε! Όπου κι αν περνούσαμε, ναυάγια. Όσα πλοία είχαν αγκυροβολήσει σε λιμάνια που προσβάλλονταν απ' το Λίβα ή τον Γαρμπή, είχαν εξωκείλει ή είχαν βυθυστεί. Όλη η νοτιοδυτική πλευρά της Κασσάνδρας, της Σιθωνίας, του Άθωνος είχε προσβληθεί από την καταιγίδα.
Σαν φτάσαμε στο Μοναστήρι, είδαμε ένα συγκλονιστικό θέαμα: Λιτοχωρινό πλοίο, γεμάτο ξυλεία, βυθισμένο. Εκεί πλέον αποκορυφώθηκε η συνκίνησή μας...
Αποφεύγοντας τα σχόλια, τονίζω μονάχα εκείνη την αόριστη ανησυχία που είχα στο πηγαιμό. Δεν ήταν όντως έκδηλη και εναργής η επέμβαση του Αγίου;



[11] ΘΑΥΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Κάθε χρόνο στις 6 Δεκεμβρίου η Μονή μας επιτελεί την πανήγυρη του αγίου Νικολάου, και προμηθεύεται ψάρια από το Παλούρι, Κασσάνδρας. Εκειί εδρεύουν συστηματικοί ψαράδες.
Λιγες μέρες πριν την πανήγυρι, εστάλει το πλοιάριο της Μονής να παραλάβει τα ψάρια. Κυβερνήτης ένας έμπειρος μοναχός, ψημένος στις θάλασσες από κοσμικός, ευλαβέστατος και απλούς.
Μα πριν ακόμη επιστρέψει, άρχισαν να πνέουν σφοδροί νοτιοδυτικοί άνεμοι που καθυστερούσαν την αναχώρηση. Η πανήγυρη επλησίαζε, ο καιρός δεν υποχωρούσε, οι άνεμοι ενισχύοντο, ο μοναχός ανησυχούσε. "Να γίνει πανήγυρη χωρίς ψάρια"; Αδιανόητο, κατά τη γνώμη του. Αποφάσισε να φύγει μέσα στη θαλασσοταραχή. Του κάκου πάσχιζαν να τον πείσουν οι άλλοι ψαράδες να μην κάνει τέτοιο παρανοϊκό εγχείρημα. Αμετάκλητος ο καλόγερος.
Ξεκίνησε λοιπόν, έκανε το σταυρό του, κι έβαλε την εικόνα του αγίου Νικολάου στο πηδάλιο λέγοντας: "Άγιε Νικόλα, βλέπεις τον καιρό. Κάνε το κουμάντο σου, για να μη γίνει η πανήγυρή σου χωρίς ψάρια. Φεύγουμε!".
Έκανε όντως το κουμάντο του ο άγιος. Έφθασαν πολύ κοντά στο Μοναστήρι, τους αντιλήφθηκαν οι πατέρες, βγήκαν να τους δούν. Σαν γλάρος πετούσε το πλοιάριο πάνω στα κύματα. Πήραν την εικόνα του αγίου Νικολάου, κι άρχισαν να δέονται για να προσεγγίσει με ασφάλεια. Μα κάτω από τέτοιες συνθήκες ήταν εντελώς αδύνατο να προσορμισθεί το πλοιάριο.
Άλλά δεν ήταν αδύνατο για τον άγιο. Και τούτο ένα πελώριο κύμα σήκωσε ψηλά το σκάφος, το κατέβασε ομαλά-ομαλά μέσα στον αρσανά*, στη θέση όππου τοποθετείτο, και κατόπιν υποχώρησε ήρεμα, εκτελώντας το καθήκον του. Το γεγονός επανηγυρίσθει ιδιαιτέρως. Θαυμαστή τοσο η πίστη του ενάρετου μοναχού, όσο και η υπακοή του αγίου.
*Αρσανάς ή Ταρσανάς = ναυπηγείο, ναύσταθμος, αποβάθρα.



[12] ΠΩΣ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΟΛΙΑΣ

Το θαύμα που θα αναφέρουμε τώρα εγινε στην Κύπρο μας πριν πολλά χρόνια.
Το χωριο Άγιος Νικόλαος της Σολιάς δεν είχε αυτό το όνομα από την αρχή. Ένα θαύμα όμως του Αγίου Νικολάου έναμε τους κατοίκους να δώσουν στο χωριό τους αυτό το όνομα.
Ένας γεωργός μια μέρα, ζευγαρίζοντας το χωράφι του, συνάντησε μια δυσκολία. Το υνί του αλετριού του πιάστηκε κάτω από μια μέγάλη πέτρα. Με την αξίνα του ο γεωργός ξέθαψε την πέτρα και την έβγαλε στην επιφάνεια του χωραφιού.
Εκεί πρόσεξε που η πέτρα είχε μια τρύπα από τη μια άκρη ίσα με την άλλη, καμωμένη ξεπίτηδες. Ο γεωργός σκέφτηκε πως μια τέτοια πέτρα του είναι χρήσιμη και, ξεκινώντας το απόγευμα για το σπίτι του, την κουβάλησε στην αυλή του. Πέρασε από την τρύπα το σκοινί του βοδιού του το΄δεσε εκεί. Το πρωϊ που ξύπνησε, βρήκε πεθαμένο το βόδι του και φώναξε τους γείτονες για να τους πεί πως μπορεί να΄παθε το βόδι του από την πέτρα, γιατί μπορούσε να ΄ναι δαιμονοκαβαλλικεμένη. Οι γείτονες είπαν πως το βόδι πέθανε από κάποιο χόρτο, που ΄φαγε και όχι από την πέτρα. Ωστόσο ο γεωργός επέμενε, ώσπου μια μέρα, ένας γέρος του είπε, πως αυτό που έπαθε, είναι θαύμα του Αγ. Νικολάου, γιατί είχε ακούσει από τον παππού του, πως στο μέρος εκείνο που βρήκε την πέτρα βρισκόταν ο ναός του Αγ. Νικολάου που καταστράφηκε από τους Σαρακηνούς.
Ο γεωργός άρχισε να υποψιάζεται πως ο γέρος μπορεί να΄χει δίκιο. Ένα Σάββατο βράδυ φάνηκε στον ύπνο του ο Άγιος Νικόλαος και του είπε πως, εκεί που βρήκε την πέτρα, είναι η εκκλησία του θαμμένη βαθειά, και πρέπει να σκάψει να τη βρεί. Ο γεωργός εκείνος, την Κυριακή που πήγε στον Ναό, ύστερα από τη λειτουργία, ανάφερε στους χωριανούς του το όραμα που είδε, και τους παρακάλεσε να πάνε μαζί του να σκάψουν και να βρούνε τον Ναό. Εκείνοι τον ακολούθησαν και προτού δύσει ο ήλιος, βρήκαν τους τοίχους του Ναού. Εξακολούθησαν το ξέχωμα και ξέθαψαν ολόκληρο τον Ναό με όρθιους τους τοίχους ως τη μέση, και μάλιστα ζωγραφισμένους. Απάνω σ' ένα τοίχο ήταν ζωγραφισμένος ολόσωμος ο Άγιος Νικόλαος. Οι χωριανοί αποφάσισαν τότε να κτίσουν στην ίδια θέση τον Ναό του Αγίου και να ονομάσουν το χωριό τους Άγιο Νικόλαο.


[13] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΝΕΩΚΟΡΟ.

Το παρόν θαύμα καθώς και το επόμενο τα αφηγήθηκε η κα Σύλβια Λεωνίδου - Ονησιφόρου από την Λεμεσό και τα κατάγραψε ο κος Κυριάκος Νικολαίδης στο βιβλίο "Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΕΝΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗ ΛΕΜΕΣΟ" (Έκδοση Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Λεμεσού).
Αρχίζει η αφήγηση... Ο παππούς μου δηλαδή ο πατέρας της μητέρας μου, ονομαζόταν Ιωάννης Κυριακίδης. Υπηρέτησε στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου σαν νεωκόρος περισσότερο από τριάντα χρόνια. Ήταν ένας τίμιος, ειλικρινής, ταπεινός και καλός άνθρωπος και αγαπούσε πάρα πολύ την Εκκλησία και είχε μεγάλη αδυναμία στον Αγιο Νικόλαο. Τον είχε πάντοτε προστάτη και βοηθό του.
Η Ιερά Μητρόπολη Κιτίου (η Λεμεσός υπαγόταν στην Μητρόπολη Κιτίου) είχε παραχωρήσει στον παππού μου το ένα από τα δυο σπίτια που υπήρχαν κοντά στη Εκκλησία, ακριβώς εκεί που στεγάζεται σήμερα το Ενοριακό Κέντρο, και ζούσε μαζί με τη γυναίκα του Ελένη. Στο άλλο σπίτι έμενε ο ιερέας με την οικογένειά του.
Ένα βράδυ του χειμώνα, που βροχές έρχονταν και βροχές έφευγαν, είχε μιά μεγάλη καταιγίδα. Ήταν χαλασμός κόσμου. Βροντές ακούγονταν από μακρυά και μεγάλες αστραπές έσχιζαν τον ουρανό από ανατολή σε δύση. Μεγάλη ερημιά και βαθύ σκοτάδι επικρατούσε παντού. Ούτε φώτα υπήρχαν, ούτε φεγγάρι, ούτε άστρα, γιατί ο ουρανός ήταν σκεπασμένος από μαύρα πυκνά σύννεφα.
Ο παππούς μου είχε πλαγιάσει νωρίς. Περασμένα τα μεσάνυκτα. Η γιαγιά ξαφνικά άκουσε να σηκώνεται από το κρεββάτι του ο παππούς και τον βλέπει να ρίχνει βιαστικά πάνω στους ώμους του το φτωχικό του σακκάκι, έτοιμος να βγεί έξω από το σπίτι. Αμέσως η γιαγιά μου του έβαλε τις φωνές. "Που πας Γιαννή, τέτοια ώρα;" Ο δε παππούς ήρεμος και με σιγανή φωνή απαντά. "Μη φοβάσαι, Ελένη. Ήρθε ο Άγιος Νικόλαος και μου είπε ότι έπεσε η ασημένια εικόνα του κάτω στο πάτωμα της εκκλησίας και θα πάω να την σηκώσω".
Παρόλες τις προτροπές της γιαγιά να μην πάει μέσα σε τέτοια φοβισμένη και βροχερή νύκτα, εντούτοις ο παππούς πήγε γρήγορα στον ναό χωρίς να χάσει λεπτό.
Μετά από λίγη ώρα επέστρεψε μούσκεμα σαν παπί, αλλά πολύ ικανοποιημένος και ευχαριστημένος. Είχε πράγματι δίκαιο. Η ασημένια εικόνα του Αγίου Νικολάου ήταν πεσμένη στο πάτωμα της εκκλησίας, όπως του είχε πεί προηγουμένως ο Άγιος. Ο παππούς σήκωσε την εικόνα του αγίου με μεγάλο σεβασμό και με πολλή ευλάβεια και την τοποθέτησε ξανά στην παντοτινή της θέση. Κάνοντας το σταυρό του τρείς φορές προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο και αφού κλείδωσε την πόρτα της εκκλησίας, γύρισε μέσα στις βροχές στο φτωχικό του κρεββατάκι, για να συνεχίσει τον ύπνο του, ευχαριστημένος και ικανοποιημένος πλέον, γιατί είχε πράξει στο ακέραιον το καθήκον του.


[14] Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΕΥΣΕΒΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΗ

Η κα Σύλβια Λεωνίδου - Ονησιφόρου συνεχίζει να αφηγείται το δεύτερο θαύμα που έγινε στην οικογένειά της.
Η μητέρα μου Χρυστάλλα Ανδρέου κοιμήθηκε στις 3/2/1992. ΄Ηταν μια πολύ ήσυχη και πιστή γυναίκα και μεγάλωσε εκεί στα παλιά σπίτια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
Ένα απόγευμα του καλοκαιριού του 1985 ενώ καθόταν στην βεράντα του σπιτιού μαζί με τον πατέρα μου Ανδρέα Λεωνίδου και την μικρή μου αδελφή την Αγγελική Λεωνίδου και συνομιλούσαν όλοι μεταξύ τους, ξαφνικά η μητέρα μου σηκώθηκε από την καρέκλα της, άνοιξε την αγκαλιά της και την άκουσαν να φωνάζει: "Καλωσορίσατε, καλωσορίσατε! Περάστε μέσα". Το πρόσωπό της έλαμπε κάπως παράξενα και φαινόταν παρα πολύ χαρούμενη. Οι άλλοι που την είδαν και πρόσεξαν τις κινήσεις της και άκουσαν και τα λόγια της που είπε, δεν κατάλαβαν, μα ούτε μπορούσαν να εξηγήσουν το λόγο που την έκαμε να πράξει ότι έπραξε.
Μετά από λίγα λεπτά κάθησε ήσυχη στην καρέκλα της. Ανήσυχοι οι άλλοι τη ρώτησαν τι είχε και τι έπαθε. Τότε η μητέρα μου απάντησε φυσικότατα: "Δεν βλέπατε τους τρείς Δεσποτάδες που ήλθαν στο σπίτι μας; Ήταν εδώ κοντά μας ο Άγιος Νικόλαος, ο Απόστολος Λουκάς και τον τρίτο δεν τον κατάλαβα ποιός ήταν. Και οι τρείς ήταν ντυμένοι στα αρχιερατικά τους ενδύματα. Τους είπα να περάσουν μέσα, αλλά ο Άγιος Νικόλαος μου απάντησε ότι ήταν όλοι τους βιαστηκοί. Αμέσως εκείνη τη στιγμή ο ΄Αγιος Νικόλαος ευλόγησε το σπίτι μας και μου είπε να μην φοβούμαι και ότι όλα θα πάνε καλά. Μου χαμογέλασαν και οι τρείς, βγήκαν από την αυλή μας και προχώρησαν προς το μέρος της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Εσείς δεν τους είδατε που ήταν εδώ; Γιατί με ρωτάται;"
Η μητέρα μου την ώρα που έγιναν όλα αυτά ήταν ξύπνια και είχε τις αισθήσεις της. Επίσης η μητέρα μου ήταν ένας πολύ θετικός και ειλικρινής άνθρωπος και έλεγε με σιγουριά και με ενθουσιασμό εκείνα που συνέβηκαν εκείνο το απόγευμα του καλοκαιριού το 1985.


[15] ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΗΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΤΗΣ

Γύρω στο 1920 όταν ήμουν μικρό κοριτσάκι, μέναμε εδώ στον Άγιο Νικόλαο. Είχαμε μεγάλη φτώχεια. Ο πατέρας μου ήταν βοσκός και είχε δικό του κοπάδι. Κάποια μέρα πήτε για να κόψει ξύλα. Εκεί λοιπόν που πήγε κτύπησε σ' ένα σημείο σ' ένα δέντρο και "έχασε το φώς του" (τυφλώθηκε). Ο κόσμος είπε ότι κτύπησε το "τραπέζι του έξω που δαμέ" (διαβόλου).
Επισκέφτηκε διάφορους γιατρούς και δεν γιατρευόταν. Πήγε και σε διάφορες εκκλησίες. Στο τέλος αποφάσισε να πάμε περπατητοί από τον Άγιο Νικόλαο στην Αγία Βαρβάρα στο Ζακάκι. Το βράδυ, στον ύπνο του, φανερώθηκε ένας Άγιος και του είπε: "Πήγες σε όλες τις εκκλησίες και κοντά μου δεν ήρθες".
"Ποιός είσαι;" ρώτησε ο πατέρας μου. Και πήρε την απάντηση: "Είμαι ο Άγιος Νικόλας. Θέλω να έρθεις έτσι..." και σήκωσε τα ράσα του, δείχνοντας τα πόδια του που ήταν καθαρά.
Ο πατέρας μου ζήτησε να του βράσουν νερό και έκανε μπάνιο. Κάναμε μαζί την αντίστροφη πορεία με τα πόδια αυτός, ο αδελφός μου ο Χαράλαμπος κι' εγώ. Το βράδυ ο πατέρας μου κοιμήθηκε μόνος του μέσα στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Το άλλο πρωϊνό πήγαμε να τον πάρουμε από εκεί αλλά δεν τον βρήκαμε. Είχε γίνει καλά. Ο Άγιος Νικόλαος θεράπευσε τα μάτια του και όταν ξύπνησε έβλεπε όπως πρίν. Είχε πάει σπίτι μας, στη στάνη, πήρε το κοπάδι και το οδήγησε στην βοσκή.
Όλοι μας δοξάσαμε τον Θεό και τον Άγιο Νικόλαο! Οι "παλιοί" είχαν μεγάλη πίστη βλέπετε.


[16] ΘΑΥΜΑ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

(Απόσπασμα από την εφημερίδα "ΣΗΜΕΡΙΝΗ"
ημερομηνίας 19/7/1998)
Ο αστυφύλακας Πολύδωρος Γεωργιάδης δεν είναι από τους ανθρώπους, που λυγίζουν εύκολα. Αντιμετωπίζει με ψυχραιμία και μοναδική νηφαλιότητα, τη ζωή. Όταν θυμάται όμως, τις 100 μέρες της αιχμαλωσίας του, σταν μπουντρούμια των Αδάνων και της Αμάσιας, είναι αδύνατο, όσο κι αν προσπαθεί, να κρύψει τα δάκρυά του κι ακόμα περισσότερα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, όταν εξιστορούσε την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου, μέσα στο κελλί του, στις 5 Σεπτεμρίου. Ας τον αφήσουμε να μας αφηγηθεί τι είδε:
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
"Ενώ κοιμόμουν, στις 10 το βράδυ εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος, κρατώντας στο ένα χέρι τη γυναίκα μου, η οποία φορούσε τα ίδια ρούχα με την τελευταία μέρα, που την είδα, όταν πιάστηκα αιχμάλωτος, και στο άλλο χέρι ένα μωρό. "Να η γυναίκα σου και το αρσενικό μωρό που σου γέννησε", μου είπε. "Ναι, αλλά το τάξαμε στον Απόστολο Ανδρέα", του απάντησα. "Το ξέρω, αλλά να το βαφτίσετε στην εκκλησία μου", μου είπε ο Άγιος Νικόλαος και εξαφανήστηκε. "Την ίδια στιγμή", πρόσθεσε ο Πολύδωρος Γεωργιάδης, είδα την εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο χωριό μου, τη Νατά της Πάφου. Μετά από λίγες μέρες, ήρθε στις φυλακές ο Ερυθρός Σταυρός και εγώ έγραψα αυτά που είδα τη νύκτα της 5ης Σεπτεμβρίου, όταν εμφανίστηκε ο Άγιος Νικόλαος. Οι Σημειώσεις μου έφθασαν, μέσω του Ερυθρού Σταυρού, στα χέρια της γυναίκας μου, η οποία αργότερα μού είπε ότι συγκλονήστηκε και ενημέρωσε όλους τους συγχωριανούς μου για την εμφάνιση του Αγίου Νικολάου. Στις 28 Οκτωμβρίου, όταν απελευθερώθηκα, πήγαμε κατευθείαν στη Νατά. Ήταν 1.30 το πρωί και όλοι οι συγχωριανοί μου, που ήταν ειδοποιημένοι, βρίσκονταν στο πόδι, ενώ η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου κτυπούσε χαρμόσυνα".

Με πληροφορίες από imlemesou.org/

ΠΗΓΗ: http://anavaseis.blogspot.gr/2010/12/blog-post_06.html