IC.XC.NIKA

IC.XC.NIKA
IC.XC.NIKA

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ



Μορφὴ βιβλική. Φυσιογνωμία προνομιοῦχος καὶ διαλεχτή. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀποστόλους γνώρισε τὸν Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ πρῶτος κλήθηκε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, γι’ αὐτὸ καὶ Πρωτόκλητος. Τὸ ὄνομά του τὸ ἱερὸ κατέχει ἰδιαίτερη θέση στὴν ψυχὴ τῶν Ἑλλήνων.
Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Ἔθνους μας.

Ὁ Ἀνδρέας καταγόταν ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδᾶ τῆς Γαλιλαῖας καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ καὶ ἀδελφὸς τοῦ πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Πέτρου. Τὸ ἐπάγγελμά του ἦταν ψαράς.
Ἦταν ὅμως ἀπὸ τὶς εὐγενικὲς ἐκεῖνες ψυχές, ποὺ μελετοῦσαν τοὺς προφῆτες καὶ περίμεναν μὲ λαχτάρα τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Ἐὐαγγελιστὴ, ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη καὶ ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δυὸ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ καὶ ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀκολούθησαν μὲ προθυμία καὶ ζῆλο κι ἔμειναν κοντά του ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τί εἶδαν καὶ τί ἄκουσαν ὅλες ἐκεῖνες τὶς ἀξέχαστες ὧρες; Χωρὶς ἄλλο, λόγια ἅγια καὶ θεία. Ρήματα ζωῆς αἰωνίου. Λόγια, ποὺ τοὺς συνεπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τοὺς ἔκαμαν νὰ πιστέψουν πὼς στ’ ἀλήθεια ὁ Ἰησοῦς ἦταν Ἐκεῖνος ποὺ περίμεναν.
Ὁ Μεσσίας. Ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων.

Τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴν ἱκανοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία καὶ ἐπαφή τους μὲ τὸν Κύριο τὴν βλέπουμε ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἀνδρέα. Μόλις χωρίστηκαν ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, ἔτρεξε νὰ συναντήσει τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του Πέτρο καὶ νὰ τοῦ πεῖ μὲ χαρά: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν (ὁ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον Χριστός) καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν». Πόση καλοσύνη. Πόση εὐγένεια ψυχῆς! Πόση ἀγάπη! Δὲν κράτησε μόνος τὴν χαρά του. Ἔσπευσε νὰ τὴν μοιραστεῖ μὲ τὸν ἀδελφό του. Καὶ εἶχε δίκαιο! Κεῖνος ποὺ γεύτηκε τὸ μέλι τοῦ Εὐαγγελίου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ τρώει μόνος του. Ἡ πραγματικὴ χάρη, ὅταν φωτίσει τὴν ψυχή, βάνει τέρμα στὸ πνευματικὸ μονοπώλιο, λέει καὶ ἕνας μεγάλος ἱεραπόστολος τοῦ περασμένου αἰώνα.

Ἡ περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἕνα ἔξοχο παράδειγμα ἀδελφικῆς ἀλληλεγγύης καὶ πνευματικότητας. Τὰ ἀδέλφια μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ συγγενεῖς μας, οἱ οἰκεῖοι μας πρέπει νὰ εἶναι γιὰ μᾶς πρόσωπα προσφιλή. Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ μοιραστοῦμε κάθε στιγμὴ καὶ τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη μας. Σ’ αὐτοὺς θὰ ποῦμε τὸν καλὸ τὸν λόγο. Θὰ δώσουμε τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο. Θὰ τοὺς καλέσουμε σὲ μία χριστιανικὴ συγκέντρωση. Θὰ τοὺς ποῦμε σὲ μίαν ἐπίσκεψη: «Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν». Ἀδελφοί μας! Ἐλᾶτε στὸν Χριστό. Αὐτὸς εἶναι ἡ χαρά. Αὐτὸς ἡ ζωὴ καὶ τὸ φῶς. Αὐτὸς ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μὴ σᾶς σκανδαλίζουν μερικὰ ἔκτροπα, ποὺ βλέπετε γύρω σας. Μὴ σᾶς σκανδαλίζει ἡ ζωὴ μερικῶν, ποὺ αὐτοκαλοῦνται χριστιανοὶ καὶ θέλουν τάχατες νὰ δείχνουν καὶ τὸν δρόμο στοὺς ἄλλους. Ἐσεῖς κοιτᾶτε μόνο τὸν Χριστό. Αὐτὸς καὶ μόνο αὐτὸς στὸν κόσμο τοῦτο δίνει τὴ χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ ζωὴ ὅλων τῶν ἁπλῶν, τῶν ἀληθινῶν χριστιανῶν. Τὸ βεβαιώνει ἡ ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἀποστόλου μας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸ ἐπεισόδιο, ποὺ ἀναφέραμε, τόσο ὁ Ἀνδρέας, ὅσο καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης ξαναγύρισαν στὰ πλοῖα τους καὶ ἔπιασαν πάλι τὴν δουλειά τους. Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη ἡ εὐλογημένη ὤρα νὰ ἀρχίσει ὁ Κύριος τὸ ἔργο του. Αὐτὸ ἔγινε λίγες μέρες ἀργότερα. Ἐκεῖ στὴν λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ οἱ δυὸ ἀδελφοὶ καταγίνονταν νὰ ρίψουν τὰ δίχτυα τους στὴν θάλασσα, ὅταν τοὺς ξαναβρῆκε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. «Δεῦτε ὀπίσω μου», τοὺς εἶπε, «καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καὶ αὐτοὶ «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῶ». «Εὐθέως», χωρὶς καμιὰ χρονοτριβή, χωρὶς καμιὰ ἀναβολὴ τὸν ἀκολούθησαν. Στὴν περίσταση αὐτὴ ἔμοιασαν μὲ τὸν σοφὸ καὶ συνετὸ ἐκεῖνο ἔμπορο τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ποὺ ζητοῦσε νὰ βρεῖ καὶ ν’ ἀγοράσει μαργαριτάρια. Καὶ ὅταν βρῆκε κάποτε ἕνα σπουδαῖο καὶ «πολύτιμον μαργαρίτην», ἔσπευσε νὰ πωλήσει ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ τὸν ἀγοράσει. Αὐτὸ ἔκαμαν καὶ οἱ δύο ἀδελφοί.

Ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστὰ καὶ πρόθυμα μέχρι τέλους. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς μαθητείας του δύο ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐπεισόδια καταδεικνύουν τὴν ἰδιαίτερη θέση, ποὺ εἶχε ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μαθητὲς καὶ κοντὰ στὸν Ἰησοῦ. Τὸ πρῶτο συνέβηκε στὴν ἔρημο. Τὰ πλήθη, ποὺ εἶχαν πληροφορηθεῖ πὼς ὁ Κύριος βρισκόταν ἐκεῖ, μαζεύτηκαν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη γύρω, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς εὐεργεσίες του καὶ ν’ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία του. Κόντευε νὰ δύσει ὁ ἥλιος καὶ κανένας δὲν ἔλεγε νὰ φύγει. Κάποια στιγμὴ ὁ Ἰησοῦς φώναξε κοντά του τὸν Φίλιππο καὶ τὸν ρώτησε: «Ἀπὸ ποῦ καὶ μὲ τί χρήματα θὰ ἀγοράσουμε ψωμιά, γιὰ νὰ φάγουν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι;» Ὁ Κύριος φυσικὰ γνώριζε τί θὰ ἔκαμνε. Τὸ εἶπε ὅμως αὐτό, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὸν Φίλιππο καὶ τοὺς ἄλλους μαθητές. Καὶ αὐτὸς ἀπὸ μέρους καὶ τῶν ἄλλων μαθητῶν γεμάτος ἀμηχανία ἀπήντησε: «Διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκούσιν αὐτοὶς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχὺ τί λαβή». Διακοσίων δηναρίων ψωμιὰ δὲν φτάνουν, ὄχι γιὰ νὰ χορτάσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ πάρει ὁ καθένας μιὰ μπουκιά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη πετάχτηκε ὁ Ἀνδρέας κι εἶπε. «Κύριε, εἶναι ἐδῶ ἕνα παιδάκι, ποὺ ἔχει πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια» (Ἰωάν. στ’ 9). Φυσικὰ πέντε κριθαρένια ψωμιὰ καὶ δυὸ ψαράκια δὲν εἶναι τίποτα γιὰ τόσο κόσμο. Μὰ ἐσύ Κύριε, μπορεῖς νὰ τὰ εὐλογήσεις καὶ τότε, ὦ, ναί! Τότε μποροῦν νὰ φᾶνε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ νὰ περισσέψουν. Πρόσωπο μὲ παρρησία καὶ μὲ μία λανθάνουσα πίστη στὸν Χριστό μας παρουσιάζει τὸ ἐπεισόδιο αὐτὸ τὸν Ἀνδρέα.

Πρόσωπο μὲ πλατιὰ καὶ μεγάλη καρδιὰ μᾶς τὸν παρουσιάζει τὸ δεύτερο ἐπεισόδιο. Συγχρόνως ὅμως καὶ ἄνθρωπο μὲ τόλμη, ποὺ δὲν διστάζει νὰ πάρει μία μεγάλη ἀπόφαση καὶ ν' ἀναλάβει συνάμα καὶ τὶς εὐθύνες του. Ἀφορμὴ γι’ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο ἔδωκαν μερικοὶ συμπατριῶτες μας Ἕλληνες. Ἦταν οἱ μέρες τοῦ Πάσχα, τοῦ τελευταίου Πάσχα τοῦ Κυρίου μας. Μέσα στὰ πλήθη, ποὺ μαζεύτηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, ἦταν καὶ αὐτοί. Ἀσφαλῶς ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν προσηλυτισθεῖ στὸν ἰουδαϊσμό. Ἡ πνευματικὴ θρησκεία τοῦ Ἰσραὴλ τοὺς εἶχε τραβήξει μέσα στὴν καρδιά τους βαθὺ τὸν πόθο νὰ τὸν γνωρίσουν. Πλησίασαν λοιπὸν τὸν Φίλιππο – ἴσως τὸ ἑλληνικό του ὄνομα τοὺς ἔδωκε τὸ θάρρος – καὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν Χριστό. Ὁ Φίλιππος ὅμως ἔσπευσε νὰ ζητήσει τὴ γνώμη τοῦ Ἀνδρέα. Γιατί τοῦ Ἀνδρέα; Γιατί ἦταν συμπατριώτης του καὶ ἤξερε τὴν παρρησία του. Ἀλλὰ καὶ γιατί ὁ Ἀνδρέας ἦταν γνωστὸς σὰν ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μεγάλη καρδιὰ καὶ τὸ θέμα θὰ τὸ ἀντίκριζε ὄχι μὲ τὴ στενὴ ἰουδαϊκὴ ἀντίληψη, πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ἀνῆκε μόνο στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Καὶ πραγματικὰ ἡ στάση του δικαίωσε τὴν φήμη του.

Ὁ Ἀνδρέας, σὰν ἔμαθε ἀπὸ τὸν Φίλιππο τὸ περιστατικό, χωρὶς νὰ χάσει καιρό, πῆρε τοὺς Ἕλληνες καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς ἔφερε στὸν Χριστὸ (Ἰωάν. ιβ’ 20 – 22). Τί φανερώνει καὶ τὸ ἐπεισόδιο αὐτό; Τὴν μεγάλη, τὴν πλατιά του καρδιά, μὰ καὶ τὴν οἰκειότητά του πρὸς τὸν Χριστό. Εὐτυχεῖς ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ μιμοῦνται τὸν Πρωτόκλητο καὶ βοηθοῦν καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο.

Ἡ ζωὴ τοῦ Πρωτοκλήτου κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς μαθητείας εἶναι ἡ ἴδια μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων μαθητῶν. Ἀχόρταγα καὶ αὐτὸς μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀποστόλους ρουφοῦσε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θείου Διδασκάλου τὰ «ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς». Μαζί του περιέτρεχε τὴν Ἅγια Γῆ καὶ ἔβλεπε τὶς εὐεργεσίες καὶ τὰ θαύματά του. Βαθιὰ ἦταν ἡ συγκίνησή του γιὰ τὴν ὑποδοχή, ποὺ ὁ περιούσιος λαὸς ἐπεφύλαξε στὸν Κύριό μας «πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα». Πιὸ βαθιὰ ἡ θλίψη του γιὰ τὴ σύλληψη τοῦ Διδασκάλου του καὶ γιὰ ὅσα ἀκολούθησαν αὐτή. Ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου ὅμως κατ’ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ ἐνῶ πιὰ εἶχε βραδιάσει καὶ οἱ πόρτες τοῦ σπιτιοῦ ἦταν κλειστὲς «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων» ξανάφερε στὴν ψυχή του τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἀνδρέας παρευρέθηκε στὴν Ἀνάληψη καὶ ἔλαβε μέρος στὴν ἐκλογὴ τοῦ Ματθία.

Μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁ Ἀπόστολός μας, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος, ἀφοῦ «διεπέτασε τὸ ἱστίον τοῦ Πνεύματος, ὡς κύμα γαληνὸν πραέτω πνεύματι κινούμενον, πάσαν ἐπλούτισε τὴν γῆν τοῦ ἐνθέου κηρύγματος». Ὁ Ἀνδρέας ὑπῆρξε ὁ κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Σκυθία, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ νότιος Ρωσία, ἡ Ἑλληνικὴ Βιθυνία, ὁ Πόντος, ἡ Θράκη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος κι ἡ Ἀχαΐα ποτίστηκαν πλούσια μὲ τὸν τίμιο ἱδρώτα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Βυζαντίου, ποὺ ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπὸ τὸν Ἀπόστολό μας ἱδρύθηκε. Ἐδῶ ὁ Ἀνδρέας ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο τὸν Ἀπόστολο Στάχυ κιαὶαὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Σὲ μία του περιοδεία, ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν παράδοση, πὼς ὁ Ἅγιος μας ἦλθε καὶ στὸ νησί μας. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν Ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση τῶν δυὸ ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ εἶναι κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ Ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴν ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας καὶ ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μία βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα – πρῶτα τὸ τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτέ του δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ καὶ ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴν βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴν δίψα. Ὁ Ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε καὶ ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα τὸ πρόσωπό του. Καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ χρόνιο σκοτάδι ἄρχισε νὰ διαλύεται. Καὶ ἕνα φῶς, ἱλαρὸ φῶς, ἄρχισε νὰ λούζει τὰ γύρω πράγματα...

— Πατέρα, πατέρα, ἄρχισε νὰ φωνάζει τὸ παιδὶ πότε ψαχουλεύοντας καὶ πότε τρέχοντας νὰ βρεῖ τὸν πατέρα. Καὶ ὁ καπετάνιος ποὺ τρόμαξε ἀπ' τὶς φωνὲς τοῦ παιδιοῦ τρέχει καὶ αὐτὸς πρὸς τὸ μέρος ποὺ ἀκουόταν ἡ φωνή. Στὸ ἀντίκρισμα τοῦ παιδιοῦ του σταμάτησε, ἔσκυψε καὶ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του.
— Παιδί μου, τί σου συμβαίνει; ρώτησε μὲ τρόμο ὁ πατέρας.
— Βλέπω! Πατέρα μου, βλέπω! Γιὰ κοίτα με, βλέπω τὴν θάλασσα, τοὺς ἀνθρώπους, τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ μας ποὺ φουσκώνουν. Πατέρα, τὸ εὐλογημένο νερὸ ποὺ μοῦ ἔδωκε ἐκεῖνος ὁ παππούλης, γιὰ νὰ πιῶ καὶ νὰ πλυθῶ, αὐτό μου χάρισε ὅτι ποθούσαμε. Τὸ φῶς μου, πατέρα...

Ὕστερα ἀπὸ μικρὴ διακοπὴ ποὺ πέρασε μέσα σὲ δάκρυα καὶ ἀναφιλητὰ εὐγνωμοσύνης ὁ καπετάνιος σηκώθηκε καὶ εἶπε:
— Παιδί μου, πᾶμε νὰ βροῦμε τὸν παππούλη ποὺ λές, γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουμε γιὰ ὅτι μας χάρισε!
— Ὄχι ἐμένα, εἶπε ὁ Ἀπόστολος ποὺ πλησίασε. Τὸν Χριστὸ νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλοι. Αὐτὸς μᾶς ἔδωκε τὸ νερό. Αὐτὸς γιάτρεψε καὶ τὸ παιδί. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ μᾶς σώσει!

Καὶ ὁ Ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Καὶ ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ Ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν καὶ ἄλλα, καὶ ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ Ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε. Ἔτσι στὸ εὐλογημένο νησὶ ὀργανώθηκε ἀκόμη μιὰ ὁμάδα, μία ἐκκλησία πιστῶν στὸν ἕνα ἀληθινὸ Θεό.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα του ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ Ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τὰ νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ πλούσια δῶρα τους σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἴδη, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο Ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σὲ ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Σὲ ὅλους τους ναοὺς τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας θὰ βροῦμε τὴν ἁγία εἰκόνα του καὶ τὸ ὄνομά του εἶναι τὸ πιὸ συνηθισμένο μεταξὺ τῶν κατοίκων (Ἀνδρέας ἢ Ἀδρεανὴ - Ἀνδρούλα) καὶ τὸ πιὸ διαδεδομένο. Γιὰ λόγους ποὺ μόνο ὁ Κύριος γνωρίζει, ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια – ἀπὸ τὸ 1974 — τὸ ἅγιο μοναστήρι μαζὶ μὲ ὅλη τὴν Καρπασία, τὴ Μεσαορία καὶ τὴ Βόρειο Κύπρο ἔχει περιέλθει στὴν κυριαρχία τοῦ πιὸ βάρβαρου εἰσβολέα, τοῦ Τούρκου. Οἱ εὐλογημένες ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται στὰ μέρη αὐτὰ μένουν κανονικὰ ἀλειτούργητες. Καὶ οἱ καμπάνες σώπασαν ἀπὸ τότες νὰ κτυποῦν καὶ νὰ καλοῦν τοὺς πιστοὺς σὲ συναγερμὸ ψυχῆς. Τὸ ἁγίασμα ὅμως ποὺ βγῆκε ἀπ’ τὴν γῆ ὕστερα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ μεγάλου Ἀποστόλου Ἀνδρέου μένει καὶ συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του. Συνεχίζει τὸ κελάρυσμά του καὶ περιμένει τὴν ἁγία ὥρα, ποὺ οἱ πιστοὶ τοῦ νησιοῦ, πλυμένοι καὶ καθαρισμένοι μέσα στὰ δάκρυα μιᾶς εἰλικρινοῦς μετάνοιας, θὰ ἀξιωθοῦν ἐλεύθεροι καὶ πάλι νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸ ὄμορφο μοναστήρι γιὰ νὰ ψάλουν τὰ εὐχαριστήρια στὸν Κύριο γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς πικρῆς δοκιμασίας καὶ νὰ πιοῦν καὶ νὰ δροσίσουν τὰ χείλη ἀπὸ τὸ γλυκὸ νερό. Ὁ Θεὸς νὰ δώσει, μὲ τὴν βοήθεια τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἀνδρέου, μὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἁγίων της Κύπρου μας, ἡ μέρα αὐτὴ νὰ ἔρθει τὸ γρηγορότερο.

Τὸ τέλος τοῦ Ἀποστόλου ὑπῆρξε ἀνάλογο τῆς ἱστορίας του. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα, ὅπου εἶχε φτάσει, γιὰ νὰ μεταδώσει καὶ ἐδῶ τὸ μήνυμα τῆς λυτρώσεως καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίσκεψή του ἀπὸ τὴν πλευρὰ αὐτὴ ἔφερε πολλοὺς καρπούς. Σὲ λίγες μέρες τὸ κήρυγμά του μαζὶ μὲ τὰ πολλά του θαύματα συγκλόνισε κυριολεκτικὰ τὰ θεμέλια τῆς εἰδωλολατρίας στὴν Ἀχαΐα. Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους, ποὺ πίστεψαν, ἦταν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἀνθύπατος. Ἔτσι λεγόνταν κατὰ τοὺς ρωμαϊκοὺς χρόνους οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες, ποὺ διοικοῦσαν μία ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες τοῦ κράτους. Τῆς πόλεως, ὁ Λέσβιος ὅπως λεγόταν, ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἄξαφνα βαριὰ καὶ τὸν εἶχε γιατρέψει ὁ Ἀπόστολός μας. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀνθύπατου ἔσπευσαν ν’ ἀκολουθήσουν καὶ ἄλλοι εἰδωλολάτρες. Μὰ τὸ πράγμα ἔγινε γνωστὸ στὴν Ρώμη. Ὁ αὐτοκράτορας Νέρων λύσσαξε ἀπ’ τὸ κακό του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ ἀντικατασταθεῖ ἀμέσως ὁ Λέσβιος ἀπὸ κάποιο Αἰγεάτη, πολὺ φανατικὸ εἰδωλολάτρη καὶ πολὺ σκληρό.

Ὁ Πρωτόκλητος ἔχοντας συνοδὸ τὸν Λέσβιο συνεχίζει καθημερινὰ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς θαυματουργικές του θεραπεῖες. Πλήθη λαοῦ ἀπ’ ὅλη τὴν Ἀχαΐα τὰ παρακολουθοῦν μὲ ἐνδιαφέρον καὶ πολλοὶ κάθε μέρα πυκνώνουν τὶς τάξεις τῶν πιστῶν. Μέσα σ’ αὐτοὺς προστίθενται τώρα καὶ ἡ σύζυγος τοῦ Αἰγεάτη, ἡ Μαξιμίλλα, ὁ ἀδελφός του Στρατοκλῆς, σοφὸς μαθηματικός, καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του καὶ τὴ συνοδεία του.

Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης, ἂν καὶ εἶδε τὴν γυναίκα του Μαξιμίλλα νὰ σώζεται ἀπὸ βέβαιο θάνατο μὲ τὴν ἐπέμβαση τοῦ Πρωτοκλήτου, ἂν καὶ εἶδε τὸν ἀδελφό του Στρατοκλῆ, ποὺ τὸν ἐκτιμοῦσε τόσο, νὰ προσχωρεῖ στὴ νέα πίστη, ἐν τούτοις ὁ ἴδιος ἔμεινε ἀσυγκίνητος. Κάτι περισσότερο. Πείσμωσε μὲ τὴ γυναίκα του καὶ ἀξίωσε ἀπ’ αὐτὴν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Μαξιμίλλα ὅμως δὲν δέχτηκε ν’ ἀκούσει.

– Προτιμῶ, τοῦ εἶπε, νὰ χωριστῶ ἀπὸ σένα παρὰ ἀπὸ τὸν Χριστό μου.

Καὶ αὐτός, τυφλωμένος ἀπ’ τὸ πάθος του, διατάσσει νὰ συλλάβουν τὸν Πρωτόκλητο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακή. Γιὰ νὰ ἐκβιάσει δὲ περισσότερο τὴν ἀφοσιωμένη στὸν Χριστὸ γυναίκα, τὴν ἀπειλεῖ πώς, ἂν δὲν ἐπιστρέψει στὴν θρησκεία τῶν πατέρων της, τὴν εἰδωλολατρία, θὰ βασανίσει τρομερὰ τὸν γέροντα Ἀπόστολο καὶ στὸ τέλος θὰ τὸν σταυρώσει. Ἀνήσυχη ἡ Μαξιμίλλα τρέχει στὴ φυλακή, γιὰ νὰ μεταφέρει στὸν Ἀπόστολο τὶς ἀπειλὲς τοῦ συζύγου της. Τρέμει ἡ καλὴ γυναίκα, μήπως πάθει κανένα κακὸ ὁ εὐεργέτης καὶ σωτήρας της.
— Μὴ φοβᾶσαι, κόρη μου, γιὰ τὴν ζωή μου, τῆς εἶπε ὁ Πρωτόκλητος. Κράτησε σταθερὰ τὴν πίστη σου. Θὰ εἶναι τιμὴ καὶ εὔνοια τοῦ Θεοῦ σὲ μένα ν’ ἀξιωθῶ νὰ φύγω ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτὸ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἔφυγε ὁ Λυτρωτής μας. Ἂς κάμει, ὅτι θέλει ὁ Αἰγεάτης. Ἂς μὲ κάψει στὴν φωτιά. Ἂς μὲ κατακάψει μὲ τὰ μαχαίρια. Ἂς μὲ καρφώσει στὸν Σταυρό. «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς». Ὁ Στρατοκλής, ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ, λούστηκε στὸ κλάμα.
1 – Μὴν κλαῖς, τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος. Κάποια μέρα θὰ φύγουμε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν». Πρόσεξε μόνο τὸν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ ἔσπειρα στὴν καρδιά σου. Κράτησέ τον προσεκτικὰ καὶ σπεῖρέ τον καὶ ἐσὺ παρακάτω.

Τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου τόνωσαν τὸ θάρρος τῆς Μαξιμίλλας καὶ τοῦ Στρατοκλῆ καὶ ἀτσάλωσαν τὴν θέληση τοὺς ν’ ἀγωνιστοῦν ὡς τὸ τέλος. Ὁ Αἰγεάτης ξαναφώναξε τὴν γυναίκα του καὶ προσπάθησε μὲ λόγια γλυκὰ καὶ κολακευτικὰ νὰ τὴν μεταπείσει ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ.
— Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω τὸ καθετὶ γιὰ τὴν ἀγάπη σου, τῆς εἶπε. Ἂν πεισθεῖς νὰ ἀφήσεις τὸν Χριστό, θὰ σ’ ἔχω βασίλισσα στὸ σπίτι μου. Ἀλλιῶς θὰ καρφώσω σ’ ἕνα σταυρὸ τὸν γέρο, πού σου πῆρε τὰ μυαλά, καὶ θὰ σκοτώσω καὶ ἐσένα.
Ἡ ἀπάντηση τῆς Μαξιμίλλας ὑπῆρξε ἀληθινὰ ἡρωική.
— Προτιμῶ χίλιες φορὲς τὸν θάνατο παρὰ τὴ ζωὴ μ’ ἕνα εἰδωλολάτρη σὰν καὶ σένα.

Τὰ λόγια τῆς ἡρωίδας χριστιανῆς ἄναψαν τὸν θυμὸ τοῦ συζύγου της, ποὺ ἔδωκε ἐντολὴ νὰ βασανίσουν σκληρὰ τὸν Ἅγιο καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὑψώσουν πάνω σ’ ἕναν σταυρό, ποὺ εἶχε τὸ σχῆμα τοῦ γράμματος Χ καὶ ποὺ εἶχε στηθεῖ στὸ «χεῖλος τῆς θαλάσσιας ἀμμουδιᾶς». Πάνω στὸν Σταυρὸ αὐτό, ποὺ ἦταν φτιαγμένος ἀπὸ ξύλα ἐλιᾶς, ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ Ἀποστόλου, χωρὶς νὰ τὸν καρφώσουν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε, γιατί ὁ Ἀνθύπατος ἤθελε νὰ κρατήσει πολὺν καιρὸ τὸν Ἅγιο στὴ ζωή, γιὰ νὰ τὸν βασανίσει.

Ἀπὸ μία θάλασσα, τὴν ὄμορφη θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, κάλεσε ὁ Κύριος τὸν μεγάλο Ψαρὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσει γιὰ νὰ γίνει μαθητής του καὶ νὰ ψαρεύει ἀνθρώπους. Ἀπὸ μία ἄλλη θάλασσα κοντά, τὴν θάλασσα τῆς ἱστορικῆς πόλεως τῶν Πατρών, κάλεσε καὶ πάλι ὁ Χριστὸς τὸν μαθητὴ καὶ Ἀπόστολό του Ἀνδρέα, ὕστερα ἀπὸ σκληρὴ ἐργασία σπορᾶς τοῦ λόγου του, νὰ μεταπηδήσει στὴν οὐράνια πατρίδα μας, γιὰ νὰ λάβει τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀπόστολος ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν σὲ ἡλικία 80 περίπου χρόνων.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τους ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ Ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε καὶ αὐτοκτόνησε. «Θάνατος ἁμαρτωλῶν πονηρός». Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλῆ, πρῶτο Ἐπίσκοπο τῶν Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ἔθαψαν μὲ μεγάλες τιμές. Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον τῆς Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα. Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460, τότε ὁ Θωμᾶς Παλαιολόγος, ἀδελφὸς τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριᾶ, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ ἐναποτέθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης, ὅπου ἔμεινε μέχρι τοῦ 1964. Τὴν 26η τοῦ Σεπτέμβρη († Ἀνακομιδὴ Τιμίας Κάρας) τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἀντιπροσωπεία τοῦ πάπα Παύλου μετέφερε ἀπὸ τὴν Ρώμη τὸν πολύτιμο θησαυρὸ καὶ τὸν παρέδωσε στὸν νόμιμο κάτοχο, τὴν Ἐκκλησία τῶν Πατρέων. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 γιὰ μερικὲς μέρες καὶ ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα. Χιλιάδες Κύπριοι τότε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ νησιοῦ μας καὶ πῆγαν καὶ προσκύνησαν τὴν ἅγια Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου καὶ μπροστά της κατέθεσαν τὸν βαθὺ σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλαβικὴ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὰ ὅσα ἡ χάρη του πρόσφερε καὶ προσφέρει στὸ νησί μας.

Στὴ μνήμη τοῦ μεγάλου ἀποστόλου ἂς κλίνει τακτικὰ μὲ εὐλάβεια τὸ γόνυ τῆς ψυχῆς κάθε Ἑλληνικὴ καρδιά. Εἶναι ἕνας ἀπ’ τοὺς Ἀποστόλους ποὺ ἀγάπησαν τὴν πατρίδα μας καὶ ἀγωνίστηκαν νὰ τῆς μεταδώσουν τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μήνυμά του δὲ, «εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» ἂς γίνει καὶ γιὰ μᾶς σύνθημα ζωῆς.

«Εὐρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» φωνάζει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Πρωτόκλητος μαθητής. Ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι ὁ μοναδικὸς Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι τὸν γνωρίσαμε ἐμεῖς. Ἔτσι θὰ τὸν γνωρίσετε καὶ ἐσεῖς, ἂν τὸν ἀναγνωρίσετε Ἀρχηγὸ καὶ Κύριό σας κι ἂν βάλετε τὸ θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ στὴν ζωή σας. Ναί! ἂν βάλετε τὸ ἅγιο θέλημα καὶ τὸν νόμο του ὁδηγὸ καὶ σύντροφο στὴ ζωή σας. Γιατί ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ Αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας». Τὸ σωστικὸ αὐτὸ μήνυμα ἂς ἀγκαλιάσουμε μὲ πίστη φλογερὴ ὅλοι ἀνεξαίρετα ὅσοι ποθοῦμε νὰ δοῦμε στὸν μαρτυρικὸ αὐτὸ τόπο καλύτερες μέρες. Ὅτι γκρεμίζει ἡ ἁμαρτία ἀνορθώνει καὶ ξαναφτιάχνει μόνο μιὰ εἰλικρινὴς μετάνοια. Μὲ μία γνήσια μετάνοια καὶ συντριβὴ ψυχῆς ἂς καταφύγουμε καὶ πάλι ὅλοι στὸν Σωτήρα Χριστὸ καὶ ἃς τοῦ ζητήσουμε νὰ συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὅπως κάποτε τοὺς Νινευΐτες καὶ νὰ μᾶς ξαναδώσει τὴ λευτεριά μας. Καὶ θὰ μᾶς ἀκούσει ὁ Κύριος. Ὁπωσδήποτε θὰ μᾶς ἀκούσει. Μᾶς τὸ βεβαιώνει μὲ τὰ ἅγια λόγια Του: «Ἐπικάλεσαι με, ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου καὶ ἐξελοῦμαι σε καὶ δοξάσεις με». Παιδί μου, ὅπου καὶ νὰ εἶσαι, φώναξέ με στὸν πόνο σου. Καὶ θὰ σὲ ἀκούσω. Καὶ θὰ σοῦ δώσω αὐτὸ ποὺ μοῦ ζητᾶς, μιὰς καὶ εἶναι γιὰ τὸ καλό σου. Καὶ θὰ μὲ δοξάσεις. Ἀκοῦς; Θὰ στὸ δώσω καὶ θὰ μὲ δοξάσεις.

synaxarion

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ



Από μικρός ο Άγιος Φιλούμενος αγάπησε τον Χριστό.

Σε ηλικία δέκα ετών μαζί με τον αδελφό του περίμεναν να αποκοιμηθεί ο μεγαλύτερος τους αδελφός και αυτοί σηκώνονταν και προσεύχονταν κρυφά για ώρες.

Κατάγονταν από το χωριό Ορούντα της επαρχίας Μόρφου.

Καλή παιδαγωγό και δασκάλα της ευσεβείας είχαν τη γιαγιά τους Λωξάντρα, η οποία τους ζητούσε να της διαβάζουν βίους αγίων.

Διαβάζοντας ο Άγιος του Θεού Φιλούμενος, τον βίο του Αγίου Ιωάννου του Καυσοκαλυβίτου, ως άλλος μιμητής εκείνου, έκαυσε τις επιθυμίες του κόσμου τούτου.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων με το δίδυμο αδελφό του - π. Ελπίδιο που πολλά προσέφερε στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και μόνασε στο Άγιον Όρος - ανέβηκαν στο αυστηρό μοναστήρι «Σταυροβούνι» της Κύπρου, που' χει συνδέσει την ιστορία του με την Αγία Ελένη.

Εκεί παρέμειναν για πέντε χρόνια και μετά ανεχώρησαν από τη μαρτυρική γη της Κύπρου στην Αγία Γην των Ιεροσολύμων. Ο πατήρ Ελπίδιος μετά από δώδεκα έτη διακονίας στα Ιεροσόλυμα συνέχισε τον εκκλησιαστικό του βίο σε διάφορα μέρη της Ορθοδοξίας και εκοιμήθη στο Άγιο Όρός.

Ο Φιλούμενος έμεινε στην αγία γη για 46 έτη διακονώντας την εκεί αδελφότητα του Πατριαρχείου, ως φύλακας αγίων τόπων, αλλά εξαιρέτως αγίων τρόπων.

Τελευταίος σταθμός της διακονίας του ήταν το Φρέαρ του Ιακώβ, το οποίον έγινε τόπος του μαρτυρίου του.

Μοναχός με υπακοή πηγαίνει, όπου η «Αγιοταφική Αδελφότης» τον στέλνει. Έτσι τον γνώρισε σχεδόν όλη η Παλαιστίνη. Βηθλεέμ, Άγιος Κωνσταντίνος Τιβεριάδος, Ιόππη, Ραμάλα, Άγιος Σάββας, Άγιος Θεοδόσιος, Προφήτης Ηλίας και τελευταία το φρέαρ του Ιακώβ τον αισθάνονται κοντά τους λειτουργό του Θεού του Υψίστου, που δεν παύει ν' απευθύνει στο Θεό του ελέους παρακλήσεις, δεήσεις, αίνους και δοξολογίες, ευχαριστίες ...; Και αυτά έως τις 29 του Νοέμβρη του 1979.

Στις 29 Νοεμβρίου 1979,ημέρα της ονομαστική του εορτής,φανατικοί σιωνιστές,που διεκδικούσαν το προσκύνημα ως δικό τους,τον κατέκοψαν την ώρα του εσπερινού.




Μια εβδομάδα πριν, μια ομάδα φανατικών σιωνιστών πήγε στο μοναστήρι του Φρέαρ του Ιακώβ, ισχυριζόμενοι ότι ήταν Εβραϊκός ιερός τόπος και απαιτώντας όπως όλοι οι Σταυροί και οι εικόνες να απομακρυνθούν. Βέβαια, ο άγιος επεσήμανε ότι το πάτωμα στο οποίο ήταν τώρα είχε κατασκευαστεί από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο πριν από το 331 μ.Χ. και ότι χρησιμοποιήθηκε ως Ορθόδοξος Χριστιανικός ιερός τόπος για δεκαέξι αιώνες πριν το ισραηλινό κράτος έχει δημιουργηθεί, και ότι ήταν στα χέρια των Σαμαρειτών οκτώ αιώνες πριν από αυτό, (το υπόλοιπο του αρχικού ναού είχε καταστραφεί κατά την εισβολή του Σάχη Χοσράν Παρνίς στον έβδομο αιώνα, κατά την οποία οι Εβραίοι είχαν σφαγιάσει όλους τους Χριστιανούς της Ιερουσαλήμ.)

Η ομάδα έφυγε με απειλές, ύβρεις και αισχρότητες του είδους που οι ντόπιο χριστιανοί υποφέρουν τακτικά. Μετά από λίγες μέρες, στις 29 Νοεμβρίου, κατά τη διάρκεια μιας χειμαρρώδης νεροποντής, μια ομάδα σιωνιστών γύρισε στο μοναστήρι. Ο άγιος είχε ήδη βάλει το πετραχήλι του για τον Εσπερινό. Η αποσπασματική κοπή των τριών δακτύλων με το οποίο έκανε το σημείο του Σταυρού του έδειξε ότι είχε βασανιστεί σε μια προσπάθεια να τον κάνουν να αρνηθεί την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη.Το πρόσωπο του είχε χαραχθεί άγρια στη μορφή του Σταυρού. Η εκκλησία και ιερά σκεύη είχαν όλα καταστραφεί από την διάπραξη της ιεροσυλίας.


Το σκήνωμα του αγίου παραδόθηκε στους ορθοδόξους μετά από 6 μέρες, αλλά διατηρούσε την ευκαμψία του και ετάφη στο κοιμητήριο της Αγίας Σιών. Μετά από τέσσερα χρόνια στην ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, το σώμα βρέθηκε άφθαρτο και ευωδίαζε. Τότε, έκλεισαν τον τάφο και τον ξανάνοιξαν τα Χριστούγεννα του 1984, οπότε το ιερό σκήνος διατηρούσε μερική αφθαρσία και το τοποθέτησαν σε υάλινη λειψανοθήκη στο βόρειο τμήμα του ιερού βήματος στο ναό της Αγίας Σιών.



Γράφει ο φίλος του πατήρ Σωφρόνιος.

Ο μακαρίτης ο πατήρ Φιλούμενος, μας έλεγε ότι κάθε Παρασκευή  πολλοί από τους θρησκευόμενους Εβραίους πηγαίναν για να προσευχηθούν στο φρέαρ του Ιακώβ.  Συνέχεια του έλεγαν να σηκωση ολες τις εικόνες και τον Εσταυρωμενον ακόμα, να τις πάρει και να φύγει διότι το φρέαρ είναι δικό τους και όχι δικό μας. Ειδ’ άλλως θα το μετανοιωση πικρά αλλά θα είναι αργά.
Από τον καιρό που πήγε εκεί όλο και τον φοβέριζαν.  Αυτός όμως ήξερε τα Εβραϊκά και τους αποστόμωνε.  Δεν ειδοποίησε ποτέ την αστυνομία να το εχη υπόψιν της και ούτε το φανταζονταν ότι θα τον σκότωναν.


Στις 16 Νοεμβρίου ( 29 Νοεμβρίου με το νέο ημερολόγιο  είχε μεγάλη βροχή, αστραπές, βροντές,  χαλασμό Κυρίου όλη μέρα.
Βρήκαν ευκαιρία, που δεν υπήρχε κανένας λόγω της κακοκαιρίας,  πήγαν και τον σκότωσαν μέσα στο φρέαρ του Ιακώβ  μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου  όπως έκαναν και στον προφήτη Ζαχαρία τον πατέρα του Πρόδρομου.  Την ώρα που εκανε εσπερινο, εκεινη την ωρα ωρμησαν, Κυριος οιδε πόσοι ησαν και τον σκοτωσαν με το τσεκουρι στα μουτρα και στο δεξι χερι, κοβοντας τα δακτυλα του. Επισης η σιαγονα του και το ένα ματι του βγαλμενο και το άλλο κτυπημενο.


Το πώς μπηκαν μέσα στο μοναστηρι, Κυριος οιδεν, διοτι ο φυλακας έφυγε στις 4 το απογευμα και εκλεισε το μοναστηρι. Ο φονος έγινε στις 5.
Το πρωϊ πηγαινει ο φυλακας στις 7. Φωναζει, πατερ Φιλουμενε, ξαναφωναζει, στο δωματιο του δεν τον βρισκει. Πηγαινει στην εκκλησια και τον βλεπει σκοτωμενο, μέσα στα αιματα. Αμεσως ειδοποιησε την αστυνομια και η αστυνομια το Πατριαρχειο. Πηγαν οι πατερες, ο Καισαρειας Βασιλειος, ο Πετρας Γερμανος, ο π. Γρηγοριος, ο π. Μελιτωνας, ο π. Διονυσιος, και άλλοι.


Αλλά αφού τον σκοτωσαν ερριξαν και χειροβομβιδα εξω στην προσκομιδη και τα έκαμαν όλα κομματια. Ούτε μανουαλια άφησαν γερα, ούτε εικονες. Και αυτόν τον Εσταυρωμενον του εκοψαν το χερι του το αριστερο. Τα άγια ποτηρια χυμενα. Ήταν τοσο τρομερη η καταστασι σαν να μην κατοικουσε άνθρωπος μέσα από χρονια.


Τον πηγαν στο νεκροτομειο. Μετά τον εκαναν νεκροψια στο Τελ Αβιβ και στις 21 Νοεμβριου μας ειδοποιησαν. Εγώ πηγα μαζι με τρεις αλλους πατερες του Πατριαρχειου και μας τον εδωσαν γυμνον. Όταν τους ρωτησαμε που είναι τα ρουχα του, μας ειπαν είναι στη Νεαπολι. Ευτυχως που ειχαμε παρει μαζι μας όλα τα χρειαζουμενα για να τον ντυσουμε.
Αλλά δεν φανταζεστε, όταν μας το παρεδωσαν κομματιασμενο, το προσωπο του αγνωριστο, φερων τα στιγματα του Μαρτυριου, όπως οι Περσες εσφαξαν τους πατερες του αγιου Σαββα και λοιπων μονστηριων. Έτσι και σημερα. Ακολουθησε νέο μαρτυριο, στον πατερα Φιλουμενο.
Πεντε μερες τον ειχαν στο ψυγειο. Και όμως ηταν μαλακωτατος, σαν να μην ειχε πεθανει. Όταν αρχισα να τον ντυνω – διοτι οι άλλοι δεν μπορουσαν, δεν αντεχαν να τον βλεπουν από τις κακουχιες που ειχε.


Του λέγω, σαν να ήταν ζωντανος:


- Γεροντα μου, τώρα θα με βοηθησης να σε ντυσω, διοτι βλεπεις ειμαι μονος μου.
- Όταν αρχισα και του εβαλα την φανελλα, το πρωτο χερι αμεσως το κατεβασε μονος του. Όπως και το άλλο χερι. Και τα ποδια ομοιως. Του μαζευα τα ποδια να του φορεσω τα ρουχα και όταν τελειωνα τα απλωνε μονος του.
- Στο αριστερο ποδι από κατω ειχε χτυπημα με το τσεκουρι.
- Από το νεκροτομειο τον φεραμε στο πατριαρχειο. Στην άγια Θεκλα έγινε η νεκρωσιμος ακολουθια εν μεσω των αγιοταφιτων πατερων, των αδελφων του μακαριτη και άλλων πολλων. Ηλθαν μέχρι και πολλοί ξενων δογματων και μουσουλμανοι και χοτζαδες. Γιατί όμως όλοι αυτοί; Διοτι όλοι τον αγαπουσαν και ηλθαν να του δωσουν τον τελευταιον ασπασμον. Τι οδυρμος! Τι θρηνος! Τι κοπετος, ήταν αυτός!
- Η Κυβερνησι από το πρωϊ μέχρι και πριν τον ενταφιασμο στη Σιων, εστειλε αστυνομια κοντα στους αγιοταφιτας πατερας, φοβουμενη αντιποινα. Πηρε αυστηρα μετρα. Και νεκρον ακόμα τον εφοβουντο. Το αιμα του, οπως ειπα, να τους ευρη μέχρι τεταρτης γενεας, όπως λεει και το Ευαγγελιο.
- Το φρέαρ μενει ακόμα κλειστο. Κανενας δεν περνει αποφασι να παη εάν δεν ξεκαθαριση ο φονος του μακαριτη πατρος Φιλουμενου.
- Παντως το Πατριαρχειο διαμαρτυρηθηκε στην Κυβερνησι. Δοθηκαν υποσχεσεις πολλες. Όμως «στου κουφου την πορτα οσο θελεις βροντα», όπως λεει και η παροιμια.
- Η εκκλησια του φρέατος, νομιζει κανεις, πως ήταν σκοποβολειο.
- Τον π. Φιλουμενο όλοι τον κλαψαμε, διοτι ήταν ένας καλος και αγιος πνευματικος. Ο Πατριαρχης τον αποκαλουσε «πρωχοπροδρομο». Και, όντως, ήταν. Οι τελειοι κληρονομουν την βασιλεια των ουρανων.
- Υπέμεινε λιγο μαρτυριο και βρισκεται μεταξυ των ιερομαρτυρων και των οσιομαρτυρων.
- Ων ταις πρεσβειαις, ειθε να αξιωθουμε και εμεις της Βασιλειας των Ουρανων.


- Ιερομοναχος ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ Αγιοταφίτης



Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, κατόπιν Συνοδικής Αποφάσεως, θα τελέσει Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009, τη τελετή

κατατάξεως στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας του νέου ιερομάρτυρος Φιλουμένου Αγιοταφίτου, ηγουμένου του προσκυνήματος του Φρέατος του Ιακώβ.

Ο ιερομάρτυρας Φιλούμενος μαρτύρησε στο ιστορικό Φρέαρ στη Νεάπολη της Σαμάρειας στις 29 Νοεμβρίου του 1979, καθώς τελούσε την ακολουθία του Εσπερινού.

Επίσης ο νέος ιερομάρτυρας Φιλούμενος καταγόταν από την Κύπρο, και σε νεαρή ηλικία προσήλθε στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα και διακονούσε πριν το μαρτυρικό του τέλος ως ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Φρέατος του Ιακώβ.

Να σημειωθεί, ότι στη συνείδηση πολλών εκ των τιμίων μελών της Εκκλησίας, καθώς και των Αφιοταφίτων Πατέρων ο ηγούμενος Φιλούμενος ήταν ήδη καθιερωμένος ως Νεομάρτυς.

Πατριαρχική Θεία Λειτουργία στο Καθολικό της Ιεράς Μονής, Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής, της Σαμαρείτιδος θα τελέσει ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ. Θεόφιλος, ο οποίος θα αναγνώσει και την επίσημη πράξη αγιοκατατάξεως του νέου Ιερομάρτυρα Φιλουμένου ενώπιον της ιεράς λάρνακας που βρίσκεται το ιερό λείψανο του.

Τέλος, να σημειωθεί ότι στη τελετή θα συμμετάσχουν από την πατρίδα του ιερομάρτυρα Φιλουμένου την Κύπρο, ο Μητροπολίτης Μόρφου κ. Νεόφυτος, ο Μητροπολίτης Ταμασού κ. Ησαΐας, ο Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στα Ιεροσόλυμα κ. Σωτήριος Αθανασίου καθώς και άλλοι διπλωματικοί Αντιπρόσωποι.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΘΕΙΣΑ ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ, ΑΓΙΟΓΡΑΦΗΘΗΚΕ (15/12/1994) ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΑΡΩΦ ΤΡΙΚΟΡΦΟΥ ΦΩΚΙΔΟΣ.


Απολυτίκιον. Ήχος α΄. Της ερήμου πολίτην.


Της Ορούντης τον γόνον, νήσου Κύπρου του βλάστημα και ιερομάρτυρα νέον Ιακώβ θείου Φρέατος, Φιλούμενον τιμήσωμεν, πιστοί, ως πρόμαχον της πίστεως ημών, και αήττητον οπλίτην Χριστού της αληθείας, πόθω κράζοντες‧ δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε αφθαρτίσαντι, δόξα τω σε ημίν χειραγωγόν προς πόλον δείξαντι!

Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ΄. Τη Υπερμάχω.

Τον ανατείλαντα ως άστρον νεαυγέστατον τη Εκκλησία του Χριστού αρτίως μέλψωμεν, μαρτυρίου ταις ακτίσι και θαυμασίων ταις βολαίς νεοφανέντα ιερόαθλον, ού ηφθάρτισε το σκήνωμα ο Ύψιστος, πόθω κράζοντες‧ χαίροις, μάκαρ Φιλούμενε.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις, της Ορούντης σεπτός βλαστός, χαίροις, νήσου Κύπρου πολυτίμητος θησαυρός, χαίροις, Εκκλησίας της Μόρφου ωραιότητης, Φιλούμενε, μαρτύρων νέων υπόδειγμα!

ΚΑΙ

Απολυτίκιον ήχος πλ. α'

Σαμαρείτιδος βίον πάτερ μιμούμενος, κατηκολούθησας χαίρων τω Ζωοδότη Χριστώ, και το Φρέαρ Ιακώβ τανυν κατέλαβες, ένθα εκέρδισας λαμπρώς παραδείσου την τρυφήν, αγώσι του μαρτυρίου Φιλούμενε ιερομάρτυς των Ορθοδόξων νέον καύχημα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ

Σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως μέλους της Aγιοταφικής αδελφότητας o π. Φιλούμενος έζησε αθόρυβα και ταπεινά. H ασκητική ζωή και η ακρί­βεια της τήρησης των μοναχικών ιδεωδών ήταν τα κυ­ριότερα χαρακτηριστικά που τον διέκριναν. Έχοντας μυηθεί στην πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας από τα πρώτα χρόνια της ζωής του, όπου μόναζε στο Σταυροβούνι, φρόντιζε πάντοτε να μη δημιουργεί εντυπώσεις γύρω από το όνομά του. Κύριο και βασικό μέλημά του ήταν να ζει απερίσπαστα, αθόρυβα και τα­πεινά την εν Χριστώ ζωή και να προοδεύει πνευματι­κά. Αυτοί που δεν τον γνώριζαν καλά, έμεναν ανυπο­ψίαστοι από το ορθόδοξό του ήθος και την πνευματι­κή του ζωή. Πολλές φορές μάλιστα έκανε και το σαλό για να κρύβεται από τον κόσμο. Αναφέρεται ανάμεσα στα άλλα πως για οκτώ χρόνια που ασκήτευε μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Λύδδης Υμέναιο δεν κάθισαν πο­τέ σε τραπέζι για να φάνε, αλλά έτρωγαν όρθιοι και μέσα σε κατσαρόλα για άσκηση και απλότητα.

ΜΝΗΜΗ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ 29 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΣ,ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Φρέαρ Ιακώβου και Άγιος Φιλούμενος

Πηγή : http://www.filoumenos.com/#ixzz2DX668AKL


Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Η Αγία Αικατερίνα Πολιούχος της Ιεράς Μονής Σινά

Αξιοζήλευτο δώρο του Θεού στη Μονή αποτελούν τα Ιερά Λείψανα της Αγίας Αικατερίνης, τα οποία βρέθηκαν στο Παρεκκλήσιο της κορυφής του όρους που φέρει σήμερα το όνομά της.
Γεννήθηκε στη Αλεξάνδρεια το 294 μ.Χ. από αριστοκρατική ειδωλολατρική οικογένεια και πήρε το όνομα Δωροθέα. Σπούδασε στις εθνικές σχολές της εποχής φιλοσοφία, ρητορική, ποίηση, μουσική, μαθηματικά, αστρονομία και ιατρική. Το απαράμιλλο σωματικό της κάλλος, η εκπληκτική της μόρφωση, η αριστοκρατική της καταγωγή και η αρετή με τη οποία ήταν στολισμένη, την έκαναν περιζήτητη νύφη. Αυτή όμως αρνιόταν κάθε παρόμοια πρόταση, έως ότου κάποιος Μοναχός της γνώρισε το αληθινό Νυμφίο των ψυχών, τον Ιησού Χριστό. Βαπτίσθηκε και ονομάσθηκε Αικατερίνα, που κατά μία εκδοχή σημαίνει Στεφανία ή Πολυστεφανία.

Κατά τη διάρκεια των διωγμών του Αυτοκράτορα Μαξιμίνου, στις αρχές του 4ου αιώνα, ομολόγησε την πίστη της στον Ιησού Χριστό και δημοσίως κατηγόρησε τον Αυτοκράτορα για τις θυσίες του προς τα είδωλα. Εκείνος διέταξε πενήντα ρήτορες από όλη τη αυτοκρατορία να τη μεταπείσουν, αλλά αντιθέτως αυτοί πείσθηκαν από εκείνη, από τα ρητά των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, τα σχετικά με το αληθινό Θεό, και επίστευσαν στο Ιησού Χριστό. Μετά από αυτό η Αγία βασανίσθηκε σκληρά, αλλά αντί να καμφθεί το ηθικό της κατόρθωσε με το ένθεο παράδειγμά της να προσελκύσει στη Χριστιανική πίστη τη σύζυγο του Αυτοκράτορα και άλλα μέλη της Αυτοκρατορικής Αυλής.

Κατά την παράδοση, μετά από το αποκεφαλισμό της, άγγελοι παρέλαβαν το σώμα της και το μετέφεραν στην κορυφή του υψηλότερου όρους του Σινά, το οποίο σήμερα φέρει και το όνομά της. Ανάμεσα στον 8ο με 9οαιώνα η ύπαρξη του αγίου λειψάνου αποκαλύφθηκε σε όνειρο Μοναχών της Μονής, οπότε και έγινε η ανακομιδή και η τοποθέτησή του στο Άγιο Βήμα του Καθολικού της Μονής, μέσα σε μία μαρμάρινη λάρνακα. Το μύρο που ανάβλυζε και ακόμη αναβλύζει από τη Αγία Κάρα της αγίας είναι ένα συνεχές θαύμα. Η ευλάβεια προς τη αγία Αικατερίνα και το όνομά της διαδόθηκε στη Δύση από τους Σταυροφόρους, και από τον 11ο αιώνα και μετά η Μονή του Θεοβαδίστου Όρους Σινά άρχισε να γίνεται γνωστή και ως Μονή της αγίας Αικατερίνης .

πηγή:http://www.veteranos.gr/2012/11/blog-post_6203.html


Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ-ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΙ 21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ



ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

«Σήμερον πιστοί χορεύσωμεν, εν ψαλμοίς και ύμνοις, τω Κυρίω άδοντες, τιμώντες και την αυτού, ηγιασμένην σκηνήν, την έμψυχον κιβωτών, την τον αχώρητον Λόγον χωρήσασαν, προσφέρεται γαρ Θεώ, υπερφυώς τη σαρκί νηπιάζουσα, και Αρχιερεας ο μέγας, Ζαχαρίας δέχεται, ευφραινώμενος ταύτην, ώς Θεού κατοικητήριον».

Η Άννα, μητέρα της Θεοτόκου, επειδή πέρασε όλη σχεδόν τη ζωή της στείρα, χωρίς να γεννήσει παιδί, παρακάλεσε προσευχόμενη το Θεό, μαζί με τον άνδρα της Ιωακείμ, να τους χαρίσει παιδί. Και αν γινόταν αυτό, αμέσως θα το αφιέρωναν στο Θεό.

Και πράγματι, ο Θεός ευδόκησε και η Αννα γέννησε την Υπεραγία Θεοτόκο Μαρία. Όταν αυτή έγινε τριών χρονών, την πήραν οι γονείς της και αφιέρωσαν τη θυγατέρα τους στο Θεό, αφού την πήγαν στο Ναό. Την παρέδωσαν στον αρχιερέα Ζαχαρία, ο όποιος αφού την παρέλαβε, την εισήγαγε στα Άγια των Αγίων, όπου μόνο ο αρχιερέας έμπαινε μια φορά το χρόνο. Αλλά ο Ζαχαρίας γνώριζε δι' αποκαλύψεως τι έμελλε να συμβεί δια της κόρης αυτής.

Εκεί η Παρθένος έμεινε δώδεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο αρχάγγελος Γαβριήλ προμήθευε την Παναγία με τροφή ουράνια. Βγήκε τότε, όταν ήλθε ή στιγμή να συμβάλει στη σάρκωση του Σωτήρα Χριστού, πού είναι «ο αγαπήσας ημάς και δούςπαράκλησιν αιωνίαν και ελπίδα αγαθήν εν χάριτι» (Β΄ Θες. 2:16). Ο Οποίος, δηλαδή, μας αγάπησε και μας έδωσε παρηγοριά που δε θα έχει τέλος, αλλά θα είναι αιώνια, και μας χάρισε ελπίδα αγαθών ουρανίων.

πηγή:xfe.gr

Τα Εισόδια της Θεοτόκου - Ερμηνεία Εικόνας

Η ιερή ακολουθία της εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου και η σχετική εικόνα υπηρετούν ένα βαθύτερο σκοπό: χειραγωγούν τον πιστό στο μυστήριο της σάρκωσης του Υιού και Λόγου του Θεού. Η είσοδος της Θεοτόκου στο ναό είναι το προοίμιο της εύνοιας του Θεού στους ανθρώπους, η προκήρυξη της σωτηρίας των ανθρώπων, η αναγγελία του Χριστού και η πραγματοποίηση του σχεδίου της θείας, οικονομίας. Αυτά διακηρύσσει το απολυτίκιο της εορτής.

«Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν Ναω του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν Χαίρε της οικονομίας του Κτιστού η εκπλήρωσις.»

Ο ορθόδοξος αγιογράφος με βάση τις παραπάνω πληροφορίες της απόκρυφης διήγησης και τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας για τη Θεοτόκου συνθέτει την εικόνα των Εισοδίων.

Το κύριο πρόσωπο της εικόνας είναι η τριετής Παναγία. Εικονίζεται τη στιγμή που την υποδέχεται στο ναό ο ιερέας Ζαχαρίας, ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, καθώς την παραδίδουν ευλαβικά οι θεοσεβείς γονείς της. Πίσω τους ακολουθούν οι παρθένες, «οι αμίαντες θυγατέρες των Εβραίων», που κρατούν αναμμένες λαμπάδες.

Η Παναγία δε ζωγραφίζεται φυσιοκρατικά. Δεν εμφανίζει δηλαδή τίποτε το παιδικό, εκτός από το μικρό μέγεθος του σώματός της. Αυτό γίνεται σκόπιμα. Ο ορθόδοξος αγιογράφος θέλει να μάς απομακρύνει από το γράμμα της διήγησης («τριετής η παις»), για να συλλάβουμε το πνεύμα της, την εκκλησιολογική της διάσταση. Η Παναγία είναι η Θεοτόκος, η Μητέρα του Θεού. Γι'; αυτό ο υμνωδός μάς καλεί «την νηπιάζουσαν φύσει και υπέρ φύσιν Μητέρα αναδειχθείσαν του Θεού ευφημήσωμεν ύμνοις» (Τροπάριο του όρθρου).

Η Παναγία εικονίζεται ως ώριμη γυναίκα με το γνωστό μαφόριό της, όπως τη βλέπουμε στις εικόνες της.
Το ίδιο κάνει και ο υμνωδός της Εκκλησίας και για τις λαμπάδες των παρθένων. Οι αναμμένες λαμπάδες δεν είχαν σκοπό να εμποδίσουν την τριετή παιδίσκη να γυρίσει πίσω, στο σπίτι της, καθώς ήταν στο δρόμο προς το ναό -αυτό λέει η απόκρυφη διήγηση- αλλά τούτο: να υποδείξουν τη νοητή λαμπάδα, την Παναγία, και προδηλώσουν έτσι την ανείπωτη μελλοντική αίγλη. Αυτή η αίγλη θα ήταν ο Χριστός, γιατί από την Παναγία θα ανέλαμπε (θα γεννιόταν) φωτίζοντας τους καθισμένους στο σκοτάδι της αμαρτίας ανθρώπους. Αυτόν το συμβολισμό παρουσιάζει το δ'; στιχηρό προσόμοιο του εσπερινού, ήχος δ'; «Αι νεανίδες χαίρουσαι και λαμπάδας κατέχουσαι, της λαμπάδος σήμερον προπορεύονται της νοητής και εισάγουσιν αυτήν εις τα Άγια των Αγίων ιερώς προσηλούσαι την μέλλουσαν αίγλην άρρητον εξ αυτής αναλάμψειν και φωτίσειν τους εν σκότει καθημένους, της αγνωσίας εν Πνεύματι».

Σε πολλές εικόνες πίσω από το Ζαχαρία, αριστερά, παριστάνεται η Παναγία να κάθεται σε καθέδρα με τρία σκαλιά (είναι η αναβαθμοί του θυσιαστηρίου του απόκρυφου κειμένου) και να περιμένει την τροφή που της φέρνει ο άγγελος Γαβριήλ. Η Παναγία να παραμείνει στο Άγιο των Αγίων ως νέα Κιβωτός της Διαθήκης, ως η «έμψυχος κιβωτός» και στα δώδεκα χρόνια της παραμονής της εκεί θα τρέφεται θαυματουργικά με ουράνια τροφή.


Από το βιβλίο
Ο Μυστικός κόσμος των Βυζαντινών Εικόνων
(τόμος δεύτερος)
Χρήστου Γ. Γκότση
Εκδ. Αποστολική Διακονία

πηγή: enoriaka.gr

http://orthodox-world.pblogs.gr/


ΟΔΗΓΙΕΣ ΕΝ ΩΡΑ ΤΩΝ ΔΕΙΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΟΠΑΔΟΥΣ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΗΣ , ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΣ .





ΑΓΝΗ ΠΑΡΘΕΝΕ ΔΕΣΠΟΙΝΑ


ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

EKΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ,ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΝΗΣΤΕΙΑ,ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
ΜΕΤΑΝΟΙΑ,ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.

Ο ΜΟΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ

πηγή:http://neataksi.blogspot.gr/

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Ο Εκκλησιασμός. Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς;



Ο Εκκλησιασμός

α) Η εορτή των Εισοδίων της Μαριάμ στον ναό υπενθυμίζει την είσοδο του χριστιανού στην Εκκλησία με το βάπτισμα. Ανακαλεί στη μνήμη τον εκκλησιασμό, όχι ως τυπική
υποχρέωση, αλλά ως μετοχή στη ζωοποιό χάρη των μυστηρίων όχι ως κυριακάτικη συνήθεια, αλλά ως αυτοπροαίρετη αφιέρωση στον Θεό της αγάπης. Και η αφιέρωση αυτή
αφορά σύνολη την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και την κτίση.

β) Ο εκκλησιασμός δεν είναι εύκολη υπόθεση. Προϋποθέτει «συντετριμμένη καρδία», ευρύχωρη διάθεση, πίστη θερμή, αγάπη ανυπόκριτη, ελπίδα ζώσα και αποστολική
απλότητα. Κυρίως όμως απαιτεί παραίτηση από τον εωσφορικό εγωισμό, τον αυτάρεσκο ναρκισσισμό και την παγκάκιστη φιλαυτία. Η Εκκλησία πάντοτε καλεί σε εκκλησιασμό.
Και όντως πολλοί πάνε στην εκκλησία, ελάχιστοι όμως εκκλησιάζονται όπως η Θεόπαις Μαριάμ, η οποία τρεφόταν με τη χάρη του Θεού.

γ) Η είσοδος της Παναγίας στον ναό δεν μαρτυρείται στα Ευαγγέλια, αλλά στηρίζεται στο Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου. Η απόκρυφη αυτή διήγηση στόχευε στη συμπλήρωση
κενών που άφηναν τα κανονικά Ευαγγέλια και διασώθηκε μέσω του εορτολογίου, της αγιογραφίας και της υμνολογίας. Στη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη υπάρχει
περίφημο ψηφιδωτό (1315-1320) με δύο σχετικές θεματικές παραστάσεις: Η πρώτη εικονίζει τον Ιωακείμ και την Άννα να προσφέρουν την κόρη στον αρχιερέα, ενώ η άλλη
απεικονίζει τον άγγελο που της μεταφέρει ουράνιο άρτο.

δ) Τα Εισόδια της Θεοτόκου εικονογραφούνται από τον Μανουήλ Πανσέληνο (1295) και στον ναό του Πρωτάτου στο Άγιον Όρος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ιωακείμ και η
Άννα μετά από θερμή προσευχή στον Θεό απέκτησαν κόρη, την οποία ανέθρεψαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Μόλις συμπλήρωσε το τρίτο έτος της ηλικίας της, με τη
συνοδεία λαμπαδηφόρων παρθένων την αφιέρωσαν στον Ναό.

ε) Στον πρόναο την υποδέχθηκε ο αρχιερέας Ζαχαρίας και την εισήγαγε στα Άγια των Αγίων, πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, αφού εκεί μπορούσε
να εισέλθει μία φορά τον χρόνο μόνο ο αρχιερέας κατά την εορτή του εξιλασμού. Στον Ναό η Παρθένος επιδόθηκε στην προσευχή, τη μελέτη των Γραφών και την ιερά ησυχία.
Έτσι κράτησε καθαρή την καρδιά της και έγινε ακηλίδωτος καθρέπτης της θείας λαμπρότητας.

στ) Κι όπως γράφεται στο συναξάρι, «τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλάσσονταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και
οι προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης θα εκπληρώνονταν στο πρόσωπό της. Έτσι έγινε Κλίμαξ που ενώνει γη και ουρανό, Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού,
αλατόμητο Όρος του Δανιήλ και ζώσα Πηγή που αναβλύζει τα ύδατα της αιώνιας ζωής». Η παραπάνω συμβολική ορολογία έχει περιληφθεί στην υμνολογία της εορτής, αλλά και
γενικότερα στους ύμνους των θεομητορικών εορτών και των θεοτοκίων.

ζ) Με αφορμή τη θεομητορική εορτή των Εισοδίων μπορεί κάθε χριστιανός να εκκλησιάσει πραγματικά κι όχι επιφανειακά τη ζωή του. Η είσοδος στην Εκκλησία δεν μπορεί να
αποτελεί πολιτιστικό αυτονόητο και «καλή συνήθεια». Αποβλέπει σε ουσιαστική σχέση και κοινωνία με τον Χριστό. Και η σχέση αυτή αφορά όλες τις ηλικίες. Με την επικράτηση
του νηπιοβαπτισμού υπεύθυνοι για τη χριστιανική ανατροφή των παιδιών θεωρούνται οι γονείς και οι ανάδοχοι. Όμως, στους νεότερους χρόνους η υποχρέωση αυτή ατόνησε και
μεταβιβάσθηκε είτε στο δημόσιο σχολείο είτε στον θεσμό της Εκκλησίας. Εάν η χριστιανική οικογένεια αναλάβει τις ευθύνες της, οι ανάδοχοι αποδεχθούν τις δικές τους και οι
κληρικοί υποδεχθούν με σύνεση και ευαγγελική σοφία τον λαό του Θεού, τότε όντως οδηγούνται όλοι και όλα προς εκκλησιασμόν.

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
Μακεδονία 18/11/2012

πηγή: http://xristianos.gr/forum/viewtopic.php?t=6311

Εκκλησιασμός... Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς;

Του Αγίου Ιωάννου, του Χρυσοστόμου
Παρ' όλα αυτά, λίγοι είναι εκείνοι που έρχονται στην εκκλησία. Τι θλιβερό!Στους χορούς και στις διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα.
ις ανοησίες των τραγουδιστών τις ακούμε με ευχαρίστηση. Τις αισχρολογίες των ηθοποιών τις απολαμβάνουμε για ώρες, δίχως να βαριόμαστε. Και μόνο όταν μιλάει ο Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε και ζαλιζόμαστε.

Μα και στα ιπποδρόμια, μολονότι δεν υπάρχει στέγη για να προστατεύει τους θεατές από τη βροχή, τρέχουν οι περισσότεροι σαν μανιακοί, ακόμα κι όταν βρέχει ραγδαία, ακόμα κι όταν ο άνεμος σηκώνει τα πάντα. Δεν λογαριάζουν ούτε την κακοκαιρία ούτε το κρύο ούτε την απόσταση. Τίποτα δεν τους κρατάει στα σπίτια τους. Όταν, όμως, πρόκειται να πάνε στην εκκλησία, τότε και το ψιλόβροχο τους γίνεται εμπόδιο.

Κι αν τους ρωτήσεις, ποιος είναι ο Αμώς ή ο Οβδιού, πόσοι είναι οι προφήτες ή οι απόστολοι, δεν μπορούν ν' ανοίξουν το στόμα τους. Για τ' άλογα, όμως, τους τραγουδιστές και τους ηθοποιούς μπορούν σε πληροφορήσουν με κάθε λεπτομέρεια. Είναι κατάσταση αυτή;

Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, και σχεδόν κανένας δεν παρουσιάζεται στο ναό. Φαίνεται πως η απόσταση παρασύρει τους χριστιανούς στην αμέλεια· ή μάλλον όχι η απόσταση, αλλά η αμέλεια μόνο τους εμποδίζει. Γιατί, όπως τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει αυτόν που έχει αγαθή προαίρεση και ζήλο να κάνει κάτι, έτσι και τον αμελή, τον ράθυμο και αναβλητικό όλα μπορούν να τον εμποδίσουν.

Οι μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για την Αλήθεια, κι εσύ λογαριάζεις μια τόσο μικρή απόσταση; Εκείνοι θυσίασαν τη ζωή τους για το Χριστό, κι εσύ δεν θέλεις ούτε λίγο να κοπιάσεις; Ο Κύριος πέθανε για χάρη σου, κι εσύ Τον περιφρονείς; Γιορτάζουμε μνήμες αγίων, κι εσύ βαριέσαι να έρθεις στο ναό, προτιμώντας να κάθεσαι στο σπίτι σου; Και όμως, πρέπει να έρθεις, για να δεις το διάβολο να νικιέται, τον άγιο να νικάει, το Θεό να δοξάζεται και την Εκκλησία να θριαμβεύει.

''Μα είμαι αμαρτωλός'', λες, ''και δεν τολμώ ν' αντικρύσω τον άγιο''. Ακριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ, για να γίνεις δίκαιος. Ή μήπως δεν γνωρίζεις, ότι και αυτοί που στέκονται μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο, έχουν διαπράξει αμαρτίες; Γι' αυτό οικονόμησε ο Θεός να υποφέρουν και οι ιερείς από κάποια πάθη, ώστε να κατανοούν την ανθρώπινη αδυναμία και να συγχωρούν τους άλλους.

''Αφού, όμως, δεν τήρησα όσα άκουσα στην εκκλησία'', θα μου πει κάποιος, ''πως μπορώ να έρθω πάλι;''. Έλα να ξανακούσεις τον θείο λόγο. Και προσπάθησε τώρα να τον εφαρμόσεις. Αν βάλεις φάρμακο πάνω στο τραύμα σου και δεν το επουλώσει την ίδια μέρα, δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη; Αν ο ξυλοκόπος, που θέλει να κόψει μια βελανιδιά, δεν κατορθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσεκουριά, δεν τη χτυπάει και δεύτερη και πέμπτη και δέκατη φορά; Κάνε κι εσύ το ίδιο.

Αλλά, θα μου πεις, σ' εμποδίζουν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς. Όμως δεν είναι εύλογη και τούτη η πρόφαση. Εφτά μέρες έχει η εβδομάδα. Αυτές τις εφτά μέρες τις μοιράστηκε ο Θεός μαζί μας. Και σ' εμάς έδωσε έξι, ενώ για τον εαυτό Του άφησε μία. Αυτή τη μοναδική μέρα, λοιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργασίες;

Και γιατί λέω για ολόκληρη μέρα; Εκείνο που έκανε στην περίπτωση της ελεημοσύνης η χήρα του Ευαγγελίου, το ίδιο κάνε κι εσύ στη διάρκεια αυτής της μιας μέρας. Έδωσε εκείνη δυο λεπτά και πήρε πολλή χάρη από το Θεό. Δάνεισε κι εσύ δυο ώρες στο Θεό, πηγαίνοντας στην εκκλησία, και θα φέρεις στο σπίτι σου κέρδη αμέτρητων ημερών. Αν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ' αυτή σου τη στάση χάσεις κόπους πολλών ετών. Γιατί ο Θεός, όταν περιφρονείται, γνωρίζει να σκορπίζει τα χρήματα που συγκεντρώνεις με την εργασία της Κυριακής.

Μα κι αν ακόμα έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο από χρυσάφι και εξ αιτίας του απουσίαζες από το ναό, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου· και τόσο μεγαλύτερη, όσο ανώτερα είναι τα πνευματικά από τα υλικά. Γιατί τα υλικά πράγματα, κι αν ακόμα είναι πολλά και τρέχουν άφθονα από παντού, δεν τα παίρνουμε στην άλλη ζωή, δεν μεταφέρονται μαζί μας στον ουρανό, δεν παρουσιάζονται στο φοβερό εκείνο βήμα του Κυρίου.

Αλλά πολλές φορές, και πριν ακόμα πεθάνουμε, μας εγκαταλείπουν.Αντίθετα, ο πνευματικός θησαυρός που αποκτούμε στην εκκλησία, είναι κτήμα αναφαίρετο και μας ακολουθεί παντού.

''Ναι, αλλά μπορώ'', λέει κάποιος άλλος, ''να προσευχηθώ και στο σπίτι μου''. Απατάς τον εαυτό σου, άνθρωπε. Βεβαίως, είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου· είναι αδύνατον όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία, όπου υπάρχει το πλήθος των πατέρων και όπου ομόφωνη κραυγή ικεσίας αναπέμπεται στο Θεό. Δεν σε ακούει τόσο πολύ ο Κύριος όταν Τον παρακαλείς μόνος σου, όσο όταν Τον παρακαλείς ενωμένος με τους αδελφούς σου.

Γιατί στην εκκλησία υπάρχουν περισσότερες πνευματικές προϋποθέσεις απ' όσες στο σπίτι. Υπάρχουν η ομόνοια, η συμφωνία των πιστών, ο σύνδεσμος της αγάπης, οι ευχές των ιερέων. Γι' αυτό, άλλωστε, οι ιερείς προΐστανται των ακολουθιών· για να ενισχύονται με τις δυνατότερες ευχές τους οι ασθενέστερες ευχές του λαού, κι έτσι όλες μαζί ν' ανεβαίνουν στον ουρανό.

Όταν προσευχόμαστε ο καθένας χωριστά, είμαστε ανίσχυροι· όταν όμως συγκεντρωνόμαστε όλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιο δυνατοί και ελκύουμε σε μεγαλύτερο βαθμό την ευσπλαχνία του Θεού. Κάποτε ο απόστολος Πέτρος βρισκόταν αλυσοδεμένος στη φυλακή. Έγινε όμως θερμή προσευχή από τους συναγμένους πιστούς, κι αμέσως ελευθερώθηκε.

Τι θα μπορούσε, επομένως, να είναι πιο δυνατό από την κοινή προσευχή, που ωφέλησε κι αυτούς ακόμα τους στύλους της Εκκλησίας;

πηγή: http://www.briefingnews.gr/zoi/item/37706-ekkliiamos


Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

«Σκοπός τους τώρα είναι να απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία», Γέρων Παΐσιος



Γ. Παΐσιος: Μικρό παιδάκι, πόσο με βοηθούσε που πήγαινα στην Εκκλησία!
Είχαμε καλό δάσκαλο στο Δημοτικό και μας βοηθούσε και αυτός. Μας μάθαινε
εθνικά άσματα και εκκλησιαστικούς ύμνους.
Στην Εκκλησία τις Κυριακές ψάλλαμε την Δοξολογία, «Ταις πρεσβείες....»,
«Άγιος ο Θεός», το Χερουβικό.
- Και τα κοριτσάκια ψάλλανε;
- Ναι, όλα μαζί τα παιδιά.
Παλιά, η Εκκλησία ήταν δίπλα στο σχολείο και παίζαμε γύρω από την
Εκκλησία, στην αυλή της.
Μας πήγαιναν στην Εκκλησία οι δάσκαλοι στις γιορτές, και ας χάναμε κανένα
μάθημα.
Προτιμούσε ο δάσκαλος να χάση μια ώρα, για να λειτουργηθούν τα παιδιά.
Έτσι τα παιδιά διδάσκονταν, αγιάζονταν, γίνονταν αρνάκια.
Είχαμε και έναν δάσκαλο Εβραίο, αλλά θρησκευτικά δεν μας δίδασκε,ερχόταν
μια δασκάλα και μας έκανε θρησκευτικά.
Παρ’ όλο όμως που ήταν Εβραίος, μας πήγαινε μέχρι την Εκκλησία. Και στην
Εκκλησία όλα τα παιδιά στεκόμασταν όρθια, ήσυχα.
Και βλέπω σήμερα που απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία, πως έχουν
αγριέψει!
Ενώ στην Εκκλησία το παιδάκι θα ηρεμήσει, θα γίνει καλό παιδί, γιατί δέχεται
την ευλογία του Θεού, αγιάζεται.
Δεν τα αφήνουν να πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να μην επηρεασθούν από τα
πνευματικά! Από τις άλλες ανοησίες όχι μόνον δεν τα απομακρύνουν, αλλά
τους τις διδάσκουν κιόλας!
Μα δεν καταλαβαίνουν ότι τα παιδάκια, αν επηρεασθούν, ας υποθέσουμε, από
την Εκκλησία, από την θρησκεία, στο κάτω-κάτω δεν θα κάνουν αταξίες, θα
είναι φρόνιμα, θα έχουν επιμέλεια στα μαθήματά τους, δεν θα είναι ζαλισμένα
όπως τώρα.
Μέχρι να μεγαλώσουν, και στα θέματα τα εθνικά θα είναι σωστά
τοποθετημένα, δεν θα μπλέξουν με παρέες, με ναρκωτικά, να αχρηστευθούν.
Όλα αυτά δεν θα είναι μια προϋπόθεση να γίνουν
καλοί άνθρωποι;
Αυτό τουλάχιστον δεν το αναγνωρίζουν; Δεν το σέβονται;
Αλλά σκοπός τους τώρα είναι να απομακρύνουν τα παιδιά από την Εκκλησία.
Τα δηλητηριάζουν, τα μολύνουν με διάφορες θεωρίες, κλονίζουν την πίστη
τους. Τα εμποδίζουν από το καλό, για να τα αχρηστέψουν.
Τα καταστρέφουν από μικρά. Και τα παιδάκια, φυσικά, από αρνάκια γίνονται
κατσικάκια.
Αρχίζουν μετά να χτυπούν άσχημα και τους γονείς τους και τους δασκάλους
και αυτούς που τα κυβερνούν.
Τα κάνουν όλα άνω-κάτω συλλαλητήρια, καταλήψεις, αποχή από τα μαθήματα.
Και τελικά, όταν φθάνουν να ξεκοιλιάσουν αυτούς που τα κυβερνούν,
τότε θα βάλουν και αυτοί μυαλό.

Πηγή: Από το βιβλίο «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο» Γέροντος
Παΐσιου Αγιορείτου Λόγοι Α΄

Ο απόστολος Φίλιππος (14 Νοεμβρίου)

Ο απόστολος Φίλιππος (14 Νοεμβρίου)
Υπήρξε ένας από τους δώδεκα. Και μάλιστα επίλεκτο μέλος της αγίας αυτής ομάδος.

Την πρώτη γνωριμία του με τον Χριστό μας την παρουσιάζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης με τούτα τα λόγια: «Τη επαύριον ηθέλησεν ο Ιησούς εξελθείν εις την Γαλιλαίαν και ευρίσκει Φίλατπον και λέγει αυτώ ακολούθει μοι» (Ίωάν. α', 44).

Βρισκόταν στην Ιουδαία ο Κύριος.

Ύστερα από το βάπτισμα Του και την τεσσαρακονθήμερη νηστεία Του στην έρημο και τους πειρασμούς Του από τον διάβολο, νικητής αποφασίζει να αναχωρήσει από την Ιουδαία στη Γαλιλαίο για την έναρξη του έργου του.

Εκεί, σαν έφθασε, βρήκε μεταξύ των πρώτων τον Φίλιππο, που ήταν από τη Βηθσαϊδά, την ίδια πόλη από την οποία καταγόντουσαν κι οι άλλοι δύο απόστολοι και αδελφοί, Ανδρέας και Πέτρος.

Η μικρή αυτή πόλη βρισκόταν στις ανατολικές όχθες της λίμνης Τιβεριάδος κι αξιώθηκε να προσφέρει στον Κύριο ένα σημαντικό αριθμό από τους αποστόλους Του. Πτωχοί κι απλοϊκοί άνθρωποι ήσαν όλοι αυτοί.

Όμως ο Κύριος τέτοιους εργάτες κατά κανόνα διαλέγει για τη διακονία Του. Ανθρώπους ταπεινούς και καλοδιάθετους.

Κι αυτούς, «τα μωρά του κόσμου... και εξουθενωμένα» κατά τον θείο απόστολο Παύλο, δηλαδή τους ανθρώπους αυτούς που ο κόσμος θεωρεί μωρούς και περιφρονημένους, μ' αυτούς ο Κύριος καταντροπιάζει εκεί νους, που, ο κόσμος πάλι, θεωρεί σοφούς και μεγάλους και δυνατούς.

Την αγνή και πρόθυμη διάθεση είδε ο Κύριος στα βάθη της ψυχής του Φιλίππου κι αυτήν εξετίμησε κι έσπευσε να του μιλήσει και να του απευθύνει την τιμητική πρόσκληση: «Ακολούθει μοι»• ακολούθησε με. Πόσο διαφορετικά αλήθεια είναι τα ανθρώπινα κριτήρια από τα κριτήρια του πανσόφου Θεού. Οι άνθρωποι συνήθως κρίνουμε «κατ' όψιν». Γι' αυτό κι ο Κύριος ελέγχει τον τρόπο αυτό της κρίσεως με το «μη κατ' όψιν κρίνετε παράνομοι». Ο πάνσοφος Θεός κρίνει από τις διαθέσεις που κρύβουμε ο καθένας στην ψυχή μας. Και για τούτο η κρίση του είναι πάντα ορθή κι ασφαλισμένη.

Την αξία αυτής της κρίσεως την βλέπουμε αμέσως στον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιππος έσπευσε να ανταποκριθεί στην ιερή πρόσκληση του Ιησού• χωρίς κανένα ενδοιασμό, αλλά με ενθουσιασμό και ζηλευτή προθυμία αφήνει τα πάντα και ακολουθεί τον Κύριο. Αφήνει εργασία, γονείς, φίλους και γνωστούς, σπίτι, μικρή έστω περιουσία και σπεύδει να γίνει ένας ακόλουθος της συντροφιάς του Ιησού. Κάπως παράξενη η σπουδή του να ακολουθήσει τον Κύριο, θα σκεφθεί ίσως κάποιος. Παράξενη μπορεί να φαίνεται. Αν θελήσουμε όμως να προσέξουμε και να εμβαθύνουμε λίγο στα λόγια του ευαγγελιστή Ιωάννη, η απορία αυτή θα διασκεδασθεί αμέσως. «Ην δε ο Φίλιππος από Βηθσαϊδά, εκ της πόλεως Ανδρέου και Πέτρου». (Ίωάν. α', 45). Ο Φίλιππος δηλαδή καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, από την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Ιδού το μυστικό της προθυμίας του Φιλίππου να ακολουθήσει τον Κύριο. Ήταν συμπολίτης του Ανδρέα. Κι ο Ανδρέας ήταν μια από τις ευγενικές εκείνες καρδιές που με λαχτάρα περίμενε τον Μεσσία. Ο πόθος του αυτός τον έσπρωξε να γίνει και μαθητής του Ιωάννη του Βαπτιστή. Κι αυτά που άκουε από τη φωνή «του βοώντος εν τη ερήμω», φρόντιζε να τα μεταφέρει συχνά και να τα κάμνει γνωστά και στους άλλους. Πόση καλοσύνη και ευγένεια ψυχής δεν φανερώνει τούτο το παράδειγμα! Μα και πόσο ιεραποστολικό ζήλο για την ευτυχία και τη σωτηρία των άλλων!

Υπάρχει στις δικές μας καρδιές, αλήθεια, αυτό το ενδιαφέρον κι αυτός ο πόθος, η χαρά κι η ευτυχία μας να γίνει και των γνωστών και των χωριανών μας κτήμα; Το παράδειγμα του ζηλωτή ψαρά, του Ανδρέα, αυτό μας συνιστά. Και τη σύσταση αυτή αξίζει όχι μονάχα να την προσέξουμε οι χριστιανοί του εικοστού αιώνα, μα και να την κάνουμε το ταχύτερο ζωή μας.

Ο καθένας από μας, σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού μας, είμαστε αλάτι και φως για τους γύρω μας. Πρέπει να είμαστε τέτοιοι. «Υμείς έστε το άλας της γης...Υμείς έστε το φως του κόσμου...» (Ματθ. ε' 13-14). Το αλάτι νοστιμίζει τα φαγητά. Το αλάτι ακόμη προλαμβάνει τη σήψη. Σαν το αλάτι οι πραγματικοί χριστιανοί με τα λόγια τους και το παράδειγμα τους νοστιμίζουν τη ζωή των ανθρώπων που είναι γύρω τους, αλλά και εμποδίζουν την ηθική σαπίλα από του να εξαπλωθεί και να διαλύσει τα πάντα. Οι χριστιανοί είναι ακόμη και φως. Φως που φωτίζει και θερμαίνει και ζωογονεί και ομορφαίνει τον κόσμο. Κι αυτοί με τα λόγια τους και προ πάντων τα έργα τους καλούνται να είναι φως μέσα στην κοινωνία. Ένα φως πνευματικό, που να φωτίζει, να θερμαίνει και να ζωογονεί την κοινωνία. Είναι καιρός οι αληθινοί μαθητές του Κυρίου και γνήσιοι ακόλουθοι Του να προβάλλουν παντού αυτή τους την ιδιότητα. Το απαιτούν οι δύσκολοι καιροί που περνούμε. Το ζητά από όλους ο φλογερός απόστολος, που μελετούμε. Ναι! αυτό έκαμε ο Φίλιππος. Αυτό έκαμε πρωτύτερα κι ο Ανδρέας.

Όταν ο τελευταίος μαζί με τον Ιωάννη τον ευαγγελιστή γνώρισε τον Κύριο και κλήθηκε πρώτος να γίνει μαθητής Του, φρόντισε αμέσως τη χαρά του να την μοιρασθεί με τον αδελφό του Πέτρο. Αδελφέ μου, του είπε, «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Ναι! Βρήκαμε Εκείνο, που περιμέναμε. Βρήκαμε τον Χριστό. Έτσι ερμηνεύεται στα Ελληνικά η λέξη Μεσσίας.

Το παράδειγμα του Ανδρέα επαναλαμβάνει κι ο Φίλιππος. Μόλις κι αυτός κλήθηκε να ακολουθήσει τον Ιησού, σπεύδει κι αυτός να κάμει κοινωνό της χαράς του τον φίλο του Ναθαναήλ. Πόσο απλά μας εκθέτει ο θείος ευαγγελιστής τη χειρονομία αυτή του Φιλίππου! «Ευρίσκει Φίλιππος τον Ναθαναήλ και λέγει αυτώ όν έγραψε Μωϋσής εν τω νόμο) και οι Προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ» (Ίωάν. α', 46). Ναθαναήλ φίλε μου, βρήκαμε αυτόν για τον οποίο έγραψαν ο Μωϋσής και οι Προφήτες. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ. Όταν στα παλιά τα χρόνια ο αρχαίος εκείνος σοφός, ο Αρχιμήδης, ανεκάλυψε, σαν ελούετο, τον περίφημο εκείνο νόμο της Φυσικής, που είναι γνωστός σαν αρχή του Αρχιμήδους, πετάχτηκε έξω από το λουτρό και τρελός απ' τη χαρά του άρχισε να τρέχει γυμνός μέσα στην πόλη και να φωνάζει «Εύρηκα. Εύρηκα». Μεγάλη η ανακάλυψη του. Αυτό όμως που βρήκε ο Φίλιππος ήταν κάτι το ασύγκριτα πιο μεγάλο και πολυτιμότερο. Ο Ιησούς είναι ο θησαυρός των θησαυρών. Είναι η πηγή της ζωής. Γι' αυτό και το «ευρήκαμεν», που είπε στον αδελφικό του φίλο Ναθαναήλ ο Φίλιππος, φανερώνει χαρά πολύ πιο μεγάλη. Χαρά ανέκφραστη. Χαρά, που μόνο εκείνοι που ήλθαν σε προσωπική επαφή με τον Χριστό, μπορούν να δοκιμάζουν και να γνωρίζουν.

Και δεν ήταν μόνο μια έκφραση χαράς τα λόγια του Φιλίππου «Ευρήκαμεν». Ήταν και κάτι άλλο. Ήταν μια πρόσκληση. Πρόσκληση να γνωρίσει κι ο φίλος του τη χαρά του και να την δοκιμάσει. Κι όταν πάλι ο φίλος του Ναθαναήλ με κάποια επιφύλαξη του πρόβαλε το γνωστό: «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι»; Μα από τη Ναζαρέτ, την πόλη της αμαρτίας και της διαφθοράς, είναι δυνατό να βγει κάτι το καλό, ο Φίλιππος δεν τα χάνει. Με απόλυτη βεβαιότητα σε ό,τι λέγει, του άπαντα: «Έρχου και ίδε». Φίλε μου, έλα κι εσύ να δεις με τα μάτια σου και να αντιληφθείς μοναχός σου αυτό που σου λέω. Να βεβαιωθείς δηλαδή και να πιστοποιήσεις και σε άλλους, ότι ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι αυτός που περιμέναμε, ο Μεσσίας, ο Σωτήρας των ανθρώπων. Πλησίασε τον Χριστό και σε λίγο διαπίστωνε κι ο ίδιος κι ομολογούσε με την περίφημη φράση «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» το πιστεύω του. Δηλαδή, Διδάσκαλε, στ' αλήθεια, συ είσαι ο γιος του Θεού, συ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ, που με οδηγό τις προφητείες περιμέναμε. Και δεν ομολογεί μονάχα τον Ιησού σαν τον άνθρωπο των προφητειών, μα και τον ακολουθεί και γίνεται ένας από τους δώδεκα μαθητές Του, ο γνωστός και με το άλλο όνομα Βαρθολομαίος.

Τρία χρόνια παρακολούθησε ο Φίλιππος τον Κύριο. Τρία χρόνια ακούει τη διδασκαλία Του και παρακολουθεί τα θαύματα Του. Τρία χρόνια δέχεται την ευεργετική Του επίδραση και ενισχύεται στο έργο που τον περιμένει.

Μερικά περιστατικά από τη ζωή του κοντά στον Ιησού μας δείχνουν τον ζήλο του, αλλά και τις αδυναμίες του. Μας δείχνουν ακόμη και την ιδιαίτερη θέση που κατέχει η προσωπικότητα του στον κύκλο των δώδεκα. Τα περιστατικά αυτά θεωρήσαμε σκόπιμο να παραθέσουμε πιο κάτω, για να τα μελετήσουμε. Μας λένε τόσα πολλά.

Στις παραμονές των Παθών του Κυρίου, ως προσκυνητές ήλθαν στα Ιεροσόλυμα και πολλοί Έλληνες προσήλυτοι στον ιουδαϊσμό. Αυτοί με όσα είχαν ακούσει για τον Κύριο, ένοιωσαν στην καρδιά τους βαθύ τον πόθο για να τον γνωρίσουν καλύτερα και να έχουν μαζί Του μια ιδιαίτερη συνομιλία. Στην περίπτωση αυτή το όνομα του Φιλίππου, όνομα ελληνικό, τους έδωκε το θάρρος να τον πλησιάσουν και να του φανερώσουν την επιθυμία τους: «Κύριε, του είπαν, θέλομεν τον Ιησούν ιδείν». Κύριε, θέλουμε να ιδούμε τον Ιησού. Να η παράκληση που του απηύθυναν. Παράκληση και επιθυμία ζηλευτή κι αξιοπρόσεκτη. Κι ο Φίλιππος, που ήθελε τη χαρά, που ένοιωθε αυτός με το να ακολουθεί τον Κύριο και να ακούει τα θεία λόγια Του, να την δοκιμάζουν κι άλλοι, έσπευσε να συνεν νοηθεί σχετικά με τον αγαπητό του Ανδρέα κι ύστερα μαζί να οδηγή σουν τους Έλληνες στον Ιησού. Τι θέματα κουβέντιασαν οι πρόγονοι μας με τον Κύριο κατά τη συνάντηση τους εκείνη δεν γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως ο Κύριος σαν είδε τους Έλληνες να πλησιάζουν είπε τα τιμητικά και θαυμαστά εκείνα λόγια: «Ελήλυθεν η ώρα, ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου» (Ίωάν. ιβ', 23). Έφτασε δηλαδή η ορισμένη από τον θεό ώρα, για να δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου. Να δοξα σθεί με τη Σταύρωση και την Ανάληψη Του και να αναγνωρισθεί ως Μεσσίας και Λυτρωτής από τους Έλληνες, που τη στιγμή αυτή αντιπροσωπεύουν και όλο τον εθνικό κόσμο. Ευλογημένη και μεγάλη η ήμερα εκεί νη. Ναι! πολύ μεγάλη. Γιατί αν η προσέλευση των εθνών στον Χριστό και τη διδασκαλία Του αποτελεί μια νίκη κι ένα θρίαμβο του Χριστού και του έργου Του, ο ερχομός των Ελλήνων στην πίστη τη χριστιανική έχει κάτι το πολύ ανώτερο. Αυτοί, οι Έλληνες, έδωσαν στον Κύριο όχι μόνο τη γλώσσα τους, αλλά και τους πιο πολλούς ζηλωτές ιεραποστόλους για την εξάπλωση του χριστιανικού κηρύγματος στον κόσμο.

Ως άνθρωπο με χαρακτήρα πολύ πρακτικό μας παρουσιάζουν τον Φίλιππο δύο άλλα περιστατικά, που μας διέσωσε ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

Το ένα περιστατικά συνέβη έξω στην ερημιά. Είχε μεταβεί εκεί ο Διδάσκαλος ένα πρωί με τους μαθητές του για λίγη ξεκούραση. Μα οι κάτοικοι των γειτονικών πόλεων, που σαν διψασμένα ελάφια Τον κυνηγούσαν, για να ακούσουν τα λόγια Του και να απολαύσουν τις δωρεές Του, όταν αντελήφθησαν το μέρος που βρισκόταν έσπευσαν προς Αυτόν. Και ο Κύριος, ικανοποιώντας τον ζήλο και την προθυμία τους, πέρασε την ήμερα μαζί τους διδάσκοντας τους και θεραπεύοντας τους αρρώστους που είχαν φέρει. Πλάκωσε σχεδόν η νύκτα και κανένας δεν είχε διάθεση να σηκωθεί και να φύγει. Όμως ο κόσμος εκείνος έπρεπε κάτι να φάγει. Ήταν νηστικός όλη μέρα. Γι' αυτό κι ο Κύριος στην περίπτωση αυτή κάλεσε τον Φίλιππο κοντά του, που διακρινόταν για το πρακτικό του μυαλό και τον ρώτησε:

«Πόθεν αγοράσωμεν άρτους ίνα φάγωσιν αυτοί;» Από ποιο μέρος, Φίλιππε, θα αγοράσουμε ψωμιά για να φάγουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»

Στο ερώτημα αυτό του Κυρίου, όπως μας λέγει ο ευαγγελιστής, ο Φίλιππος απήντησε: «Διακοσίων δηναρίων άρτοι ουκ αρκούσιν αυτοίς ίνα έκαστος αυτών βραχύ τι λαβή». Ψωμιά αξίας διακοσίων δηναρίων δεν φτάνουν σ' αυτούς, όχι για να χορτάσουν, αλλά για να πάρει ο καθένας από ένα μικρό κομμάτι. Φυσικά ο Κύριος υπέβαλε την ερώτηση αυτή στον Φίλιππο, όχι γιατί Αυτός δεν ήξερε τι να κάμει. Το Θαύμα το είχε αποφασίσει στην καρδιά Του. Το ερώτημα το υπέβαλε απλώς για να δείξει σ' αυτόν, όσο και στους άλλους μαθητές, μα και σ' όλες τις γενεές των ανθρώπων, ότι και τα πιο αδύνατα στα μάτια των ανθρώπων πράγμα τα, μπορούν να γίνουν δυνατά, αν οι άνθρωποι στις περιπτώσεις αυτές αγκαλιάσουν με την καρδιά τους τον παντοδύναμο παράγοντα, που λέγεται πίστη ζωντανή στον Χριστό. Με την πίστη και τα πιο αδύνατα γίνονται δυνατά. Αν οι άνθρωποι αφήσουμε να αναπτυχθεί στην καρδιά μας πίστη ίση με τον κόκκο του σιναπιού, μπορούμε μ' αύτη να μετακινήσουμε ακόμη και βουνά.

Θα ερωτήσει ίσως κάποιος. Μήπως ο Φίλιππος με το πρακτικό του μυαλό πείσθηκε απόλυτα για τη δύναμη αυτού του παράγοντα, που λέγεται πίστη, με το θαύμα του χορτασμού εκείνου του πλήθους με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε; Δυστυχώς, όχι απόλυτα κι αμέσως. Αυτό μας το βεβαιώνει το δεύτερο επεισόδιο. Και σ' αυτό, το ίδιο πρακτικό μυαλό εκδηλώθηκε και πάλι.

Ήταν η νύκτα του Μυστικού Δείπνου. Για τελευταία φορά προ του Πάθους Του δειπνεί ο Κύριος με τους μαθητές Του. Γύρω από το πασχαλινό τραπέζι κάθονται όλοι. Με τις ομιλίες Του και τις διδαχές Του ο Κύριος προσπαθεί να προπαρασκευάσει τους μαθητές Του για τα όσα έμελλαν σε λίγο να ακολουθήσουν. Η όλη ατμόσφαιρα παίρνει τον χαρακτήρα μιας αποχαιρετιστήριας τελετής. Μιας τελετής κατά την οποία ο Κύριος αποκαλύπτει στους μαθητές του ουράνιες αλήθειες. Τους λέγει πως προτού ξημερώσει κάποιος μαθητής θα Τον προδώσει, οι άλλοι θα Τον εγκαταλείψουν κι αυτός ο Πέτρος, που Του υποσχόταν αγάπη μέχρι θανάτου, κι αυτός θα Τον αρνιότανε.

Ο Κύριος Όμως ποτέ δεν θα τους εγκατέλειπε. «Δεν θα σας αφήσω τους είπε, ορφανούς. Γι' αυτό μη ταράσσεσθε. Θα δοκιμάσετε βαθιά λύπη με τη φυγή μου από κοντά σας, όμως σύντομα η λύπη σας θα μετατραπεί σε χαρά. Φεύγω για τον Πατέρα μου. Πάω στο σπίτι μου. Πάω να ετοιμάσω εκεί τόπο και για σας. Το μέρος στο οποίο πηγαίνω τώρα, το ξέρετε κι εσείς. Ξέρετε ακόμη και τον δρόμο που οδηγεί εκεί».

Σε τούτο το σημείο ο Θωμάς τον διέκοψε για να του πει: «Κύριε, δεν ξέρουμε που πηγαίνεις και πως είναι δυνατό να ξέρουμε τον δρόμο;» Τη στιγμή αυτή ο Φίλιππος, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την όλη συζήτηση, σπεύδει να διακόψει λέγοντας; «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα και αρκεί ημίν» (Ίωάν. ιδ', 8). Κύριε, είπες, πως θα πάς στον Πατέρα σου. Δείξέ μας με μια αποκαλυπτική οπτασία τον Πατέρα Σου και τη δόξα Του, ώστε να Τον δούμε κι εμείς όπως παλιά τον είδαν ο Μωϋσης κι ο Ησαΐας και μας είναι αρκετό αυτό. Δεν θέλουμε περισσότερα. Το πρακτικό μυαλό του Φιλίππου αυτό ζητούσε.

Βαθιά ευγνωμοσύνη όμως πρέπει να νοιώθει κάθε καρδιά στον ζηλωτή απόστολο, γιατί με την απλότητα του, έδωσε την ευκαιρία στον Κύριο να διακηρύξει για το πρόσωπο Του: «Τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον Πατέρα, και πώς συ λέγεις, δείξον ημίν τον Πατέρα»; (Ίωάν. ιδ' 9). Τόσο καιρό εί μαι μαζί σας, Φίλιππε, κι ακόμη δεν με γνώρισες; Δεν γνώρισες δηλαδή ότι είμαι ο Υιός του Θεού, Θεός όπως ο Πατέρας; Εκείνος που είδε εμένα κι εξετίμησε όπως πρέπει την αλήθεια της διδασκαλίας μου και την αγιότητα της ζωής μου και τη δράση μου τη θαυματουργική, είδε και τον Πατέρα. Και πώς συ λέγεις: Δείξε μας τον Πατέρα;

Να οι αδυναμίες του πρακτικού πνεύματος. Οι άνθρωποι δυστυχώς, που σκέπτονται μ' αυτόν τον τρόπο, απαιτούν συνήθως υλικές αποδεί ξεις και ζητούν να ικανοποιήσουν τις αισθήσεις τους για όλα τα θέματα. Η παραγνώριση όμως του πνευματικού παράγοντα οδηγεί πάντα σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Τα πιο πάνω λόγια του Κυρίου προς τον Φίλιππο αποτελούν φυσικά ένα λεπτό έλεγχο προς τον ζηλωτή μαθητή. Περιλαμβάνουν όμως δογματική διδασκαλία, υψίστης στ' αλήθεια σημασίας. Τρία χρόνια κοντά στον Κύριο, κι ύστερα από τα όσα είδε κι άκουσε δεν επετρέπετο σ' αυτόν να υποθάλει τέτοιες ερωτήσεις. Ας το δεχθούμε όμως κι αυτό, σαν μια παραχώρηση του Θεού, για να δοθεί η ευκαιρία στον Κύριο να αποκαλύψει τις αλήθειες αυτές, που όσο κι αν πολεμήθηκαν από πλείστους αιρετικούς δεν παύουν να παραμένουν και σήμερα και σ' όλους τους αιώνες ο ακρογωνιαίος λίθος και το ασάλευτο θεμέλιο της Ορθοδοξίας μας. Ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος και ομοούσιος με τον Πατέρα. Για τη δική μας τη σωτηρία αφήκε τη δόξα του ουρανού και κατέβηκε στη γη σαν άνθρωπος και έγινε «υπέρ ημών κατάρα», για να μας εξαγοράσει από την κατάρα της αμαρτίας και να μας ανεβάσει στον ουρανό.

Με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ήμερα της Πεντη κοστής όλες αυτές φυσικά οι αδυναμίες των μαθητών πέρασαν. Μαζί με τους άλλους αποστόλους κι ο Φίλιππος ξεκίνησε για να μεταφέρει το μήνυμα της σωτηρίας εκεί που η αγάπη του Θεού τον κάλεσε. Με πίστη και ενθουσιασμό και πυρωμένη καρδιά ο πνευματέμφορος αυτός εργά της της νέας πίστεως συνοδευόμενος πάντα κι από τον φίλο του Βαρθολομαίο και την αδελφή του Μαριάμνη προχώρησε και κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού σε διάφορες πόλεις της Λυδίας, της Μυσίας και της Παρθίας. Λυδία και Μυσία. Επαρχίες της Μ. Ασίας. Η Λυδία βρισκόταν προς τα Ν.Δ. κι η Μυσία στα βόρεια της Μ. Ασίας. Η Παρθία ήταν ορεινή χώρα στα νοτιανατολικά της Κασπίας θάλασσας. Οι κάτοικοι Πάρθοι.

Παρά τις αφάνταστες δυσκολίες που συναντούσαν όπου πήγαιναν και τα εμπόδια που ο διάβολος παρενέβαλλε στο έργο τους, εν τούτοις οι απόστολοι νικούσαν στο τέλος και το έργο του Κυρίου προχωρούσε μέρα με τη μέρα. Πολύ συνέβαλαν στην προσπάθεια τους και τα πολλά θαύματα με τα οποία τους χαρίτωσε ο Κύριος. Θαύματα θεραπείας διαφόρων ασθενειών, αλλά και αναστάσεως νεκρών. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και τούτο.

Βρισκόταν ο απόστολος με τη συνοδεία του στην Ιεράπολη της Φρυγίας. Εκεί ο μισόκαλος διάβολος βλέποντας τον εαυτό του νικημένο, παρεκίνησε μερικούς να συλλάβουν τον απόστολο και να τον βασανίσουν. Δεμένο τον οδήγησαν πρώτα στο δικαστικό βουλευτήριο. Εκεί ο έπαρχος Αρίσταρχος σαν τον είδε εφρύαξε κυριολεκτικά. Νομίζεις, του λέγει, πως μπορείς να τρομάξεις κι εμένα με τις μαγικές σου πράξεις;
Και χωρίς άλλο λόγο τον άρπαξε από τα μαλλιά κι άρχισε να τον σέρνει εδώ κι εκεί και να τον βασανίζει. Στην ενέργεια αυτή του ασεβή έπαρχου ο απόστολος δεν κρατήθηκε. Για να τον σωφρονίσει, αλλά και για να δώσει ένα μάθημα και στους άλλους που παρακολουθούσαν τον βασανισμό του, φώναξε δυνατά κι είπε:

- Κύριε, γνωρίζω την ευσπλαχνία σου. Όχι για να ικανοποιηθώ για την αδικία που μου γίνεται, αλλά για να σωφρονισθεί ο σκληρός αυτός άρχοντας για ό,τι μου κάμνει, μα και να γνωρίσουν κι οι άλλοι τη δύναμη Σου και να Ιδούν, ότι δεν είσαι μόνο αγάπη, αλλά και τιμωρός των κακών, δώσε να παραλύσει τούτο το χέρι, που κτυπά στην κεφαλή, που συ ευλόγησες.

Μόλις τέλειωσε τον λόγο του ο θείος απόστολος το θαύμα έγινε. Βαριά τιμωρία κτύπησε τον αναιδή και άδικο άρχοντα. Το χέρι ξεράθηκε. Κι ακόμη το ένα μάτι του τυφλώθηκε και τα αυτιά του κουφάθηκαν. Στο θέαμα αυτό οι παρευρισκόμενοι τρόμαξαν και με συντριβή ψυχής άρχισαν να παρακαλούν τον απόστολο να τον σπλαγχνιστεί και να τον ξανακάμει καλά. Στην παράκληση τους ο ανεξίκακος μαθητής τόνισε:


- Ο άρχοντας μπορεί να γίνει καλά, αρκεί τόσο αυτός, όσο κι εσείς να πιστέψετε στον αληθινό Θεό και στον Ιησού Χριστό που έστειλε κι έπαθε για μας.

Μια νεκρική πομπή, που περνούσε την ώρα εκείνη από το μέρος εκείνο, σταμάτησε ξαφνικά. Μερικοί μάλιστα απ' αυτούς, που συνόδευαν τον νεκρό κι έτυχε να είναι φίλοι κι ομοϊδεάτες του άρχοντα, στράφηκαν με διάθεση εκδικήσεως στον απόστολο και του είπαν ειρωνικά:

— Αν ο Θεός σου μπορεί να αναστήσει τούτο τον νεκρό, που παίρνουμε να θάψουμε, τότε να Τον πιστέψουμε κι εμείς κι ο Αρίσταρχος, ο άρχοντας μας.

Συγκλονισμένος ο απόστολος από την πρόταση τους, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό κι αφού έκαμψε τα γόνατα, ανέπεμψε μυστικά μια ολόθερμη προσευχή. Ύστερα, αφού στράφηκε προς τον νεκρό που βρισκόταν στο φέρετρο, τον κάλεσε με το όνομα του και του είπε:

- Θεόφιλε, ο Παντοδύναμος Θεός σε διατάζει να σηκωθείς κι ελεύθερα να ειπείς ό,τι θέλεις.

Ευλογητός ο Θεός! Το θαύμα έγινε στη στιγμή. Ο νεκρός σηκώθηκε από το φέρετρο, πετάχτηκε κάτω, κι αφού γονάτισε μπροστά στον απόστολο του είπε μ' έναν αναστεναγμό βαθιάς ανακουφίσεως.

Σ' ευχαριστώ, καλέ μου άνθρωπε. Σ' ευχαριστώ, άγιε του Θεού, για τη σωτηρία που μου χάρισες. Μερικοί μαύροι κι απαίσιοι με έσερναν από τα χέρια, για να με ρίξουν στην Κόλαση. Η παρέμβαση σου με γλίτωσε. Θα έφευγα από τούτο τον κόσμο αμαρτωλός, χωρίς να ξέρω την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι μία. Ο Ιησούς Χριστός που κηρύττεις είναι ο αληθινός Θεός. Πιστεύω κι εγώ στον Χριστό με όλη μου την ψυχή.

Το θαύμα συντάραξε τα πλήθη. Το κάλεσμα του νεκρού με το όνομα του κι η ανάσταση του συνεκίνησε όσους βρισκόντουσαν εκεί, που χωρίς κανένα δισταγμό πίστεψαν στον Χριστό κι αναφώνησαν:

-Άνθρωπε μας, πιστεύουμε, πως ο Θεός, τον οποίο Συ κηρύττεις, είναι ο αληθινός Θεός. Τώρα, βοήθησε μας να σωθούμε και συγχώρησε και τον άρχοντα.

Τότε ο απόστολος, αφού κατάπαυσε με το χέρι του τον θόρυβο, παρήγγειλε σ' ένα από τους άρχοντες που συνόδευαν τον νεκρό να κάμει το σημείο του σταυρού πάνω στον Αρίσταρχο και να ζητήσει τη βοήθεια της Αγίας Τριάδος. Ο άρχοντας έκαμε ό,τι του είπε ο απόστολος κι η θεραπεία ακολούθησε. Ο Αρίσταρχος έγινε αμέσως τελείως καλά. Το αποτέλεσμα συγκινητικό. Πολλοί ζήτησαν και βαπτίσθηκαν την ίδια ώρα. Πρώτος ο πατέρας του αναστηθέντος νεκρού, που λεγόταν Πρέφικτος κι ήταν κι αυτός ένας από τους άρχοντες της πόλεως. Μετά τη βάπτιση του ο αναγεννημένος πια άνθρωπος έδωσε στον απόστολο τους δώδεκα χρυσούς θεούς που είχε στο σπίτι του μαζί με τα άλλα υπάρχοντα του, για να τα διαμοιράσει στους φτωχούς και να τα χρησιμοποιήσει, όπως αυτός έκρινε καλύτερα.

Πόσο αλλάζει ο άνθρωπος, όταν αφήσει ελεύθερη την καρδιά του να την καταυγάσει το φως και η χάρη του Χριστού! Γι' αυτές τις περιπτώσεις είναι που εφαρμόζεται απόλυτα ο λόγος του ψαλμωδού: «Αυτή η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου (Ψαλμ. ος' (οζ') 11). Ναι! Αυτή η αλλοίωση και μεταβολή που γίνεται στην καρδιά του ανθρώπου, είναι έργο της δυνάμεως του Θεού.

Για χρόνια πολλά συνέχισε η ευλογημένη αυτή ομάδα το ανορθωτικό και σωστικό έργο της στις διάφορες πόλεις των επαρχιών που αναφέραμε. Τα αποτελέσματα, στ' αλήθεια, θαυμαστά. Όπου «επλεόνασεν η αμαρτία υπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. ε', 20). Εκεί που πληθύνθηκε η αμαρτία, δόθηκε πολύ πιο άφθονη η χάρη. Εκεί που η αμαρτία είχε σχεδόν αποκτηνώσει τα θύματα της, ένας καινούργιος κόσμος αναγεννάτε. Ο κόσμος της καλοσύνης και της αγάπης. Ο κόσμος ο όμορφος, ο αγγελικά πλασμένος. Ο κόσμος της αρετής. Η άλλοτε χριστιανική Μ. Ασία.

Έφτασε όμως ο καιρός να επικυρώσει ο θείος απόστολος τα όσα δίδασκε και με τη θυσία της ζωής του. Ήρθε ο καιρός να μαρτυρήσει. Εκεί στην Ιεράπολη της Φρυγίας μια μέρα που δίδασκε, μερικοί φανατικοί ειδωλολάτρες τον συνέλαβαν κι αφού τον βασάνισαν σκληρά, τον οδήγησαν στους άρχοντες. Μια ψευτοδίκη κατέληξε στην απόφαση ο απόστολος να θανατωθεί. Οι δήμιοι, που περίμεναν, άρπαξαν τον Φίλιπ πο, του έδεσαν τους αστραγάλους και τον κρέμασαν σ' ένα δένδρο με το κεφάλι προς τα κάτω. Ύστερα πήραν και τον Βαρθολομαίο κι αφού τον βασάνισαν κι αυτόν, τον κρέμασαν. Τον απόστολο Φίλιππο τον σταύρωσαν. Η αδελφή του Μαριάμνη με πόνο ψυχής παρακολουθεί το μαρτύριο του αδελφού της και του άλλου αποστόλου και προσεύχεται να τους δώσει ο Θεός δύναμη και υπομονή. Ένας σεισμός που έγινε την ώρα εκείνη έδειξε την αγάπη του Θεού στους εργάτες του Ευαγγελίου. Οι αλλεπάλληλες δονήσεις που έγιναν σε ολόκληρη τη χώρα κατατρόμαξαν τα πλήθη που έτρεξαν με δάκρυα να ζητήσουν συγχώρηση από τους αποστόλους. Ο Κύριος στις παρακλήσεις των εργατών του σταμάτησε το σεισμό και με μια θαυμαστή οπτασία τους έδωκε μια ακόμη απόδειξη της θείας του δυνάμεως. Μια σκάλα παρουσιάστηκε εκεί να ενώνει τη γη με τον Ουρανό. Τα πλήθη έτρεξαν και κατέβασαν το Βαρθολομαίο από εκεί που ήταν κρεμασμένος. Όταν θέλησαν να κατεβάσουν και τον Φίλιππο από τον Σταυρό, αυτός δεν δέχθηκε, αλλά συνέχισε να διδάσκει τα πλήθη που ήσαν γύρω και να τα προτρέπει να μετανοήσουν και να βαπτισθούν. Διδάσκοντας αφήκε την αγία του ψυχή να πετάξει στον Ουρανό, στη χώρα της αιωνιότητας. Ο απόστολος Βαρθολομαίος και η Μαριάμνη πήραν το τίμιο λείψανο και το έθαψαν μαζί με εκείνους που πίστεψαν και βαφτίστηκαν, με σεβασμό κι ευλάβεια ραίνοντας το με τα δάκρυα της αγάπης τους. Το σεπτό σκήνωμα του αποστόλου για πολλά χρόνια στόλισε τον ιερό ναό που είχε κτισθεί στην Ιεράπολη προς τιμή του αγίου. Η δε αγία κάρα του τιμήθηκε από διάφορους αυτοκράτορες, όπως τον Θεοδόσιο, τον Ηράκλειο και άλλους με τις βασιλικές σφραγίδες τους.

Μετά την άλωση της Βασιλίδος των πόλεων από τους Λατίνους κατά το 1204 το σεπτό λείψανο μεταφέρθηκε στην Κύπρο και για πολλά χρόνια φυλασσόταν στο χωριό Άρσος Το χωριό αυτό λέγεται επίσημα και Αρσινόη. της Πάφου, στον ιερό ναό που κτίστηκε εκεί προς τιμή του απόστόλου. Αργότερα ένα μέρος των λειψάνων για ευλογία διανεμήθηκε σε διάφορα μέρη. Η θήκη δε με την ιερή κάρα προ του 1788 για μεγαλύτερη, τάχατες, ασφάλεια μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή του Σταυρού στο Όμοδος. Εκεί φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Σε χρόνια περασμένα, που το νησί μας μέσα στα τόσα άλλα το έδερνε και επιδημία ακριδών, οι πατέρες μας μετέφεραν τη θήκη με την αγία κάρα μέχρι τη Μεσαορία και έκαμναν αγιασμό, κι ερράντιζαν τα σπαρτά και τα δένδρα, για να τα απαλλάξουν από την αληθινή αυτή μάστιγα.

Θαύματα πολλά γίνονται και στις ήμερες μας σε όλους εκείνους που με βαθιά πίστη καταφεύγουν στον Κύριο και με ευλάβεια εκζητούν τη μεσιτεία του πνευματέμφορου αποστόλου.

Σε κείνους που για οποιονδήποτε λόγο δυσκολεύονται ν' αποδεχθούν τούτη την αλήθεια και προτιμούν να ζουν με τις αμφιβολίες και τις επιφυλάξεις τους υπενθυμίζουμε με αγάπη μια υπόδειξη πολύ αποτελεσματική, που έκαμε κάποτε ο φλογερός απόστολος μας στον φίλο του Ναθαναήλ. Στη δυσκολία του ν' αποδεχθεί κι αυτός την πληροφορία του ερχομού του Μεσσία, που με λαχτάρα περίμεναν όλες οι ευλαβείς ψυχές, ο Φίλιππος με απλότητα υπέδειξε το «έρχου και ίδε». Την ίδια αυτή υπόδειξη απευθύνει και σήμερα στον καθένα μας ο πρακτικός απόστολος. Είναι μια συμβουλή για ένα θετικό πειραματισμό. Είναι και μια πρόσκληση συγχρόνως να δοκιμάσει ο κάθε άνθρωπος τη χριστιανική διδασκαλία και ζωή.


«Έρχου και ίδε». Τρεις λέξεις με υπέροχη σημασία. «Έρχου». Άνθρωπε, διψάς να γνωρίσεις την αλήθεια; Έλα. Πλησίασε. Ο Χριστός είναι η αλήθεια. «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». (Ίωάν. ιδ', 6), δια κηρύττει ο ίδιος. Η προσωπική γνωριμία σου με τον Χριστό θα σε πείσει απόλυτα ότι η διδασκαλία Του είναι η μοναδική αλήθεια που λύει όλα τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπου και του ξεκουράζει την ψυχή. Τον ήλιο δεν τον χαίρεται ποτέ ένας σαν μένει ερμητικά κλειστός σ' ένα δωμάτιο. Είναι ανάγκη να ανοίξει το παράθυρο. Και τον Χριστό δεν μπορεί κανένας να Τον καταλάβει από μακριά. Πρέπει να πλησιάσει. Και να δει και να γνωρίσει. Πρέπει να λουσθεί ένας στις ζωογόνες Του ακτίνες. Κάτι περισσότερο. Πρέπει να ζήσει τον Χριστό και να υποτάξει τον εαυτό του και το θέλημα του στο θέλημα του Χριστού. Πρέπει να μπορεί να λέγει σαν τον Παύλο: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός».

Έλα, λοιπόν, αδελφέ μου, και «ίδε». Όταν με τέτοιες διαθέσεις πλησιάσουμε τον Χριστό, τότε θα δούμε κι εμείς με τα μάτια μας και θα δια κηρύξουμε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μας αυτό που διακήρυξε κι ο αγνός στην ψυχή Ναθαναήλ: «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ίωάν. α', 50). Διδάσκαλε, στ' αλήθεια, συ είσαι ο Υιός του Θεού, συ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ.


Όσο πιο γρήγορα ο καθένας μας σπεύσει να αποδεχθεί τούτη τη σωστική αλήθεια και να πλησιάσει τον Χριστό και να τον πιστεύσει για Θεό και Σωτήρα του, τόσο και πιο γρήγορα υπάρχει ελπίδα να βγούμε από τον λαβύρινθο στον όποιο οι ίδιοι κλειστήκαμε. Να βγούμε, για να ξαναδούμε το φως της ζωής, και να γευτούμε τη χαρά και να λυτρωθούμε από το άγχος που μας δέρνει, μα και τον φόβο μιας ολοκληρωτικής αυτοκαταστροφής.

Η χάρις του Τριαδικού θεού, δια των πρεσβειών του αγίου ενδόξου αποστόλου Φιλίππου, του οποίου η θήκη των λειψάνων χρόνια τώρα αγιάζει το ευλογημένο νησί μας, να χαρίσει στην Κύπρο μας το ταχύτερο την ποθητή ελευθερία. Ναι! την ελευθερία. Και μαζί μ' αυτή στους αγνοούμενους μας την επιστροφή στις οικογένειες τους, στους πρόσφυγές μας τη χαρά του γυρισμού στα σπίτια τους και τα χωριά τους και στον φιλόθρησκο λαό μας πλούσιες τις δωρεές και ευλογίες Του. Αμήν.



Απολυτίκιο Ήχος γ'.

Θείας Πίστεως

Θείαν έλλαμψιν του Παρακλήτου, εισδεξάμενος πυρός εν είδει, παγκοσμίως ως αστήρ ανατέταλκας, και της αγνοίας τον ζόφον διέλυσας τη θεία αίγλη, Απόστολε Φίλιππε. Όθεν πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, δεόμεθα, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Εξήγηση : Άγιε απόστολε Φίλιππε, αφού δέχθηκες τον θείο φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος κατά την ήμερα της Πεντηκοστής υπό τη μορφή γλώσσας φωτιάς, έλαμψες σε όλο τον κόσμο σαν αληθινό αστέρι και διέλυσες το σκοτάδι της αγνοίας του αληθινού Θεού με τη Θεία σου δόξα. Γι' αυτό, σε παρακαλούμε, πρέσβευε στον Χριστό και Θεό μας, να χαρίζει και σ' εμάς τη μεγάλη Του ευσπλαχνία.

Μεγαλυνάριο

Φίλος και Απόστολος ευκλεής, του μέχρι και δούλου κενωθέντος αναδειχθείς, Φίλιππε Θεόπτα, εκήρυξας εν κόσμω την τούτου υπέρ λόγον, άρρητον κένωσιν.

πηγή:http://www.pigizois.net/kiprioi_agioi/filipos_apostolos.htm


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2012

Γέρων Παΐσιος - Ρωσική Ταινία

Τη Δευτέρα 5 Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στη Μόσχα η πρεμιέρα της ρωσικής ταινίας του Γέροντος Παϊσίου.Η επιτυχία της ταινίας ήταν τόση που οι διοργανωτές αναγκάστηκαν να την προβάλουν τρεις φορές και ο κόσμος περίμενε υπομονετικά τη σειρά του να τη δει. Ευχαριστούμε το κινηματογραφικό στούντιο ΠΟΚΡΟΒ και ιδιαίτερα τον π. Κυπριανό Γιασένκο για την ευγενή παραχώρηση της άδειας τοποθέτησης της ελληνικής έκδοσης της ταινίας στο κανάλι μας

πηγή:http://www.youtube.com/user/RumOrthodox

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Συνοπτικός βίος του εν αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως
 Αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου
Αυτός ο μέγας φωστήρ και μεγαλόφωνος της οικουμένης διδάσκαλος κατήγετο από την μεγαλόπολιν Αντιόχειαν, υιός ων γονέων ευσεβών, πα­τρός μεν Σεκούνδου αρχιστρατήγου, μητρός δε Ανθούσης. Ευθύς λοιπόν κατά την αρχήν της ζωής του πολλήν αγάπην και ερωτα είχεν ο Άγιος αυτός εις τους λόγους και τα μαθήματα, διό εις ολίγον καιρόν επέρασεν όλην την σοφίαν των Ελλήνων και των Χριστιανών και έγινεν άκρος κατά την λογικήν και ρητορικήν τέχνην και πάσαν επιστήμην. Όθεν διά την προκοπήν και αρετήν του από μεν τον άγιον Μελέτιον τον πατριάρχην Αντιοχείας έ­γινεν αναγνώστης, από δε τον Αντιοχείας Φλαβιανόν έγινε διάκονος και πρεσβύτερος. Πολλούς δε λόγους συνέταξεν ο χρυσούς αυτού κάλαμος, σχεδόν υπερβαίνοντας αριθμόν, περί τε μετανοίας και περί της των ηθών ευκοσμίας και καταστάσεως, και πάσαν σχεδόν ηρμήνευσε την Θεόπνευστον Γραφήν. Επειδή δε Νεκτάριος ο Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης εκοιμήθη εν Κυρίω, διά τούτο με την ψήφον των επισκόπων και με την προσταγήν του βασιλέως Αρκαδίου προσεκλήθη ο μακάριος αυτός Ιωάννης από την Αντιόχεια και έγινε κανονικώς πατριάρχης της βασιλίδος των πόλεων. Τόσον δε πολλά επέδωκεν ο αοίδιμος τον εαυτόν του εις την άσκησι και εγκράτεια, ώστε έτρωγε μόνον τον χυλόν του κριθαριού και πάλιν από αυτόν δεν εχόρταινεν, αλλ' ολίγον τι μετελάμβανε. Καί ύπνον δε ολίγον εκοιμάτο, όχι επί κλίνης αναπαυόμενος, αλλ' ιστάμενος ορθός και από σχοινιών βασταζόμενος· όταν δε πολλά εκουράζετο, τότε ολίγον εκάθητο. Τότε δε και περισσότερον εσχόλαζε και κατεγίνετο ο θείος πατήρ εις τας ερμηνείας των θείων Γραφών και εις τας διαλέξεις και διδασκαλίας, διά μέσου των οποίων πολλούς εις θεογνωσία και μετά­νοια έφερε. Τόσην δε υπερβολική φιλανθρωπία είχεν εις τους πτωχούς και δεομένους ο Χριστού μι­μητής, ώστε έγινε και εις τους άλλους τύπος και παράδειγμα φιλοπτωχείας. Διά τούτο και με τους εν εκκλησία λόγους εδίδασκεν όλους τους Χριστια­νούς να αγαπούν μεν και να ενεργούν την αρετή αυ­τήν της φιλοπτωχείας, να απέχουν δε από την πλε­ονεξία. Δι' αυτό διά την αιτίαν αυτήν πρώτον προσέκρουσε εις την βασίλισσαν Ευδοξίαν και εις έχθραν μετ' αυτής κατέστη. Επειδή αυτή μεν ήρπασε τον αμπελώνα μιας χήρας Καλιτρόπης ονομαζό­μενης, η οποία εφώναζε ζητούσα το κτήμα της, ο δε Άγιος εσυμβούλευε αυτήν να μη κρατή το ξένον πράγμα, και επειδή εκείνη δεν επείθετο την ήλεγχε και εθεάτριζεν ο άγιος με το παράδειγμα της Ιεζάβελ. Όθεν η Ευδοξία αγριωθείσα ως θηρίον κατέ­βασε τον Άγιον από τον θρόνον του, το πρώτον μεν μόνη, το δεύτερον δε και διά των επισκόπων ε­κείνων, οί οποίοι ηκολούθουν περισσότερον εις τας δυναστείας και υπολήψεις των αξιωματικών αρ­χόντων, παρά εις την ευσέβειαν και εις τους θείους νόμους· έπειτα πάλιν αποκατέστη ο Άγιος εις τον θρόνον του.
Τελευταίον δε εξωρίσθη ο Άγιος εις την Κουκουσόν της Αρμενίας και εκεί υπομείνας θλίψεις πολλάς και πολλούς απίστους οδηγήσας εις την θε­ογνωσία παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού εν έτει 407. Ο δε κατά πλάτος βίος του αγίου γράφει ότι μετά την από του θρόνου καταβίβασι και εξορία του θείου πατρός όσοι επίσκοποι συνήργησαν εις αυτήν, όλοι εβασανίσθησαν πρότερον εκ Θεού με δεινός και πολλάς ασθενείας και έ­πειτα απέθανον. Η δε Ευδοξία πρώτη έπαθε τας α­σθενείας αυτάς, επειδή και πρώτη αυτή παρενόμησε και έγινε πρόξενος απωλείας και εις τους επι­σκόπους. Λέγουν δε ότι μετά τον θάνατον της, διά να άποδειχθή η αδικία, την οποίαν έκαμε εις τον μέγα Χρυσόστομον, εκινείτο και έτρεμεν ο τάφος της εις διάστημα χρόνων ολοκλήρων τριακοντα-δύο. Ότε δε ανεκομίσθη το λείψανον του Αγίου εις Κωνσταντινούπολι και απετέθη, όπου τώρα είναι, τότε και ο τάφος εκείνης εστάθη και πλέον δεν έ­τρεμεν...
Δεν δύναμαι εδώ να σιωπήσω εκείνο το συμβεβηκός, το οποίον προξενεί άκρον και χωριστόν έπαινον εις τον χρυσούν αυτόν Άγιον, καθώς διη­γείται αυτό εις τον κατά πλάτος βίον αυτού ο Ανώ­νυμος Συγγραφεύς «Αδελφειός, ο επίσκοπος της εν Καππαδοκία Αραβισσού, ο πολλά δεξιωθείς εις την εξορία τον Άγιον, παρεκάλει τον Θεόν με θερμάς δεήσεις, να δείξη εις αυτόν ποίας δόξης ηξιώθη εν ουρανοίς ο θείος Χρυσόστομος. Ενώ λοιπόν προσηύχετο ο Αδελφειός ήλθεν εις έκστασι και ιδού βλέπει ένα φωτοειδή άνδρα, ο οποίος εδείκνυεν εις αυτόν όλους τους διδασκάλους και ιεράρχας και οσίους και τον χορόν όλων των δικαίων, όσοι έ­φθασαν να μεταβούν από την γην εις τους ουρα­νούς. Τότε ο Αδελφειός έβλεπεν όλους εκείνους με χαράν επιθυμών να ιδή και τον Ιωάννην. Επειδή όμως δεν τον είδεν εκεί ελυπήθη. Τότε ο φωτοειδής εκείνος είπε προς τον Αδελφειόν: διά τι ελυπήθης; Εκείνος απεκρίθη, διότι δεν είδον εις το τάγμα των ιεραρχών τον Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννην, ο δε φανείς λέγει εις αυτόν: Τον χρυσούν, λέγεις, Ιωάν­νην, το στόμα του Θεού; Εκείνον τον υπέρ άνθρωπον; Ήξευρε ότι αυτόν δεν είναι δυνατόν εις σε να ιδής, διότι αυτός ευρίσκεται εκεί όπου είναι ο θρό­νος του Δεσπότου Χριστού. Μίαν τοιαύτην οπτασίαν είδε και ο όσιος Μάρκος ο ασκητής και ήκουσε τα ίδια λόγια, τα οποία ήκουσε και ο Αδελφειός από τον Κύπρου Επιφάνιον, ο οποίος ωδήγει αυ­τόν εις την κατ' έκστασιν οπτασία, καθώς και αυτό ο Ανώνυμος διηγείται».
Ο Γρηγόριος ο Αλεξανδρείας εις τον βίον του Χρυσοστόμου καλεί αυτόν «της οικουμένης απάσης διδάσκαλον και φωστήρα». Ο μικρός Θεοδόσιος καλεί αυτόν «οικουμενικόν διδάσκαλον». Λέων ο σοφός εις το προς αυτόν εγκώμιον λέγει «κοινόν της οικουμένης πατέρα», και ο Ανώνυμος εις τον βίον αυτού ονομάζει «κοινόν της οικουμένης προ­μηθέα και προστάτην». Ο Θεοδώρητος παρά Φωτίω λέγει αυτόν «της Εκκλησίας στόμα και ευσέ­βειας ανθρώπων οφθαλμόν». Ο Πηλουσιώτης Ισί­δωρος λέγει περί αυτού «Ο των του Θεού απορρή­των σοφός και υποφήτης Ιωάννης, ο της εν Βυζαντίω Εκκλησίας και πάσης οφθαλμός».
Η Χείρα του Αγίου Χρυσοστόμου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους
Λόγος εγκωμιαστικός στην ανακομιδή του λειψάνου του Αγίου Πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου που συνέγραψε ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
(Μεταφέρεται εδώ αποσπασματικά και σε απλούστερη απόδοση)

* ...Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εκ­θρονίστηκε και στάλθηκε εξόριστος στην Κουκουσό, Αραβισσό και Πιτιούντα όλη η Εκκλησία των ορθοδόξων επένθισε. Με δάκρυα έλεγαν τα πλήθη των πιστών και μοναχών: «Συνέφερεν, ίνα ο ήλιος συσταλή ή ίνα το στόμα Ιωάννου σιωπήση».
Έκλαυσε όλη η οικουμένη, διότι έμεινε σαν πλοίο χωρίς κυβερνήτη, σαν ποίμνιο χωρίς ποιμέ­να· σαν στρατόπεδο χωρίς αρχιστράτηγο και σαν κόσμος σκοτεινός χωρίς ήλιο. Έκλαιαν οι ορφα­νοί τον πατέρα τους. Θρηνούσαν οι μαθηταί τον διδάσκαλό τους, ωδύρονταν οι πτωχοί τον προστάτη τους. Λυπόνταν οι αμαρτωλοί την ελπίδα τους, οι θλιμμένοι την παρηγοριά τους, οι άρρωστοι την επίσκεψή τους και οι διψασμένοι από λόγο Θεού, διότι στερήθηκαν τα γλυκύτατα και πάγχρυσα λό­για της διδασκαλίας του. Κοινή ήταν η συμφορά, παγκόσμιο το κακό, οικουμενική η δυστυχία.
Ο άγιος Ιννοκέντιος ο Πάπας, γράφοντας για τον Χρυσόστομο προς τον βασιλέα Αρκάδιο, λέ­γει: Όχι μόνο η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλε­ως ζημιώθηκε της καλλιρύτου εκείνου γλώσσας, αλλά και όλη η υφήλιος εχήρευσε, απολέσασα τέτοιον ένθεον άνδρα.
Έμεινε στην χηρεία αυτή και απαρηγόρητη λύπη όλη η Εκκλησία του Χριστού τριαντατρία ο­λόκληρα χρόνια.
Το 440 γίνεται η ανακομιδή και μετακομίζεται από τα Κόμανα του Πόντου στην βασιλεύουσα με τέτοια τιμή, η οποία δεν έγινε ποτέ από του αιώνος σε άλλον, ούτε πατριάρχη, ούτε βασιλέα.
Η του Χριστού Εκκλησία στολισαμένη, υπο­δέχεται σήμερα από την εξορία το ζωομύριστο και θαυματουργικώτατο σώμα του φωστήρος της Χρυ­σοστόμου και εορτάζει χαρμόσυνα την ένδοξη ανα­κομιδή και μετακομιδή και υποδοχή του λειψάνου του διδασκάλου της οικουμένης.
Και αυτό με κάθε δίκαιο, γιατί, πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όλη η Εκκλησία του Χριστού σε ένα καιρό, όπου βλέπει ότι στο λείψανο του Χρυσο­στόμου μεταβλήθηκαν όλοι οι νόμοι της φύσεως και ενεργήθηκαν μόνον οι νόμοι της Χάριτος; Ότι σώ­μα νεκρόν, όταν θέλη, κινείται, και, όταν θέλη, μέ­νει ακίνητον; Ότι σώμα, ενταφιασμένο πριν 33 χρόνια, ανακομίζεται σώο και αδιάλυτο με την ο­λοκληρία όλων των μελών και μερών του;... Πώς δεν έπρεπε να χαρή, σήμερα, όταν είδε το σώμα του Χρυσορρήμονος να ευρίσκεται μεν στην γη σε διά­στημα τόσων χρόνων, έπειτα να ανακομίζεται λαμ­πρό και κροκοειδές στο χρώμα; Ευωδέστατο στην ο­σμή, υπερνικών όλα τα αρώματα της γης; Και έχων όλα τα άλλα ουσιώδη και συστατικά γνωρίσματα της αγιότητας; Πώς δεν έπρεπε να χαρή, όταν είδε το λείψανον του Ιωάννου, να γιατρεύη κουτσούς, να ανορθώνη παραλυτικούς, να φωτίζη τυφλούς;.... Πώς δεν ήταν δίκαιο να χαρή όλος ο κόσμος, βλέποντας ένα νεκρό σώμα να έχη εξουσία κατά των στοιχείων; κατά γης και θαλάσσης και του αέρος; Να σηκώνη άνεμους από την θάλασσα, να σχίζη σε ρήγματα την γη, να κάμνη τα πλοία να κλίνουν από μόνα τους, σαν να ήταν λογικά και έμψυχα, για να τον υποδεχθούν; Και, έπειτα, να τα διευθύνη αυτά σε όποιο τόπο θέλει; Καί για να πω το μεγαλύτερο και θαυμαστότερο, πώς δεν έπρεπε να χαρή σήμερα όλη η Εκκλησία του Χριστού, όταν είδε να ανοίξουν εκείνα τα άψυ­χα χείλη; Και όταν άκουσε να βγαίνη φωνή ζωντα­νή και έναρθρος από το προ 33 χρόνων νενεκρωμένο στόμα του Χρυσοστόμου; Και να πη «ειρήνη πάσιν;». Όντως «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; Σύ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76, 13)....
Λοιπόν πώς έγινε τέχνη χωρίς τον τεχνίτη; Πώς ακολούθησε έργο και αποτέλεσμα χωρίς τον ποιητή; Πώς η λύρα και ο αυλός ήχησαν, χωρίς να τα κρούση ο λυρωδός και ο αυλητής; Και μάλιστα, όταν και ο αυλός και η λύρα ήταν διεφθαρμένα; Θαυμάσια τα έργα σου Κύριε! Η αιτία όλη, η ποιη­τική αυτού στάθηκε θεία και υπερφυσική! Και ο τε­χνίτης του έργου αυτού ήταν αυτό το Πνεύμα το Αγιονί...
Ώστε, αν και το λείψανο του Χρυσοστόμου ή­ταν κατά φύση νεκρό και ακίνητο και άφωνον, αλ­λά κατά χάριν ήτο ζωντανόν και δι' αυτό εκίνησε την γλώσσα του και ελάλησε: «δίκαιοι εις τον αιώ­να ζώσι».
Πρέπει σήμερα να ευφρανθούν οι ορθόδοξοι διότι βλέπουν τον αγιώτατον πατριάρχην Πρόκλον και τον ευσεβέστατον βασιλέα Θεοδόσιον, πως ση­κώνουν με πολλή ευλάβεια το πανσεβάσμιο λείψα­νο του Χρυσοστόμου και το εμβάζουν μόνοι οι δύο μέσα στο άγιο βήμα και το εναποθέτουν υπό κάτω του θυσιαστηρίου και της αγίας Τραπέζης... Ίδετε θαυμάσια, με τα οποία, ο θαυμαστός Θεός εδόξασε εμεγάλυνε και εθαυμάστωσε το λείψανον του αγίου Χρυσοστόμου;...
Δι' αυτό, λοιπόν, ας χαρούμε και εμείς πνευματικώς σήμερα. Ας εύφημήσουμε με ύμνους και ωδές πνευματικές τον μέγα Χρυσόστομο! Ας προσκυνή­σουμε νοερά το πάνσεπτό του λείψανο για να λά­βουμε και την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία δίδεται και αόρατα ως αόρατη και απεριόριστη....
Με ποιο όνομα ιερό και άγιο να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο και να μη αρμόζη σε αυτόν; Να τον ο­νομάσουμε άγγελο; Και του πρέπει, διότι αυτός έζη­σε στα αλήθεια μια ζωή ισάγγελη, με χαυμενίες, α­γρυπνίες, προσευχές και ασκήσεις υπερφυσικές...
Προ του θανάτου του τρεις ολόκληρους μήνες δεν έφαγε ολότελα ανθρώπινο φαγητό, ως άσαρκος και άυλος μέχρις ότου ετελεύτησε. Βάστασε με μό­νην εκείνη την άφθαρτη τροφή, που του έδωσαν και έφαγε οι ιεροί Απόστολοι, καθώς μαρτυρούν όλοι οι συγγραφείς του βίου του....
Να τον ονομάσουμε Απόστολον; Και μάλιστα, διότι αυτός με την πάγχρυση διδασκαλία του εσαγηνευσε πολλά έθνη και τα έφερε στην πίστη του Χρι­στού. Δι' αυτό και οι θείοι Απόστολοι εφάνησαν οφθαλμοφανώς εις αυτόν, ως ισαπόστολο, τόσες και τόσες φορές, ο Πέτρος και Ιωάννης δύο φορές.... Ο Παύλος στην Κων/πολι, όταν του ομιλούσε μυ­στικά στα αυτιά, ερμηνεύοντας τις επιστολές του, και όταν αισθητά τον εφίλησε, ευχαριστώντας αυ­τόν, αφού τα ερμήνευσε....
Να τον ονομάσουμε Προφήτην; Ναι, και αυτό το όνομα το απέκτησε διά των έργων... Επροφήτευσε στον άγιο Επιφάνιο πως δεν θέλει φθάσει να πάη στον θρόνο του..., αλλά και όταν εξωρίζονταν, περνώντας από την Νίκαια προφήτευσε στον πατέ­ρα του βασιλιά Μαυρίκιου, που ήταν άτεκνος, ότι έχει να γέννηση γιο που μέλλει να γίνη βασιλιάς, πως έχει να αμαρτήση, πλήν θέλει πάλιν μετανοή­σει και θέλει αξιωθεί της σωτηρίας, καθώς έτσι και τα πράγματα ακολούθησαν.
Να τον ονομάσουμε μάρτυρα; Ναι και του αρμό­ζει, επειδή εκτός από τις ασθένειες της υδρωπικίας, των πυρετών και της παντοτινής στομαχαλγίας, που έπασχε ο Τρισμακάριστος, έλαβε και πολλά βάσανα και μαρτύρια στις εξορίες του....
Διά αυτό και στον καιρό του θανάτου του, ήλ­θαν οι άγιοι μάρτυρες Βασιλίσκος ο ιερομάρτυς και Λουκιανός και τον προσκάλεσαν, για να έλθη στα ουράνια να συγκατοική με αυτούς ως συναθλη­τής.
Να τον ονομάσουμε Ιεράρχη και διδάσκαλο της Εκκλησίας; Ναι, βεβαιότατα! Θέλετε να το καταλά­βετε; Ακούσατε την φοβερή οπτασία που είδε ο επί­σκοπος της Αραβισσού Αδελφειός.
Αυτός έχοντας πολλή αγάπη να μάθη για τον ά­γιο Χρυσόστομο ποια δόξα αξιώθηκε να λάβη από τον Θεό στους ουρανούς, και παρακαλώντας συχνά γι' αυτό τον Κύριο ήλθε σε έκσταση και είδε ένα ωραιότατο άνδρα που του έδειξε σε τόπο λαμπρό ό­λους τους πατέρες και διδασκάλους· αλλά δεν είδε ανάμεσά τους τον Ιωάννη! Και λυπήθηκε κατάκαρδα. Τότε άκουσε φωνή αγγέλου που του είπε: « Ιωάννην τον της μετανοίας λέγεις; Άνθρωπος, που εί­ναι με σώμα, εκείνον να δει δεν μπορεί! διότι παρί­σταται εκεί, όπου ο θρόνος ο Δεσποτικός». Την ί­δια οπτασία είδε και ο άγιος Μάρκος ο ασκητής.
Να τον ονομάσουμε ρήτορα και εξηγητή των Θείων Γραφών;... Ο ρήτορας Λιβάνιος μπροστά στον Ιουλιανό τον παραβάτη, καίτοι εχθρός της πί­στεως, εκήρυξε ότι ο Ιωάννης υπερβαίνει στην ρη­τορική και την σοφία και τον Δημοσθένη, και τον Πλάτωνα.
Στην εξήγηση πάλι των Γραφών υπερέβαινε και αυτόν τον μέγα Θεολόγον Γρηγόριον. Ο βασι­λεύς Θεοδόσιος ο μέγας, παρεκάλεσε τον Γρηγόριο τον Θεολόγο να εξηγήση το ιερό Ευαγγέλιο, και το επεχείρησε. Παρακαλώντας τον Θεό να τον πλη­ροφορήση αν η εξήγηση του είναι ορθή, άκουσε από τον Θεό την εξής φωνή: «Ούτε σε σένα, ούτε σε κάποιον άλλο το χάρισμα αυτό έχει δοθεί παρά στον Ιωάννη της Αντιοχείας». Ο δε άγιος Πρόκλος ο Πατριάρχης, έλεγε: «Έτσι είμαι εγώ προς τον μα­κάριο Ιωάννη, όπως ακριβώς πηγή προς θάλασσα και ρυάκι προς ποταμό».
Γι' αυτό και σε κάθε διδαχή που έκαμνε ο Άγιος, οι άνθρωποι που άκουγαν, μη υποφέροντας την χαρά, κτυπούσαν πολλές φορές, κάτω από τον άμβωνα, όλοι με συμφωνία τα χέρια τους.
Σε ένα μόνο καιρό, που γινόταν λιτανεία στην Κων/πολη, εκ του προχείρου έκαμε 18 λόγους στο δρόμο το πάγχρυσο εκείνο στόμα! Τόση ευκολία εί­χε στο να ομιλή.
Να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο φίλο γνήσιο της Θεοτόκου; Ναι, και αυτό το αξιώθηκε! Ευρι­σκόμενος ο Άγιος για την ασθένειά του έξω από την Κων/λη, εκεί που προσευχόταν κατά το μεσονύ­κτιο, είδε ξύπνιος την Κυρία Θεοτόκο, η οποία ήλ­θε προς αυτόν με άπειρο φως και έχοντας τριγύρω της πλήθος από άνδρες και γυναίκες του είπε αυτά με φωνή χαριέστατη: «Ιωάννη, του εμού θεράπων Υιού και Θεού, καλά αγωνίστηκες τον αγώνα της α­σκήσεως, καλά εποίμανας το λογικόν ποίμνιον, αλ­λά ανδρίζου ακόμη και κραταιού. Διότι ιδού και μαρτυρικός σε αναμένει δρόμος και αθλητικό σε πε­ριμένει στάδιο διά ποικίλων πόνων και πειρασμών, για να καταστή φανερή η δοκιμασία σου και στη γη και τον ουρανό.... Ας αγαλλιασθή λοιπόν και ας χαρή το πνεύμα σου, διότι σε έχει αποταμιευθεί και χαρά στους ουρανούς, ανάλογα με τις θλίψεις σου».
Επίσης και η θαυμαστή οπτασία που είδε ο ά­γιος Κύριλλος ο Αλεξανδρείας.
Ο θειος του πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόφι­λος είχε εχθρόν τον άγιο Χρυσόστομο...
Βλέπει μία φορά σε όραμα την Κυρία Θεοτόκο, μαζί και τον άγιο Χρυσόστομο, να συνομιλούν μετα­ξύ τους σε ένα πάμφωτο και ωραιότατο τόπο. Βλέ­ποντας τους, όμως, επιθυμούσε και εζητούσε να πάη κοντά και αυτός αλλά ο θείος Χρυσόστομος τον επιτιμούσε και τον εμπόδιζε. Τότε, ακούει φω­νή από την Θεοτόκο, που έλεγε προς τον Χρυσόστο­μο αυτά: Συγχώρησε τον χάριν εμού (για χάρι δική μου), διότι πολλά επάσχισε, εκοπίασε για εμένα, καταντροπιάσας τον υβριστή Νεστόριο, και εμένα Θε­οτόκο με ανακήρυξε. Από άγνοια την άσχημη για σένα υπόληψη - γνώμη εσχημάτισε και θα φανέρω­ση αυτήν, που απέκτησε με επίγνωση.
Μετά από αυτό το όραμα ο άγιος Κύριλλος, έ­γινε μεγάλος φίλος του Χρυσοστόμου, επαινώντας αυτόν και συνέγραψε πρόχειρα και τον βίον Του.
Τι άλλο θέλετε να ονομάσουμε τον Χρυσόστομο; Θαυματουργόν; Ναι διότι τόσο πλούσια του εδόθη το χάρισμα των θαυμάτων, ώστε όλοι τον επωνόμιζαν «Ιωάννην τον θαυματουργόν».
Να τον ονομάσουμε ελεήμονα; Και βέβαια, για την υπερβολική του ευσπλαγχνία προς τους πτω­χούς τον ωνόμαζαν όλοι «Ιωάννης ο της ελεημο­σύνης».
Να τον ονομάσουμε κήρυκα της μετανοίας; Και ποιος μπορεί να το αρνηθή! Τέτοια δύναμη είχε ο λόγος του στο να τραβά τους αμαρτωλούς σε μετά­νοια, ώστε έφθανε μόνο να ακούση κάποιος την δι­δαχή του για να μετανοήση και αλλάξη ζωή!.... Δί­καια λοιπόν από όλους ωνομαζόταν «Ιωάννης ο της μετανοίας»....
Αδελφοί, μας λέγει ο άγιος Νικόδημος, οι εορ­τές των αγίων δεν γίνονται για άλλο λόγο παρά για να συναχθούν σε αυτές οι Χριστιανοί, να ακούσουν τα κατορθώματα των Αγίων που εορτάζουν και να τα μιμηθούν και αυτοί, όσο τους είναι δυνατόν, και έτσι να λάβουν στην ψυχή τους ευλάβεια και στην ζωή τους διόρθωση και ακρίβεια. Έτσι μάς διδά­σκει η πάγχρυση γλώσσα του Χρυσοστόμου: «Ε­ορτή είναι επίδειξις έργων αγαθών, ψυχής ευλά­βεια, πολιτείας ακρίβεια».
Και εμείς ας μιμηθούμε, κατά το δυνατόν μας, και τα έργα του Χρυσοστόμου και ας ακούσουμε τις χρυσές διδασκαλίες που μάς κάμνει. Ας μετανοούμε κάθε μέρα στον Θεό για τα σφάλματα που κά­νουμε με το έργο, με το λόγο και με τον λογισμό, και ας πάρουμε σταθερή απόφαση, για να μη πράξουμε ξανά την αμαρτία, επειδή αυτή είναι η αλη­θινή μετάνοια. Έτσι μάς διδάσκει ο Χρυσόστομος: «Είναι δε μετάνοια το να μη κάνης τα ίδια..., πρέπει λοιπόν να απομακρύνεσαι και στην πράξη και στην γνώμη που αποτολμήθηκαν.... Παραδείγματος χά­ρη: άρπαξες και πλεονέκτησες; Απομακρύνσου από την αρπαγή και βάλε στο τραύμα ελεημοσύνη. Πόρνευσες; Απομακρύνσου από την πορνεία και βάλε στο έλκος αγνεία. Κακολόγησες τον αδελφό και έβλαψες; Σταμάτησε κατηγορώντας, και βάλε σωφροσύνη......
Ας έχουμε υπομονή σε όλες τις θλίψεις που μάς έρχονται είτε από τους δαίμονες, είτε από τους ανθρώπους είτε και από φυσική ασθένεια του σώ­ματος, και ας ευχαριστούμε πάντοτε τον Θεό σε ό­σα μάς ακολουθούν είτε καλά, είτε κακά. Διότι και ο άγιος Χρυσόστομος υπέμεινε μετά χαράς τις εξο­ρίες, τις οποίες του έκαμαν, και σε όλα ευχαριστού­σε τον Θεό, συνηθίζοντας να λέγη πάντοτε αυτό το αξιομνημόνευτο λόγιο: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένε­κεν" ου γαρ παύσομαι τούτο επιλέγων αεί επί πάσί μοι τοις συμβαίνουσιν». Και αυτόν τον λόγο αφού είπε τελευταίο, παρέδωσε την αγία του ψυχή.
Ας αγωνιζόμαστε να είμαστε παρθένοι και σώ­φρονες όχι μόνο κατά το σώμα, αλλά και κατά την ψυχή, μη αφήνοντες το νου μας να γλυκαίνεται στους αισχρούς και σαρκικούς λογισμούς... Διότι πολλές φορές παρθενεύει κάποιος με το σώμα, αλ­λά με την ψυχή και τους λογισμούς πορνεύει και μοιχεύει....
Ας μισήσουμε από καρδιάς την φιλαργυρία και ασπλαγχνία, διότι αυτή κάμνει εκείνους που είναι υποδουλομένοι σε αυτήν, ούτε να βλέπουν, ούτε να ακούν ούτε συνείδηση να έχουν, ούτε την σωτηρία τους να ζητούν....
Ας μισήσουμε την υπερηφάνεια και ας έχουμε την ταπείνωση στην ψυχή μας, διότι χωρίς την τα­πείνωση είναι αδύνατον να σωθούμε, κατά τον Χρυσόστομον, λέγοντα: «Τίποτε δεν είναι ίσον με την ταπεινοφροσύνη...., διότι δεν είναι δυνατόν να σωθή κάποιος χωρίς της ταπεινοφροσύνης».
Και επάνω σε όλα, ας σπουδάσουμε να έχουμε την αγάπη προς τους αδελφούς μας, διότι η αγάπη είναι το κεφάλαιο όλων των αγαθών! Χωρίς την α­γάπη όλες οι αρετές είναι μάταιες....
Πρόσδεξαι, σε παρακαλούμε, το παρόν ευτελές εγκώμιον, όπως προσεδέχθη ο Κύριος της χήρας τα δύο λεπτά... Και εις μεν την παρούσα ζωή φύλαττε μας από κάθε βλάβη των ορατών και αορά­των εχθρών, εις δε την μέλλουσα αξίωσέ μας της ουρανίου βασιλείας διά των πρεσβειών σου, με την Χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις τον Ο­ποίον υπάρχει η δόξα και το κράτος συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
* * *
Τον τρισμακάριστον και παμμακάριστον άγιον Ιωάννην τον Χρυσόστομον διάφοροι Πατέρες, τον ωνόμασαν:
«Το νέον σκεύος της εκλογής».
«Ο μέγας της οικουμένης διδάσκαλος».
«Ο τρισμακάριστος άνθρωπος».
«Ο της Εκκλησίας διδάσκαλος».
«Ο νέος Ιωάννης ο Θεολόγος».
«Ο της Εκκλησίας φωστήρ και ποιμήν......
«Ο της θείας ευσπλαγχνίας μιμητής και εγγυη­τής».
«Ο αληθής του Θεού άνθρωπος και γνήσιος κήρυξ της μετανοίας».
«Το στόμα του Χριστού και στόμα του Παύ­λου»· και κατά τον συλλογισμόν και το κοινόν από­φθεγμα, που λέγει: «Εάν το στόμα του Χριστού είναι το στόμα του Παύλου, το στόμα του Χρυσοστόμου εί­ναι Χριστού και Παύλου». Και κατά τον άγιο Νικόδημον τον Αγιορείτην ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό­στομος «είναι ο διδάσκαλος των διδασκάλων».

Ακολουθία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" 
Τηλ. 2310 212659

πηγη: http://www.impantokratoros.gr/agios-chrysostomos.el.aspx